Γιάννης Κότσιρας: «Ζούμε σε μία τόσο θαυμάσια χώρα και επιβιώνουμε από θαύμα»
Ο αγαπημένος ερμηνευτής μιλά σε μία συνέντευξη εφ' όλης της ύλης για την καλλιτεχνική του πορεία, τη μουσική βιομηχανία στην Ελλάδα του σήμερα, τις πληγές της κοινωνίας μας και τον ρομαντισμό.
Υπάρχουν φωνές που δεν χρειάζονται συστάσεις.
Ο Γιάννης Κότσιρας ανήκει σε αυτή τη γενιά των καλλιτεχνών, που μας έχουν συνοδεύσει σε καλοκαιρινές διαδρομές στο αυτοκίνητο με ανοιχτά παράθυρα, σε κάτι βράδια που μόνο η μουσική μπορεί να γεμίσει τη σιωπή και στα πιο γλυκά μας ξενύχτια.
Ανήκει στους καλλιτέχνες που κατάφεραν να συνδεθούν με διαφορετικές εποχές, γενιές και ανθρώπους, χωρίς ποτέ να χάσουν την αυθεντικότητα και την αλήθεια τους. Τα τραγούδια του, βαθιά ρομαντικά και τρυφερά, δεν φωνάζουν για να ακουστούν αλλά μένουν διαχρονικά γιατί μιλούν κατευθείαν στην καρδιά.
Ο Γιάννης Κότσιρας μιλά στην parallaxi σε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης για την καλλιτεχνική του πορεία, τη μουσική βιομηχανία στην Ελλάδα του σήμερα, τις πληγές της κοινωνίας μας και τον ρομαντισμό.
Ήταν πάντα το όνειρό σας να χτίσετε καριέρα στη μουσική;
«Σε καμία περίπτωση δεν ήταν το όνειρό μου η μουσική. Όταν ήμουν πιο μικρός ήθελα πάρα πολύ να γίνω αστροναύτης, να πάω στον Άρη γιατί μου άρεσαν οι εξωγήινοι. Αργότερα, το όνειρό μου έγιναν… οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές.
Έτσι, έγινα τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, έμαθα ηλεκτρονικό σχέδιο και άρχισα να δουλεύω πάνω σε αυτό. Κάποια στιγμή με άκουσε να τραγουδάω σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων ένας σπουδαίος φίλος, ο Χρήστος Κωνσταντίνου και μου ζήτησε να πάω να δοκιμάσω αν με ενδιαφέρει να τραγουδήσω στο «Περιβόλι του Ουρανού.
Αυτή η πρόταση γιατί φυσικά είχε πολύ καλύτερα χρήματα από αυτά που έβγαζα στην πρωινή μου εργασία και αρχικά γι’ αυτό τον λόγο πήγα. Από εκεί και πέρα, προφανώς υπήρχε ένα μικρόβιο το οποίο εξελίχθηκε σε ασθένεια που λέγεται αγάπη για τη μουσική».
Τα τραγούδια σας ηχούν σε πολλές και διαφορετικές γενιές. Έχει αλλάξει το ελληνικό τραγούδι από όταν ξεκινήσατε μέχρι σήμερα;
«Δεν έχει αλλάξει το ελληνικό τραγούδι. Έχει αλλάξει ο τρόπος που ακούμε, σαν ακροατές και φυσικά ο ήχος στο σύνολό του. Οι βάσεις όμως είναι ίδιες. Ο ήχος έχει αλλάξει στην πιο εμπορική μουσική κυρίως, τα παιδιά έχουν επηρεαστεί από ανατολικά και βαλκανικά ακούσματα και αυτό έχει δημιουργήσει την αίσθηση μιας μουσικής λαϊκό-ποπ, η οποία στη βάση της όμως είναι λαϊκή.
Έχει όμως αλλάξει ο τρόπος που ακούμε μουσική σε μεγάλο βαθμό. Παλιά ακούγαμε μουσική όλοι μαζί, μαζευόμασταν σε σπίτια, με παρέες – τώρα ακούμε μουσική κατά μόνας, ο καθένας με τα ακουστικά του στο κινητό του, τον υπολογιστή του, δεν ξέρουμε πια τι ακούει ο διπλανός μας»

Εσείς με ποιους καλλιτέχνες μεγαλώσατε;
«Με Σταύρο Ξαρχάκο, Μίκη Θεοδωράκη, Μίμη Πλέσσα, Γιώργο Νταλάρα, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Χάρις Αλεξίου. Ένας δίσκος που φυλάω σαν τα μάτια μου, αν και είναι λίγο νεότερος, είναι το «Στου αιώνα την Παράγκα», του Δημήτρη Μητροπάνου, με τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Άλκη Αλκαίο. Είναι ένας δίσκος που τον έχω πολύ ψηλά».
Αν ξεκινούσατε την καριέρα σας σήμερα, πιστεύετε πως θα είχατε την ίδια πορεία;
«Το πρόβλημα του σήμερα για τους νέους καλλιτέχνες είναι ότι υπάρχει πολύς κόσμος που ασχολείται με την μουσική και αυτό προκαλεί αναπόφευκτα έναν… χαμό. Δηλαδή υπάρχουν σπουδαία ταλέντα, που χάνονται στο πλήθος. Στην προσπάθειά τους να ξεχωρίσουν στο σύνολο, οδηγούνται σε πιο… quirky, εξεζητημένες εμφανίσεις. Επίσης, πλέον δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα δισκογραφικές εταιρείες που μπορούν να τους βοηθήσουν. Ο μόνος τρόπος που μπορούν να προωθήσουν καλύτερα τον εαυτό τους είναι μέσα από τις ζωντανές τους εμφανίσεις και από μία πιο εκκεντρική εμφάνιση».
Πώς διαχειρίζεστε ο ίδιος τη φήμη και τη δημοσιότητα;
«Στην πραγματικότητα, δεν το διαχειρίζομαι. Υπό την έννοια ότι από ένα σημείο και μετά, σταμάτησα να ασχολούμαι. Το έχω βάλει στο πλάι όλο αυτό, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να δημιουργώ καλά τραγούδια και να τα αφήνω ως παρακαταθήκη μου για τις επόμενες γενιές. Αυτό που είναι πολύ σημαντικό για εμένα, είναι το πώς θα αισθάνονται τα παιδιά μου για τη μουσική αυτή στο μέλλον, θέλω να βλέπουν με καλό μάτι αυτό που κάνω».

Τα παιδιά σας ακούνε τη μουσική σας;
«Αναγκαστικά. Υπάρχουν τραγούδια που τους αρέσουν πάρα πολύ, όπως το «Κάθε φορά» και τους αρέσει και ένα σχετικά καινούργιο τραγούδι, «Τα Ρόδα της Σάμου» αλλά και το «Φως». Σε γενικές γραμμές όμως, προτιμούν να ακούνε τα δικά τους, έχουν αυτά τα περίεργα ακούσματα της νέας γενιάς που προέρχονται κυρίως από βιντεοπαιχνίδια»
Υπάρχει μία επιτυχία σας που να έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά σας;
«Η «Αλεξάνδρεια» είναι μία επιτυχία που εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια και φυσικά το τραγούδι με το οποίο συστήθηκα στον κόσμο και συνεχίζει να με ακολουθεί. Αδυναμία έχω και στο πρώτο αμιγώς δικής μου έμπνευσης κομμάτι, το «Και πάλι παιδί», σε στίχους του Νίκου Μωραΐτη».
Υπάρχει τραγούδι στο οποίο αρχικά δεν πιστεύατε πολύ και τελικά ο κόσμος το «αγκάλιασε»;
«Το «Σεντόνι» ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτά που συνήθιζα να κάνω εκείνη την εποχή, είχε ένα πιο λαϊκό και ποπ άκουσμα. Τότε, πίστευα ότι δεν θα κάνει πολλά πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το ισοπέδωσε και αυτόν τον δίσκο και την εποχή που βγήκε σάρωσε τόσο πολύ στα ραδιόφωνα που κούρασε μέχρι και εμένα. Εκείνη την εποχή, υπήρχε και το Shake It που είχαμε στείλει στην Eurovision με τον αγαπημένο μου Σάκη, και ξεπέρασε ακόμα και αυτό! Αυτό δεν το περίμενα με τίποτα».
Έχετε συνεργαστεί με πολλούς σπουδαίους δημιουργούς της ελληνικής μουσικής σκηνής. Υπάρχει μία συνεργασία που νιώθετε ότι σας άλλαξε περισσότερο ως ερμηνευτή;
«Ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Δημήτρης Μητροπάνος έπαιξαν φυσικά τεράστιο ρόλο στη ζωή μου. Σημαντικές παρουσίες ήταν επίσης στη μουσική μου πορεία, στο πώς στέκομαι και πώς αντιμετωπίζω μέχρι και σήμερα τα πράγματα η Ελευθερία Αρβανιτάκη και η Χάρις Αλεξίου γιατί μου δείξανε πράγματα και εγώ με τη σειρά μου, προσπάθησα να τα κάνω δικά μου».
Έχετε αναφέρει ότι δεν σας αρέσει να σας χαρακτηρίζουν έντεχνο και πως είστε λαϊκός τραγουδιστής. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;
«Αυτό συμβαίνει από την ανάγκη των ανθρώπων και ειδικά των μέσων μαζικής ενημέρωσης να κατηγοριοποιήσουν τα είδη της μουσικής για να μπορούν να αναφέρονται σε πρόσωπα. Ο λόγος που δεν μου αρέσει είναι γιατί δεν κατανοώ αυτούς τους όρους. Ας πούμε, εμπορική μουσική τι σημαίνει; Η εμπορική μουσική στο μυαλό όλων μας πάει στα πιο λαϊκά και ποπ τραγούδια. Κι όμως, οι πιο εμπορικοί καλλιτέχνες που έχει περάσει από την Ελλάδα είναι ο Γιώργος Νταλάρας, η Χάρις Αλεξίου, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη.
Ξεκίνησα με ένα καθαρά έντεχνο τραγούδι που είναι η «Αλεξάνδρεια» αλλά στην πορεία μου είπα το «Τσιγάρο», το «Έλα και κόψε με στα δυο», που είναι πολύ διαφορετικά. Όλα όμως έχουν στη βάση τους το λαϊκό τραγούδι από το οποίο ξεκίνησα».
Ο ρομαντισμός κυριαρχεί στη μουσική σας. Νιώθετε ότι σήμερα χάνεται;
«Η τάση είναι να ψιλοχάνεται ο ρομαντισμός και απ’ τη μουσική. Αυτό που έχω διαπιστώσει και ειδικά τα τελευταία χρόνια που ασχολήθηκα με το Σασμό, είναι ότι μπορεί από τη μουσική να έχει αρχίσει να φεύγει ο ρομαντισμός, όμως ο κόσμος τον έχει πολύ ανάγκη. Αυτό φαίνεται από την ανταπόκριση που είχανε τα βαθιά ρομαντικά και ερωτικά τραγούδια που γράψαμε με τον Νίκο Τερζή, όπως το «Φως» και το «Να μ’ αγαπάς» και αυτό για μένα σημαίνει ότι ο κόσμος έχει ανάγκη να μιλάμε στην καρδιά και όχι μόνο στο σώμα».
Ποια είναι η σχέση σας με τα social media; Ασχολείστε;
Ασχολούμουν υπερβολικά πολύ μία περίοδο, πίστευα ότι βοηθάνε. Εν τέλει, έχω καταλήξει στην παρούσα φάση της ζωής μου να μην ασχολούμαι καθόλου γιατί έχει αποκτήσει μία τοξικότητα το διαδίκτυο. Οτιδήποτε και αν πεις παρερμηνεύεται κατά το δοκούν του καθενός. Αυτό με κουράζει και με ενοχλεί. Πλέον, κάνω τις αναρτήσεις που χρειάζονται για να ενημερώσω τον κόσμο για τη μουσική μου.
Στον κόσμο του Tik Tok με τραγούδια που γίνονται viral μέσα σε 15 δευτερόλεπτα, πως βλέπετε να αλλάζει η μουσική σκηνή και βιομηχανία σήμερα; Χάνεται η διαχρονικότητα του ελληνικού τραγουδιού με αυτόν τον τρόπο;
«Όχι, δεν το πιστεύω. Η διαχρονικότητα έχει να κάνει με το κάθε τραγούδι και με τον σκοπό για τον οποίο φτιάχνεται. Εάν ένα τραγούδι φτιάχνεται απλά και μόνο για να τραβήξει το ενδιαφέρον για μία στιγμή ή για το TikTok, τότε αυτό δεν κρατήσει στον χρόνο. Αλλά εάν ένα τραγούδι γίνει viral, το οποίο όμως έχει γραφτεί για την ουσία του, όπως «το Βαλς των Χαμένων Ονείρων» της Μαριάνας Κατσιμίχα, τότε αυτό πιστεύω πως θα μείνει για πάντα. Δεν δημιουργήθηκε για να γίνει viral, είναι απλά ένα πάρα πολύ ωραίο τραγούδι. Δεν τα φοβάμαι τα social media για αυτό τον λόγο – για τη μουσική είναι μόνο βοηθητικά».

Παρακολουθείτε νέους καλλιτέχνες, ίσως και διαφορετικού είδους μουσικής από τη δική σας; Ξεχωρίζετε κάποιον/ κάποιους από το νέο αίμα;
«Ψάχνομαι πολύ για νέα παιδιά και περισσότερο παρακολουθώ τα παιδιά τα οποία ασχολούνται λίγο περισσότερο με την παραδοσιακή και τη λαϊκή μουσική, όπως είναι η Ιουλία Καραπατάκη. Μου αρέσουν πάρα πολύ και τα παιδιά της Ραπ, όπως οι Λόγος Τιμής. Στο «Κοίτα Γύρω» έχει γράψει ένα καταπληκτικό κείμενο ο Κόμης Χ από τη Θεσσαλονίκη. Έχω μεγάλη αγάπη στους ανθρώπους της νέας γενιάς, που για εμένα οι ράπερς, αγγίζουν τα όρια της ποίησης. Το έχω πει στο παρελθόν και παρεξηγήθηκα αλλά το πιστεύω ακράδαντα».
«Ο κόσμος θεωρεί ότι εγώ ανήκω κάπου, ενώ δεν ανήκω πουθενά»
Τι είναι αυτό που σας στενοχωρεί περισσότερο όταν παρατηρείτε τη σημερινή κοινωνία που ζούμε.
«Με ενοχλεί η τοξικότητα που έχει ποτιστεί τα τελευταία χρόνια η χώρα μας. Αυτό ξεκίνησε κυρίως μετά τον εγκλεισμό των ανθρώπων για τον COVID και από κει και πέρα έχει βγει μια επιθετικότητα, ένας εκνευρισμός σε όλα τα επίπεδα, πολύ βία πλέον και μέσα στα σπίτια αλλά και για ανύπαρκτους λόγους, στο δρόμο ας πούμε, πλακώνουν στο ξύλο ανθρώπους. Αλλά τα μεγαλύτερα προβλήματα, νομίζω, έχουν να κάνουν γενικότερα με την κεντρική πολιτική της χώρας».
Ένας καλλιτέχνης οφείλει να παίρνει θέση στα κοινωνικά ζητήματα ή αρκεί το ίδιο του το έργο;
«Ο κάθε καλλιτέχνης δεν παύει να είναι μέλος μιας κοινωνίας. Εάν και εφόσον το επιθυμεί, πιστεύω ότι πρέπει να μιλάει. Αν φοβάται, όχι είναι δική του επιλογή. Ο λόγος που μαθαίνουμε τους καλλιτέχνες, είναι ο ίδιος ο κόσμος. Γίνονται το μικρόφωνο του κόσμου, η φωνή των εργαζομένων, των ανθρώπων που ζουν την καθημερινότητα και που τους στηρίζουν, όχι από το περίσσευμά τους, αλλά από το υστέρημά τους. Όταν έχει ανάγκη ο κόσμος μια πιο δυνατή φωνή, εκεί πρέπει να παίρνει θέση ο καλλιτέχνης.
Απλά οι τραγουδιστές είμαστε λίγο πιο ευάλωτοι, γιατί παρεξηγούμαστε εύκολα λόγω του ότι υπάρχει αυτός ο μύθος ή το στάτους ότι βγάζουμε πιο πολλά λεφτά, ότι είμαστε πλούσιοι, το οποίο μπορεί να ισχύει σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά ως προς το πλήθος των καλλιτεχνών δεν ισχύει.
Για αυτούς τους λόγους τουλάχιστον και εγώ ο ίδιος στο παρελθόν είχα πάρει πολύ σοβαρή θέση απέναντι στα πολιτικά ζητήματα, αλλά και μέσα από τα τραγούδια μου, όπως είναι το «Κοίτα γύρω», ο «Ψεύτης καιρός» ή το «Κάθε φορά» – προσπαθώ να περνάω τα μηνύματα που αισθάνομαι εγώ την ανάγκη να περάσω και από εκεί και πέρα βέβαια ο καθένας τα εκλαμβάνει όπως θέλει».
Ως πατέρας, σας ανησυχεί αυτή η τόσο μεγάλη έκρηξη βίας που συνεχώς ακούμε να συμβαίνει παντού και πόσο μάλλον στα σχολεία;
«Με τρομοκρατεί, δεν με τρομάζει μόνο. Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο δεν είναι μόνο ελληνικό, είναι παγκόσμιο. Πέρα από αυτό όμως, ως προς τα παιδιά μου, με τρομάζει – και αυτό είναι ελληνικό πρόβλημα – το πώς η χώρα είναι δομημένη και το πώς προστατεύει τα νέα παιδιά. Ζούμε σε μία τόσο θαυμάσια χώρα και επιβιώνουμε από θαύμα. Δηλαδή, βρέχει και πνιγόμαστε, χιονίζει και παγώνουμε, έχει ζέστη και καιγόμαστε. Πας να μπεις σε τρένο, σκοτώνεσαι. Πας να μπεις σε λεωφορείο, σκοτώνεσαι.
Αντί η χώρα να επενδύσει στις βασικές δομές που προστατεύουν τον πολίτη, επενδύει στις δημόσιες σχέσεις των πολιτικών και συγγνώμη θα το πω, στην κλοπή. Πως θα φάμε περισσότερα χρήματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τον απλό αγρότη. Το θέμα στηρίζεται στην έπαρση των πολιτικών που αισθάνονται ότι δεν τους αγγίζει τίποτα και αυτό ακολουθεί μια ολόκληρη κοινωνία. Όταν βλέπει η κοινωνία έναν πολιτικό που κλέβει, βρίζει, χτυπάει, αποφασίζει και διατάζει χωρίς να ρωτάει κανέναν, αυτό το πράγμα δημιουργεί έναν τεράστιο εκνευρισμό στην καθημερινότητά μας και δίνει το παράδειγμα ότι μπορώ κι εγώ να κάνω ό,τι θέλω χωρίς επιπτώσεις, δεν με αγγίζει κανείς».
Ο πόλεμος έχει επιστρέψει σε πάρα πολύ έντονο βαθμό στην καθημερινότητά μας μέσα από συνεχείς σκληρές εικόνες και ειδήσεις. Πώς σας επηρεάζει αυτό;
«Δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τον πόλεμο μέσα από την τέχνη, η αλήθεια είναι αυτή. Μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό, να προσπαθούμε να φωνάζουμε για ειρήνη, να καταδεικνύουμε τα μεγάλα προβλήματα αλλά όταν έχεις να κάνεις με παρανοϊκούς ηγέτες μεγάλων δυνάμεων – τότε τα πράγματα είναι τρομακτικά.
Όποιος διαβάζει την ιστορία καταλαβαίνει ότι μπορούν να εξελιχθούν σε πολύ κακές καταστάσεις και όλο αυτό το πράγμα είναι εξαιρετικά τρομακτικό και ιδιαιτέρως δυσοίωνο. Ένα κακό που έχουμε εμείς στην Ελλάδα, είναι ότι αισθανόμαστε πως αν ο πόλεμος δεν γίνεται μέσα στη χώρα μας, τότε δεν μας αφορά και δεν ασχολούμαστε με αυτό. Ο πόλεμος είναι κάτι τρομακτικό και αν κάτι μπορούμε να κάνουμε εμείς οι καλλιτέχνες είναι να ενωνόμαστε στο όνομα της ειρήνης».
Στις συναυλίες σας, νιώθετε ότι η σύνδεση με το κοινό είναι ίδια με όταν ξεκινήσατε ή ο κόσμος είναι περισσότερο απορροφημένος στο να βιντεοσκοπήσει τη στιγμή και όχι να τη ζήσει;
«Η αλήθεια είναι ότι σε αυτήν την εποχή, οι νεότεροι άνθρωποι πληρώνουν ένα εισιτήριο για να δούνε μία συναυλία μέσα από το κινητό τους. Αυτό είναι λίγο περίεργο γιατί απ’ ό,τι φαίνεται το content που λέμε… η ανάγκη δημιουργίας περιεχομένου για τα social, έχει ξεπεράσει την ανάγκη προσωπικής επαφής με αυτό που συμβαίνει μπροστά μας.
Περισσότερο πια ενδιαφέρει το να πάω σε μια συναυλία να τραβήξω το βίντεο, παρά να πάω για να τη δω. Αλλά από εκεί και πέρα, βιώνω μια συνεχή αύξηση του κοινού αλλά και του κόσμου που επικοινωνεί μαζί μου. Ίσως αυτό συμβαίνει κιόλας επειδή τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να προβάλλω μουσική που δεν έχει επιθετικότητα αλλά έχει λίγο περισσότερο την έννοια της συντροφικότητας, της αγάπης, του ρομαντισμού και νομίζω ότι αυτό πλέον σπανίζει στη μουσική».
Τι να περιμένουμε στο μέλλον από εσάς;
«Περιμένω με πολλή χαρά να κυκλοφορήσει ο δίσκος που ετοιμάζω τα τελευταία τρία χρόνια με τραγούδια πολλών και διαφόρων φίλων. Θα υπάρξουν και πολλά τραγούδια που γράφω με τον Νίκο Τερζή, τα οποία θα ακούσετε τον επόμενο χειμώνα αλλά θα με δείτε και σε τηλεοπτικούς ρόλους. Και φυσικά περιμένω πώς και πώς την καλοκαιρινή συναυλία στο Θέατρο Δάσους στη Θεσσαλονίκη!».
*Πληροφορίες: Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026 | Θέατρο Δάσους | Ώρα έναρξης: 21:00 | Τιμές εισιτηρίων: Γενική Είσοδος 18 ευρώ, ΑμεΑ: 16€ (ένας συνοδός δωρεάν)
