γιώργος-χρυσοστόμου-για-να-φανεί-το-κ-1188306

Θέατρο

Γιώργος Χρυσοστόμου: «Για να φανεί το καλό, κάποιες φορές πρέπει να είναι δίπλα στο κακό»

Ο βραβευμένος ηθοποιός μιλάει στην Parallaxi για την παράσταση "Όρνιθες", εξηγεί τη μικρή συμμετοχή του στο "Ναυάγιο" και θυμάται την πρώτη του φορά με βαλίτσες μπροστά στη Ροτόντα...

Γιώργος Σταυρακίδης
Γιώργος Σταυρακίδης

Με αφορμή την παράσταση “Όρνιθες” σε σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη που αυτό το καλοκαίρι “πηγαίνει” σε όλη την  Ελλάδα με μία μεγάλη περιοδεία, ο Γιώργος Χρυσοστόμου λίγο πριν έρθει στη Θεσσαλονίκη για δύο βραδιές στο Θέατρο Συκεών “Μάνος Κατράκης” την Δευτέρα 15 και Τρίτη 16 Ιουνίου, μου μιλάει για τη δουλειά αυτή, για τον δικό του προσωπικό χρόνο, τους ηθοποιούς και το πώς είναι εκείνος μέσα στον χώρο που αγαπά και αγαπήθηκε πολύ τόσο από συναδέλφους του όσο και από ένα μεγάλο κοινό που τον ακολουθεί παντού, με προηγούμενη του επιτυχία την «Άνοδο του Αρτούρο Ούι» του Μπρεχτ τα τελευταία δύο χρόνια (θα επαναληφθεί και την επόμενη σεζόν) με έναν εξαιρετικά δύσκολο ρόλο.

Μιλώντας πάντα με μία υπέροχη ηρεμία, προσιτός και ανοιχτός να συζητήσουμε τα πάντα, ο βραβευμένος ηθοποιός Γιώργος Χρυσοστόμου δεν έχει κανένα ενδοιασμό να συζητήσει για την προσπάθεια που κάνει ώστε να ανανεώνεται κάθε φορά καλλιτεχνικά, ενώ θυμάται την πρώτη φορά που με δύο βαλίτσες, στάθηκε μπροστά στην Ροτόντα και ξεστόμισε τη λέξη… “Ελευθερία”.

Αναλαμβάνοντας ρόλους πολύ διαφορετικούς, καταφέρνει κάθε φορά να είναι ένας άλλος κερδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την εμπιστοσύνη του κοινού που ξέρει πως το όνομα Χρυσοστόμου είναι εγγύηση για το επόμενο θέαμα που θα παρουσιάσει. Κι αυτό είναι κατάκτηση. Δεν είναι ποτέ δεδομένο και ειδικά, όταν μιλάμε για τη σχέση ενός καλλιτέχνη με το κοινό. Κι εκείνος, είναι καλλιτέχνης που το κατέκτησε αυτό. Άξια.

Πώς προέκυψαν οι «Όρνιθες» για εσάς φέτος το καλοκαίρι;

Εμένα με βρήκαν οι «Όρνιθες» να συνεργάζομαι ήδη με τον σκηνοθέτη που τους ανεβάζει, τον Άρη τον Μπινιάρη. Δουλεύαμε μαζί στην «Άνοδο του Αρτούρο Ούι» του Μπρεχτ τα τελευταία δύο χρόνια με μεγάλη επιτυχία και sold out. Η ιδέα του λοιπόν, ήταν να ανέβουν οι «Όρνιθες» και μου έκανε πρόταση να συνεχίσουμε την κοινή πορεία μας και κάπως έτσι βρέθηκα σε αυτή την παράσταση με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο ντουέτο, κάτι που έχουμε ξανακάνει σε άλλους «Όρνιθες» στο παρελθόν (καλοκαίρι του 2012, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης). Οπότε ήρθε και κούμπωσε όλη αυτή η συγκυρία.

Πώς νιώθετε που παίζετε σε έργα που έχουν γραφτεί πριν τόσα πολλά χρόνια. Σε χρόνια που ήταν κι αλλιώς οι κοινωνίες και οι άνθρωποι;

Αν κάτσει κάποιος και το σκεφτεί πότε γράφτηκε ένα τέτοιο κείμενο, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει αυτό το πότε. Ούτε καλά καλά αν πούμε πως ένα έργο γράφτηκε πριν πενήντα ή εκατό χρόνια. Πόσο μάλλον όταν λες πως γράφτηκε το 400 Π.Χ. ας πούμε. Είναι αρχικά σχεδόν creepy, για να το πω σύγχρονα, που έχει σωθεί. Το δεύτερο είναι ότι αισθάνεσαι τη μεγάλη αυτή τιμή να μοιράζεσαι κάτι το οποίο έχουν μοιραστεί χιλιάδες άγνωστοι και γνωστοί συνάδελφοι σου σε τόσα χιλιάδες χρόνια. Το τρίτο είναι, πως πάντα υπάρχει ένα challenge και ένα δέλεαρ, και στις τραγωδίες πιο ειδικά, ώστε να δω πώς θα βρω έναν τρόπο να αφορά στο σήμερα. Αναρωτιέσαι αν έχει αλλάξει ο κόσμος ή οι άνθρωποι πόσο έχουν αλλάξει; Και καταλαβαίνεις τελικά πως αυτό που γράφει, και τώρα ισχύει. Θα δείτε σε αυτή την παράσταση χαρακτήρες που συναντάμε σήμερα. Είναι απίστευτο αυτό. Και λες πως τελικά δεν έχει αλλάξει ο κόσμος καθόλου αλλά από την άλλη, είναι και τρομερά ενδιαφέρον ότι μπορεί ένα τέτοιο κείμενο να αφορά σήμερα. Και προφανώς διασκευασμένο έτσι; Αν κάποιος μεταφράσει ακριβώς το πρωτότυπο, είναι δύσκολο να το καταλάβει. Έχει αστεία που αναφέρονται στο παρελθόν, έχει αστεία που λεγόντουσαν τότε και δεν λέγονται σήμερα.

Εκεί ακριβώς δεν εντοπίζεται και η διαφορά της κάθε παράστασης;

Στ’ αλήθεια η διαφορά της κάθε παράστασης έχει να κάνει με τη διασκευή και το κοστούμι. Ειδικά σε αυτά τα έργα. Γιατί πρέπει να παίξεις με το τι λέγεται και με το τι φαίνεται.

Κι αυτό θα μπορούσε να είναι και μία απάντηση σε αυτούς που λένε «πάλι Αριστοφάνη φέτος»;

Υπάρχει διαφορά πάντα. Ξέρετε, για να το μάθει κι αυτό ο κόσμος, όταν πας στην Επίδαυρο για το Φεστιβάλ, οι επιλογές είναι ή αρχαία τραγωδία ή αρχαία κωμωδία. Δεν έχεις περισσότερες επιλογές. Δε μπορείς να πας στην Αρχαία Επίδαυρο με τον «Φον Δημητράκη» ας πούμε. Γι’ αυτό και τόσος κόσμος αναρωτιέται γιατί πάλι «Όρνιθες». Έξι εφτά έργα είναι πάνω κάτω του Αριστοφάνη και άλλα δέκα, έντεκα των αρχαίων ποιητών και είναι οι μόνες επιλογές για την Επίδαυρο. Οπότε επαναλαμβάνονται συχνά. Ιδανικά, αν με ρωτάτε και δε φοβάμαι να το πω δημόσια, και έναν Σαίξπηρ θα έβλεπα εγώ στην Επίδαυρο ή στους Φιλίππους  ή σε όποιο αρχαίο θέατρο της Ελλάδας. Καταλαβαίνω όμως και τους λόγους που γίνεται έτσι.

Φωτογραφίες: Μαρίζα Καψαμπέλη

Πέρα από τη δική μας επιθυμία και προσπάθεια, τελικά μάλλον οι κοινωνίες φαίνεται να μην αλλάζουν επί της ουσίας στο πέρασμα των χρόνων, βάσει αυτών των κειμένων.

Είναι κάποια πράγματα που είναι “ντιενεϊκά”. Δηλαδή περνάν από γενιά σε γενιά ό, τι και να γίνει. Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος και βρίσκει όντως λίγο χρόνο να παρατηρήσει το λάθος του αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα το κάνει. Επίσης, οι κοινωνίες δομικά χρειάζονται από όλα τα υλικά. Ξέρετε, πολλές φορές καταλαβαίνω πως για τα υπάρχει το καλό και να φαίνεται, πρέπει να είναι δίπλα στο κακό ώστε να φανεί η διαφορά. Όπως είναι ο θάνατος και η ζωή. Δε μπορώ να ακούω ανθρώπους να λένε δε θέλω να μεγαλώσω ή να σταματήσει ο χρόνος… Αυτό υπάρχει και το παίρνεις απόφαση. Έτσι εκτιμάς άλλωστε τη ζωή. Αν ήταν κάποιος Χαιλάντερ δε θα την εκτιμούσε σε καμία περίπτωση τη ζωή.

Το να λένε όλοι πόσο καλός ηθοποιός είστε, πώς περνάει σε εσάς;

Πλέον περνάει πολύ ωραία και με ευγνωμοσύνη στον εαυτό μου, γιατί δεν το αφήνω το υλικό να παρακμάσει. Εννοώ το εξελίσσω διαρκώς, προσπαθώ να το δουλεύω όσο το δυνατό περισσότερο. Τώρα πλέον δουλεύω και με το σώμα μου. Έβλεπα μικρός να λένε για κάποιους «ταλαντούχος ήταν αυτός όταν ήταν νέος αλλά μετά μια από τα ίδια». Εγώ πάντα προσπαθώ να εκπλήσσω τους θεατές. Ξέρετε, αυτό που λένε όλοι «καλός», είναι αυτό που προσπαθώ κάθε φορά να μην είναι ίδιος ο ρόλος με τον προηγούμενο.

Άρα, έχει προσπάθεια από εσάς όλο αυτό

Βασανιστήριο είναι και να το γράψετε όπως το λέω. Γιατί δεν μπορείς να αράξεις ήσυχος και να πεις οκ, θα διασκεδάζω μόνο, θα καταστρέψω την υγεία μου, θα φάω ό, τι θέλω, θα πίνω. Θα μπορούσα να κάνω επιλογές που να μη με αφορούν ίσως, γιατί οι προτεραιότητες μου θα ήταν κάποιες άλλες. Πριν λίγες μέρες μου είπε ένας νέος ηθοποιός πως θέλει να γίνει πρωταγωνιστής. Του λέω, να γίνεις είναι εύκολο, να μείνεις είναι το δύσκολο. Γιατί μετά, κι εκεί είναι το αγχωτικό κομμάτι, σε περιμένουν όλοι στη γωνία. Περιμένουν να δουν αν θα είσαι το ίδιο καλός με το προηγούμενο, αν θα εκπλήξεις το κοινό πάλι. Είναι αρκετοί συνάδελφοι που, καλώς κάνουν, βρίσκουν μία συγκεκριμένη περσόνα και πορεύονται με αυτήν θεατρικά ή κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά. Εγώ προσπαθώ να μην ξέρουν ακριβώς ποιος είμαι. Αυτό εγώ το εισπράττω όταν βλέπω τον κόσμο να γεμίζει το θέατρο, το εισπράττω και στο καμαρίνι μετά, το εισπράττω στον δρόμο που περπατάω και μου λένε «ευχαριστούμε».

Τηλεοπτικά, στο «Ναυάγιο» είχατε έναν πολύ σύντομο ρόλο που όμως δεχτήκατε να το κάνετε κι αυτό μου δείχνει πως τελικά μάλλον δεν σας ενδιαφέρει και το μέγεθος ενός ρόλου για να τον δεχτείτε. Ισχύει αυτό;

Χαίρομαι που το βλέπετε έτσι γιατί πραγματικά ήταν ένα ωραίο εμπορικό κόλπο. Θυμάμαι μου λέει ο Σέργιος ο Κωνσταντινίδης που ήταν επιμελητής στο σενάριο «Ρε συ δε θα πιστεύει κανείς ότι θα πεθάνεις». Από την άλλη, υπήρχε και κάτι πιο πρακτικό από πίως, γιατί εγώ ξεκινούσα δύο παραστάσεις μετά που ήταν πολύ απαιτητικές και δε θα μπορούσα σίγουρα να αναλάβω κάτι που θα έπρεπε να είναι μέχρι τον Μάιο. Κι έτσι είπα, δώστε μου αυτό. Είχε όμως ένα ωραίο challenge πάντως, γιατί και μετά από δύο τρεις μήνες που πνίγηκε ο Απόστολος στο ναυάγιο, ο κόσμος έλεγε πως ‘όχι, κάπου θα είναι σε κάποιο νησί και θα γυρίσει. Τέτοια μου έλεγαν.

Το σκεφτήκαμε όλοι πρέπει να σας πω

Το μέγεθος του ρόλου πάντα έχει να κάνει με ένα πρεστιζ παραπάνω σίγουρα, αλλά υπάρχουν και κάποιοι ρόλοι που είναι πιο μικροί και έχουν τρομερό ζουμί. Εμένα, ένας λόγος που με ενδιέφερε ο Απόστολος, ήταν ότι θα παιζόταν ταυτόχρονα με την παράσταση μου η «Άνοδος του Αρτούρο Ούι» που εκεί έκανα έναν τελείως δαιμονικό και κακό άνθρωπο. Οπότε το είδα ως ένα καλό κοντραστ. Εγώ όταν δέχομαι μία δουλειά, είναι πολλές οι παράμετροι μέχρι να πω ναι. Τα ζυγιάζω όλα κάπως και πρακτικά και καλλιτεχνικά ταυτόχρονα.

Έχει διαφορά ο τηλεοπτικός Χρυσοστόμου από τον θεατρικό;

Μόνο και μόνο επειδή είναι άλλη η φύση και άλλοι οι χρόνοι της δουλειάς, ναι έχουν αρκετή διαφορά. Γιατί στην  τηλεόραση τα πράγματα είναι πιο γρήγορα, οπότε το αποτέλεσμα είναι από άλλη «οδό». Είναι ένα τελείως άλλο παίξιμο. Τώρα δηλαδή, αν έρθει κάποιος στους «Όρνιθες» και με δει να φωνάζω και να χτυπιέμαι θα καταλάβει, αυτό δε μπορείς να το κάνεις στη τηλεόραση γιατί είναι υπερβολή. Είναι λοιπόν άλλος κώδικας. Θα σας το πω με αθλητικούς όρους, είναι σαν να παίζεις Champions League αλλά να παίζεις και πέντε επί πέντε. Ποδόσφαιρο και το ένα, ποδόσφαιρο και το άλλο αλλά είναι άλλες οι αποστάσεις, άλλοι οι κώδικες.

Το να επαναπαυτεί ένας ηθοποιός στο πιο εύκολο, στο πιο γρήγορο της τηλεόρασης ας πούμε, είναι παγίδα για εκείνον;

Ναι φυσικά αλλά αυτό το βλέπουμε συνήθως εκ των υστέρων. Δε κρίνω καμία πορεία κανενός, απλά καταλαβαίνω ότι σε άλλη φάση του καθένα, η προτεραιότητα του μπορεί να είναι άλλη. Μπορεί κάποιος να πει «δεν αντέχω άλλο στο θέατρο, είναι επίπονη διαδικασία, θα κάνω μόνο τηλεόραση» ή το αντίθετο. Ξέρετε έχει κόσμο που τη φοβάται την τηλεόραση. Εγώ ας πούμε, δεν μπορώ πολύ τον κινηματογράφο γιατί είναι πολύ αργοί οι ρυθμοί του για μένα. Ο καθένας έχει τις προτεραιότητες του. Κατά τη ταπεινή γνώμη μου λοιπόν, καλό είναι να εναλλάσσεσαι αλλά από την άλλη, σέβομαι απόλυτα τις προτεραιότητες του καθενός. Δεν είναι για μένα παγίδα, είναι επιλογή. Κάποιος μπορεί να επιλέξει να είναι μία περσόνα στη ζωή του και να είναι αυτή η περσόνα θεατρικά και τηλεοπτικά. It’s ok. Δε θα μας βαθμολογήσει δηλαδή κανείς σε σχέση με αυτό. Γιατί και ο ένας γεμίζει το θέατρο, και ο άλλος γεμίζει το θέατρο. Το θέμα είναι τι κάνεις για τη δική σου ψυχή. Όταν εγώ έκανα κωμωδίες για αρκετό καιρό στην τηλεόραση, μου λέγανε να μην κάνω δραματικό γιατί είμαι μια χαρά έτσι. Είναι λοιπόν κάποιοι που βολεύονται σε μία κατάσταση. Εγώ όχι.

Από το δράμα στην κωμωδία. Πού νιώθετε πιο άνετα;

Πλέον δεν μπορώ να το διαχωρίσω. Επειδή το ένα εμπεριέχει το άλλο. Δηλαδή, στην κωμωδία ας πούμε, γελάς επειδή κάποιος παθαίνει κάτι. Άρα είναι μία δραματική κατάσταση που απλά την δείχνουμε με κωμικό τρόπο. Θέλω να πω ότι αν εγώ πέσω από τις σκάλες, σε μία παράσταση που το γράφει ότι πρέπει να το κάνω , επειδή το είπαμε κωμωδία, γελάει το κοινό. Αν όμως το λέγαμε δράμα, θα υπήρχε συγκίνηση εκείνη την ώρα με την πτώση αυτού του ανθρώπου. Επίσης σε πολλά δραματικά στοιχεία η κωμωδία κάνει καλή δουλειά. Εμένα το κέντρο μου είναι η έκφραση, οι λέξεις και ο λόγος, οπότε εγώ απλά λέω την ιστορία. Και μου αρέσει να λέω και δραματικές ιστορίες αλλά και κωμικές ιστορίες. Αλλά το ένα έχει υλικά από το άλλο. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι στο θέατρο το μόνο που έχει η κωμωδία διαφορετικό, είναι ότι το feedback έρχεται άμεσα. Με το γέλιο. Ενώ στο δράμα δεν είναι έτσι.

Τι περιέχει μία καθημερινή μέρα του Γιώργου Χρυσοστόμου;

Είναι μία μέρα που θα σηκωθώ το πρωί, θα κάνω τις δουλειές του σπιτιού που μου αρέσει πολύ, θα πάω στο γυμναστήριο, βόλτα, λίγο διάβασμα και επιστροφή. Είναι ημέρες που φροντίζω τον Γιώργο.

Θέλετε να κρατάτε χρόνο και για τον Γιώργο έτσι;

Πολύ. Ξέρετε είμαι πλέον και σε μία ηλικία που είναι πολύ σημαντικό. Για πολλά χρόνια δεν ήμουν έτσι, δεν έδινα σημασία και δούλευα συνεχώς. Τώρα πια χρειάζομαι χρόνο για να ξεκουράζομαι. Γιατί υπάρχει μία βασική παρεξήγηση στη δικιά μου την πορεία τουλάχιστον, που νόμιζα ότι το θέατρο ή η δουλειά είναι η οικογένειά μου και οι φίλοι μου. Μπορεί να έχω εκεί οικογενειακές σχέσεις ή και φιλικές, αλλά δεν είναι αυτή η οικογένειά μου και αυτοί οι φίλοι μου. Οπότε πρέπει να εξισορροπώ λίγο το πόσο ζω και το πόσο δουλεύω. Σε μας είναι λίγο θολά αυτά τα όρια.

Είναι μία δουλειά που δένεστε με ανθρώπους και εκ των πραγμάτων μετά χάνεστε

Αυτό είναι αλήθεια για αυτό και εγώ πλέον σπάνια επενδύω συναισθηματικά, γιατί μας χωρίζει μετά η δουλειά και δεν είναι εύκολο να κρατήσεις μετά επαφή και πληγώνεσαι. Είναι πολύ περίεργο ότι είσαι με έναν άνθρωπο κάθε μέρα και συζητάς τα πάντα και ξαφνικά την επόμενη να τον χάνεις. Το πρώτο καιρό δεν μπορούσα να το διαχειριστώ εύκολα αλλά πλέον προστατεύω λίγο τον εαυτό μου από όλο αυτό γιατί είναι τόσο μικρή στα αλήθεια η αγορά που μετά από 1,5 χρόνο μπορεί και να ξαναβρεθούμε.

Είναι μία δύσκολη διαδικασία να αποφασίσετε τις δουλειές που θα κάνετε;

Ωχ ναι. Γιατί υπάρχει αυτή η ζυγαριά μέσα μου, που λέει: Ωραίος ο ρόλος, μικρός η μεγάλος δεν έχει σημασία, τα λεφτά είναι καλά; Πότε θα έρθουν αυτά τα λεφτά; Προλαβαίνω να κάνω και άλλα πράγματα; Μου έκανε πρόταση κάποιος που συμπαθώ πολύ και είναι φίλος μου πώς θα το αρνηθώ; Με πιέζει να δουλέψουμε κάποιος που εγώ δεν θέλω να δουλέψουμε. Είναι πάρα πολλά τα στάδια μέχρι να δεχτώ έναν ρόλο. Ξέροντας εγώ ότι το ναι που θα πω θα πρέπει να ισχύει, όταν το πω υπογράφω ότι θα το κάνω. Η απόφαση της δέσμευσης είναι μία έντονη απόφαση. Γιατί με αυτούς τους ανθρώπους θα είμαι για πολύ καιρό μαζί. Με τα ίδια λεφτά και με το ίδιο πλαίσιο. Και επειδή δεν έχω λύσει και το κομμάτι της επιβίωσης, πάντα είναι ένα αγχωτικό στάδιο αυτό.

Κι αν υπογράψετε και μετά διαπιστώσετε ότι ήταν λάθος;

Κάθομαι και το υπομένω. Γιατί δεν είναι ωραίο να παλινδρομείς. Εκτός και αν συμβεί κάτι συγκλονιστικό. Και μου έχει συμβεί να μείνω σε δουλειά.

Επειδή μιλήσαμε και πριν για κινηματογράφο και αναφέρατε τους χρόνους του, ποια είναι η άποψή σας για τον ελληνικό κινηματογράφο σήμερα;

Δεν είναι ίδια η άποψη μου για τον ελληνικό κινηματογράφο και τους Έλληνες σκηνοθέτες. Γιατί η Έλληνες σκηνοθέτες οι κινηματογραφικοί, έχουν όραμα και πολύ καλή εκπαίδευση. Αλλά η παραγωγή στον κινηματογράφο δεν βοηθάει πολύ και κάνει τα πράγματα δύσκολα. Επειδή ο κινηματογράφος στην Ελλάδα δεν είναι βιομηχανία όπως είναι έξω, έχει πάρα πολύ καλές δουλειές αλλά είναι μια δύο στα τελευταία 5, 6 χρόνια. Είναι παράδειγμα ο Γιώργος Λάνθιμος ο οποίος εδώ δεν μπορούσε να ανθήσει ο άνθρωπος. Αυτό καταλαβαίνω. Πολύ λίγος κόσμος δυστυχώς επενδύει στον κινηματογράφο στην Ελλάδα.

Ποια είναι η δική σας Θεσσαλονίκη;

Για εμένα η Θεσσαλονίκη ήταν η «έξοδος» μου. Εγώ μεγάλωσα στη Ρόδο αλλά μετά την πέμπτη δημοτικού διαπίστωσα ότι δεν με χωράει ο τόπος. Ήταν τότε που το καλλιτεχνικό κομμάτι είχε αρχίσει να βαράει λίγο κόκκινα μέσα μου. Έτσι κατάλαβα στο γυμνάσιο ότι δεν έχω μέλλον ως καλλιτέχνης σε ένα νησί που έχει ως προτεραιότητά του τον τουρισμό. Οπότε ήθελα να φύγω από εκεί. Πολλές πιθανότητες τότε να περάσω κάπου δεν είχα, οπότε συμφώνησα με τους γονείς μου ότι θα περάσω σε κρατική σχολή και δε θα πληρώσουν τίποτα. Όταν λοιπόν έδωσα στο κρατικό, θυμάμαι ότι από την λύσσα μου να περάσω, τελικά πέρασα πρώτος. Πήρα μάλιστα και μία υποτροφία. Όταν βρέθηκα με τις βαλίτσες στην Ροτόντα, θυμάμαι ότι είπα πως τώρα είμαι ελεύθερος. Οπότε τα τρία χρόνια της σχολής για εμένα ήταν η απόλυτη ελευθερία αλλά και η δουλειές που έκανα μετά, όταν ανέβηκα καλοκαίρια μερικές φορές. Η Θεσσαλονίκη για εμένα είναι δεύτερο σπίτι. Μάλιστα έχω και ένα φιλικό μου ζευγάρι εκεί και νιώθω πολύ ζεστά στην πόλη. Εννοείται ότι την έχω περπατήσει όλη και την ξέρω από έξω και ανακατωτά.

Αν έπρεπε με τρεις λέξεις να συστήσετε τον Γιώργο σε κάποιον που δεν σας ξέρει, ποιες θα ήταν αυτές;

Γενναιόδωρος, ευαίσθητος (αλλά όχι με την καλή έννοια, γιατί παρά είμαι ευαίσθητος) και αυστηρός με τον εαυτό μου.

*Ο Άρης Μπινιάρης καταπιάνεται πρώτη φορά με την αρχαία κωμωδία και, λίγο πριν την επιστροφή του στην Επίδαυρο (μετά τους «Πέρσες» και τον «Προμηθέα Δεσμώτη»), έρχεται με τους “Όρνιθες” του Αριστοφάνη στη Θεσσαλονίκη, στο Ανοιχτό Θέατρο Συκεών «Μάνος Κατράκης» τη Δευτέρα 15 και την Τρίτη 16 Ιουλίου.

Στην κορυφαία αυτή κωμωδία, αν και η πλοκή είναι φανταστική, η θεματική είναι αληθινή και ουσιώδης: οι «Όρνιθες» παρουσιάζουν μια καινούρια αρχή, η οποία πρέπει να γίνει έξω από την ανθρώπινη κοινωνία, μακριά από τον κορεσμό, την παρακμή και τη διαφθορά.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και ο Γιώργος Χρυσοστόμου στους ρόλους του Πεισθέταιρου και του Ευελπίδη, μαζί με μία πλειάδα εξαιρετικών ηθοποιών: Μιχάλης Βαλάσογλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Θανάσης Ισιδώρου, Τάσος Κορκός, Κώστας Κορωναίος, Σοφία Κουλέρα, Αυγουστίνος Κούμουλος, Μαρία Κυρώζη, Ερρίκος Μηλιάρης, Μάριος Παναγιώτου, Κυριάκος Σαλής, Αλεξία Σαπρανίδου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Ειρήνη Τσέλλου, θα προσπαθήσουν να ιδρύσουν τη δική τους ιδανική πολιτεία στους αιθέρες μακριά από τους ανθρώπους.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα