Βιβλίο

Ξενοφών Κοντιάδης: «Ανθρωπάκια σαν άλλοι δωσίλογοι δεν έχουν εξαφανιστεί, κυκλοφορούν ανάμεσά μας»

Ο συγγραφέας του βιβλίου «Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι» μιλά στην Parallaxi για το όνειρο της Λαοκρατίας που μετατράπηκε σε εφιάλτη του εμφυλίου

Χάρης Δημαράς
ξενοφών-κοντιάδης-ανθρωπάκια-σαν-άλ-1491396
Χάρης Δημαράς
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

«Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι». Το βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη, συγγραφέα και Συνταγματολόγου, Καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, σε συνεπαίρνει από την πρώτη στιγμή.

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, προϊόν έρευνας του συγγραφέα, δοσμένα με στοιχεία μυθοπλασίας.

Δύο διακεκριμένοι γιατροί της προπολεμικής Ελλάδας, ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος και ο Πέτρος Κόκκαλης. Δύο ιδεολογίες, δύο στρατόπεδα, δύο διαφορετικές αποφάσεις. Πολλά διλήμματα και αντιφάσεις. Ο μεν Λογοθετόπουλος υπήρξε πρωθυπουργός της ναζιστικής κατοχικής κυβέρνησης ως διάδοχος του Τσολάκογλου, ο δε Κόκκαλης, παρ΄ότι προερχόμενος από άλλη πολιτική αφετηρία, μέλος της Κυβέρνησης του Βουνού, στον ΕΛΑΣ και μετέπειτα στο ΔΣΕ.  Και ο Ξενοφών Κοντιάδης, επίσης γιατρός της εποχής, παππούς του συγγραφέα, σύζυγος της κόρης του Λογοθετόπουλου, που χάνει τη ζωή του από εχθρικά πυρά.

Ο συγγραφέας Ξενοφών Κοντιάδης κάνει κάτι μαγικό. Φέρνει την ιστορία μπροστά σου, μέσα από την αφήγηση των πρωταγωνιστών, τη στιγμή που τη ζουν. Είναι εντυπωσιακό το πώς καταφέρνει να σε κάνει «μάρτυρα» μέσα από μια μεστή από ιστορικά και προσωπικά στοιχεία. Αλλά κάνει και μια προσωπική υπέρβαση. Διηγείται την ιστορία του προπάππου του, που υπήρξε δωσίλογος, καταφέρνοντας να πάρει την απαραίτητη απόσταση, παρουσιάζοντας τη σκέψη του, ταυτόχρονα χωρίς όμως να τον αθωώνει για τον δωσιλογισμό του.

Και καταπιάνεται με όλα όσα όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί, ξαναδιαβάζοντας πια με… άλλο μάτι πια την Ιστορία. Τελικά τι είναι ο άνθρωπος; Μια μαριονέτα που την τραβούν από το κορδόνι; Ή κύριος για τις επιλογές του; Και ο ρόλος του τυχαίου;

Ο Κοντιάδης δίνει απαντήσεις που προσωπικά με έκαναν να θεωρώ ότι είμαι τυχερός που συνομίλησα μαζί του.

Κ. Κοντιάδη, πολλές φράσεις και εικόνες μου ‘έμειναν’ διαβάζοντας το βιβλίο σας, αλλά αυτό που σκέπτομαι περισσότερο είναι το: ‘Από το όνειρο της Λαοκρατίας στον εφιάλτη του Εμφυλίου’. Τελικά, πόσο απέχει το όνειρο από έναν εφιάλτη;

«Από το όνειρο της Λαοκρατίας στον εφιάλτη του Εμφυλίου η απόσταση αποδείχτηκε πως ήταν μόλις ένα βήμα. Το βήμα αυτό είναι τα Δεκεμβριανά. Το όνειρο της Λαοκρατίας, μιας κοινωνίας ισότητας και δικαιοσύνης που γεννήθηκε στα βουνά της Αντίστασης, μετατράπηκε στον εφιάλτη του Εμφυλίου και του μετεμφυλιακού κράτους, επειδή η απόλυτη πίστη σε μια ιδέα μπορεί εύκολα να εκτραπεί σε απόλυτο φανατισμό. Όταν ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα», το όνειρο αρχίζει να τρέφεται με τις σάρκες εκείνων που υποτίθεται ότι θα έσωζε».

Ένα στοιχείο που κατά τη γνώμη μου ξεχωρίζει και κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την αφήγηση στο βιβλίο σας είναι η εναλλαγή των αφηγητών. Είναι μια επιλογή που συνέβη για να συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης την ‘υποκειμενικότητα’ της διαφορετικής οπτικής γωνίας της εκάστοτε πλευράς; Άρα, στην Ιστορία, κάθε πλευρά μπορεί να έχει τα δίκια της, τα άλλοθι ή τις δικαιολογίες της; Πόσο αυστηροί ή επιεικείς κριτές πρέπει να είναι οι Ιστορικοί;

«Η επιλογή της εναλλαγής των αφηγητών έγινε ακριβώς για να αναδειχθεί η υποκειμενικότητα του βιώματος. Ήταν κρίσιμο για την κατανόηση των χαρακτήρων και της συνθήκης να αναδειχθεί πως ο Λογοθετόπουλος δεν έβλεπε τον εαυτό του ως προδότη, αλλά ως «σωτήρα» που θυσιάστηκε για να διαχειριστεί το «μικρότερο κακό». Από την άλλη, ο Κόκκαλης έβλεπε μια ιστορική νομοτέλεια για την απελευθέρωση του ανθρώπου.  Στην Ιστορία, κάθε πλευρά έχει τα ελατήρια, τα κίνητρα και τα άλλοθί της, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ταυτίζονται με το «δίκαιο».

Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στην κατανόηση και στη δικαιολόγηση. Ο απολογισμός 80 χρόνια μετά δεν πρέπει να γίνεται ούτε από τυφλούς δικαστές που μοιράζουν ποινές με τα σημερινά κριτήρια, ούτε όμως και από απαθείς καταγραφείς που εξισώνουν τα πάντα. Η ακρίβειά τους πρέπει να εστιάζει στον αντίκτυπο των πράξεων του υποκειμένου για το κοινωνικό σύνολο και την εξέλιξη της Ιστορίας. Η υποκειμενικότητα των κινήτρων του Λογοθετόπουλου, όποια κι αν ήταν τελικά, δεν αναιρεί το αντικειμενικό γεγονός ότι η κυβέρνησή του υπηρέτησε τον ναζισμό».

Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων ο αναγνώστης συμπαθεί ή αντιπαθεί περισσότερο τη μία ή την άλλη πλευρά. Το προσωπικό στοιχείο του καθένα, η προσωπική του ιστορία, αλλοιώνει καθόλου ή μετριάζει, κατά έναν τρόπο, την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να κρίνουμε έναν άνθρωπο, ακόμη κι όταν αυτός υπήρξε δωσίλογος;

«Η απάντηση κρύβεται σε μια λεπτή, αλλά καθοριστική διάκριση: η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου μετριάζει την απλοϊκότητα με την οποία τον κρίνουμε, αλλά δεν πρέπει να αλλοιώνει την αυστηρότητα της τελικής μας κρίσης. Όταν εξετάζουμε τον δωσιλογισμό ψυχρά, είναι εύκολο να αντιμετωπίσουμε τον δωσίλογο ως ένα «τέρας», μια καρικατούρα του απόλυτου κακού. Αυτό μας προσφέρει μια ανακουφιστική, αλλά ψευδή ασφάλεια.

Μας επιτρέπει να πιστεύουμε ότι το κακό αφορά μόνο κάποιους «άλλους», γενετικά ή ηθικά διεστραμμένους. Όταν όμως η μυθοπλασία ή η βιογραφία φωτίζει την προσωπική ιστορία του Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου –τη σπουδαία επιστημονική του προσφορά στην Ιατρική, τις καθημερινές του αγωνίες, τον φόβο του για το χάος, τη ματαιοδοξία του– ο αναγνώστης παύει να βλέπει ένα τέρας. Βλέπει έναν άνθρωπο.

Αυτό θα μετριάσει την αυστηρότητά του; Όχι, απορρίπτει όμως την υπεραπλούστευση. Οδηγεί τον αναγνώστη να συλλογιστεί πως ο δωσιλογισμός δεν ήταν πάντα το αποτέλεσμα μιας σαδιστικής φύσης, αλλά συχνά προϊόν της δειλίας, της πολιτικής μυωπίας, του ταξικού μίσους και του καιροσκοπισμού. Η κατανόηση της προσωπικής διαδρομής κάνει την κρίση μας πιο σύνθετη, όχι πιο επιεική.

Υπάρχει μια βασική ψυχαναλυτική αρχή: όσο περισσότερο γνωρίζεις το παρασκήνιο της ζωής κάποιου, τόσο περισσότερο τείνεις να αναπτύξεις μια μορφή ενσυναίσθησης, ακόμα και συμπάθειας. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο ρίσκο για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Η ανάδειξη του προσωπικού στοιχείου δεν επιδιώκει να προσφέρει άλλοθι, αλλά να δείξει τη «μηχανική» της πτώσης.

Το ότι ο Λογοθετόπουλος είχε μια συγκλονιστική προσωπική διαδρομή ή ότι πίστευε πως μετρίαζε το κακό, δεν αναιρεί και τις συνέπειες των πράξεών του. Ένας πνευματικός άνθρωπος που γνωρίζει το βάρος των αποφάσεων, κρίνεται τελικά από το αποτύπωμά του στην Ιστορία. Και το αποτύπωμα της κατοχικής του πρωθυπουργίας ήταν η νομιμοποίηση της βαρβαρότητας, οι εκτελέσεις και η πείνα.

Αν το προσωπικό στοιχείο παρασύρει τον αναγνώστη στο να «συγχωρήσει» πολιτικά εγκλήματα επειδή ο δράστης ήταν «ένας καλός οικογενειάρχης» ή «ένας λαμπρός επιστήμονας», τότε η Ιστορία μετατρέπεται σε μελόδραμα και χάνει την όποια παιδευτική της αξία.

Κι αν ο αναγνώστης νιώσει μια στιγμιαία «συμπάθεια» ή κατανόηση για τον αρνητικό πρωταγωνιστή, αυτή η συμπάθεια δεν λειτουργεί ως συγχωροχάρτι, αλλά ως καθρέφτης.

Το πραγματικό ερώτημα που γεννιέται δεν είναι μήπως ο Λογοθετόπουλος δεν ήταν τόσο κακός, αλλά κάτι πολύ πιο σκοτεινό: Η προσωπική ιστορία αφαιρεί από πάνω μας την έπαρση του αλάνθαστου κριτή και μας εξοπλίζει με απόλυτη επίγνωση του πόσο εύκολα η ανθρώπινη φύση μπορεί να διαβρωθεί όταν οι συνθήκες αγριέψουν».

Δωσίλογοι

Επιλέξατε να αφηγηθείτε ουσιαστικά την ιστορία δύο προσώπων, του Πέτρου Κόκκαλη και του προπάππου σας, Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου, δύο επιφανών γιατρών της εποχής που όμως τη δύσκολη στιγμή διάλεξαν διαφορετικά στρατόπεδα. Παράλληλα μάθαμε και την ιστορία του παππού σας, Ξενοφώντα Κοντιάδη. Πόσο εύκολο είναι να εξιστορεί κάποιος γεγονότα που αφορούν την οικογένειά του και πόσο θάρρος αλλά και ειλικρίνεια χρειάζεται όταν αναδεικνύεται μέσα από αυτό ο δωσιλογισμός ενός συγγενή του;

«Δεν είναι καθόλου εύκολο. Χρειάζεται μια επώδυνη, σχεδόν χειρουργική αποστασιοποίηση. Όταν ανακαλύπτεις ότι στο ίδιο γενεαλογικό δέντρο, συνυπάρχει ο παππούς σου που υπήρξε βαθιά αντιναζιστής και σκοτώθηκε από τους ναζί αγωνιζόμενος μέχρι την τελευταία στιγμή, και ο προπάππος σου κατοχικός πρωθυπουργός, η Ιστορία παύει να είναι μελάνι σε χαρτί ή μία λευκή σελίδα του υπολογιστή. Γίνεται οικογενειακό τραπέζι.

Το να γράψεις για τον δωσιλογισμό του προγόνου σου προϋποθέτει το θάρρος να κοιτάξεις τον καθρέφτη και να μην σπάσεις το είδωλο. Η ειλικρίνεια εδώ δεν είναι λογοτεχνική αρετή, αλλά ηθική υποχρέωση. Αν κρύψεις τη σκιά του δικού σου ανθρώπου, δεν έχεις το δικαίωμα να κρίνεις τη σκιά κανενός άλλου».

Αν είχατε σήμερα μπροστά σας τον Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο και τον Πέτρο Κόκκαλη τι θα τους λέγατε ή τι θα τους ρωτούσατε;

«Αν τους είχα απέναντί μου, στο ίδιο δωμάτιο, νομίζω πως το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης θα καλυπτόταν από μια βαριά, ηλεκτρισμένη σιωπή.

Δεν θα είχε νόημα να κουνήσω το δάχτυλο ως δικαστής του μέλλοντος. Η ίδια η Ιστορία το έχει κάνει. Θα τους αντιμετώπιζα ως δύο κορυφαίους επιστήμονες που, μπροστά στο απόλυτο υπαρξιακό δίλημμα, τράβηξαν το σκοινί προς τις δύο αντίθετες άκρες της ανθρώπινης συνθήκης. Θα επιχειρούσα να αναδείξω την τραγική ειρωνεία των επιλογών τους, φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με το τελικό αποτέλεσμα της διαδρομής τους.

Επομένως, οι ερωτήσεις μου θα ήταν περισσότερο υπαρξιακές, εστιάζοντας στη στιγμή που η θεωρία τους συγκρούστηκε με την πραγματικότητα.

Τον Λογοθετόπουλο θα τον κοιτούσα, προσπαθώντας να διακρίνω, αν πίσω από τη μάσκα του εγωισμού υπήρχε έστω και μια χαραμάδα συνειδητοποίησης. Θα του έδειχνα τις φωτογραφίες των εκτελεσμένων της Καισαριανής, τα έγγραφα των γερμανικών αρχείων και τις φωτογραφίες των σκελετωμένων παιδιών από τον λιμό της Αθήνας.

Ίσως τον ρωτούσα το εξής: «Επικαλέστηκες μέχρι τέλους τη θεωρία του “μικρότερου κακού”. Πίστεψες ειλικρινά ότι ένας επιστήμονας του δικού σας βεληνεκούς μπορούσε να καθίσει στο τραπέζι με το Απόλυτο Κακό, να διαπραγματευτεί μαζί του και να βγει αλώβητος; Όταν υπέγραφες τα κατοχικά διατάγματα, την ώρα που η Αθήνα πέθαινε από την πείνα και οι πατριώτες εκτελούνταν, δεν αντιλαμβανόσουν ότι πρόσφερες στους ναζί ένα άλλοθι νομιμοποίησης για να συνεχίσουν τα εγκλήματά τους; Άξιζε, τελικά, η ματαιοδοξία της πρωθυπουργικής καρέκλας το τίμημα να μετατραπείς σε μια τραγική φιγούρα της Ιστορίας;»

Η ερώτηση προς τον Κόκκαλη νομίζω πως θα είχε το βάρος μιας βαθιάς, σχεδόν μελαγχολικής, αναζήτησης για το κόστος της ουτοπίας.

Θα του έδειχνα την τροπή που πήρε ο Εμφύλιος, τις εκτελέσεις των συντρόφων του, τις εξορίες, τις διώξεις, αλλά και την κατοπινή σκληρή γραμμή της ηγεσίας του ΚΚΕ, στην οποία παρέμεινε πιστός.

Θα τον ρωτούσα, αν όταν εγκατέλειπε την άνετη ζωή και τη λαμπρή επιστημονική και ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του για το όνειρο της Λαοκρατίας, φανταζόταν ποτέ ότι αυτό το όνειρο θα γεννούσε έναν αδυσώπητο εφιάλτη, που μας κατατρέχει μέχρι σήμερα; Πώς άντεξε να βλέπει τα ιδανικά της Αντίστασης να συνθλίβονται στα εγκλήματα των κομματικών εκκαθαρίσεων και των γεωπολιτικών παιχνιδιών της Μόσχας; Αν είχε διαγνώσει ότι το Βουνό θα οδηγούσε τη μισή Ελλάδα κυνηγημένη και στην προσωπική του μόνιμη εξορία, τελικά θα ξαναέπαιρνε τον ίδιο δρόμο της ρήξης;

Και τελικά, το πιο ουσιαστικό: δεν θα περίμενα να απαντήσουν σε μένα. Θα τους ζητούσα να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον. Θα τους ρωτούσα αν συνειδητοποιούν ότι, ξεκινώντας από τα ίδια αμφιθέατρα και φορώντας την ίδια ιατρική ποδιά, έγιναν οι ίδιοι τα δύο απόλυτα, αντιπροσωπευτικά σύμβολα-ανθρωπότυποι, πώς μια κοινωνία πορεύεται διχασμένη με ένα συλλογικό τραύμα που αιμορραγεί με κάθε νέα κρίση».

Κοντιάδης

«Μαριονέτες είμαστε που τις τραβούν από το κορδόνι». Μια υπέροχη φράση του Μπύχνερ που ξεχωρίζει στο βιβλίο σας. Ποιος είναι ο ρόλος της τύχης, της μοίρας, αλλά και της επιλογής στις ζωές μας; Ειδικά σε μια ταραχώδη περίοδο, όπως ήταν η μεσοπολεμική, η πολεμική, αλλά και η εμφυλιακή, μπορείς να γίνεις κομμουνιστής ή εθνικοσοσιαλιστής χωρίς ουσιαστικά να το συνειδητοποιήσεις;

«Με αυτή τη φράση του Μπύχνερ από τον «Θάνατο του Δαντόν» που αναφέρω στο βιβλίο, ήθελα να περιγράψω την τρομακτική πίεση εκείνων των ακραίων συνθηκών.

Σε τέτοιες περιόδους, οι άνθρωποι συχνά επιλέγουν πλευρά από καθαρή τυχαιότητα. Ίσως επειδή βρέθηκαν στο λάθος χωριό τη λάθος στιγμή, επειδή ο αδερφός τους ήταν στην αντίθετη πλευρά, επειδή η πείνα τους έσπρωξε κάπου. Ωστόσο έρχεται μια στιγμή που το κορδόνι της μαριονέτας χαλαρώνει. Εκεί αναδύεται η επιλογή. Ο Κόκκαλης και ο Λογοθετόπουλος είχαν το υπόβαθρο και τη διανοητική και υλική επάρκεια για να κάνουν την επιλογή τους».

Τι θα λέγατε σε όσους τη σημερινή περίοδο επιχειρούν να εξισώσουν τον κομμουνισμό με το φασισμό;

«Σε όσους επιχειρούν σήμερα αυτή την ισοπέδωση, η απάντηση βρίσκεται στις μήτρες των δύο ιδεολογιών. Ο φασισμός/ναζισμός έχει στον πυρήνα του τον αποκλεισμό, τον ρατσισμό και τη φυσική, πνευματική και ηθική εξόντωση του «διαφορετικού» ως καταστατική αρχή.

Ο κομμουνισμός, ως θεωρητική αφετηρία, γεννήθηκε από το όνειρο της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης, ακόμη κι αν στην ιστορική του εφαρμογή οδήγησε σε ολοκληρωτικά ή αυταρχικά καθεστώτα. Η εξίσωσή τους στερείται ιστορικού βάθους και εξυπηρετεί μόνο σύγχρονες επικοινωνιακές σκοπιμότητες».

Τα τελευταία χρόνια το θέμα των δωσίλογων αποτελεί αντικείμενο κι άλλων βιβλίων όπως για παράδειγμα του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, που έτυχε μεγάλης αποδοχής. Θεωρείτε πως ήταν ένα ζήτημα ταμπού, για το οποίο οι ιστορικοί σκόπιμα δεν μιλούσαν επί χρόνια και επιτέλους άνοιξε ο ασκός του Αιόλου ή ήταν άλλοι οι λόγοι της σιωπής;

«Το γεγονός ότι επιστημονικά βιβλία όπως του Χαραλαμπίδη ή το δικό μου μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα συναντούν τέτοια αποδοχή δείχνει ότι η κοινωνία είναι πλέον ώριμη. Η σιωπή των προηγούμενων δεκαετιών δεν ήταν σκόπιμη συνωμοσία των ιστορικών, αλλά μια συλλογική ανάγκη για επιβίωση.

Το μετεμφυλιακό κράτος ενσωμάτωσε τους δωσίλογους στους μηχανισμούς του για να πολεμήσει τον κομμουνισμό και οι οικογένειες έκλεισαν τα στόματα για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί στο ίδιο χωριό. Χρειάστηκε να περάσουν 80 χρόνια, να φύγουν οι φυσικοί πρωταγωνιστές, για να μπορέσουμε να κοιτάξουμε το ‘τέρας’ στα μάτια χωρίς να φοβόμαστε ότι θα μας κατασπαράξει».

Τα λάθη της ηγεσίας του ΚΚΕ που περιγράφονται θεωρείτε πως είναι ένα ταμπού για τους αριστερούς σήμερα; Πόσο διαφορετική θα ήταν η Αριστερά σήμερα στην Ελλάδα αν είχαν αποφευχθεί; Θεωρείτε πως ως ένα βαθμό οι ονειροπόλοι αγωνιστές εξαπατήθηκαν από την ηγεσία τους;

«Τα λάθη της ηγεσίας του ΚΚΕ παραμένουν ταμπού για ένα μέρος της παραδοσιακής Αριστεράς, αλλά πλέον συζητιούνται ανοιχτά. Αν είχαν αποφευχθεί, η Ελλάδα ίσως είχε γλιτώσει το αιματοκύλισμα του Εμφυλίου και η Αριστερά να είχε ενσωματωθεί ομαλά στο πολιτικό σύστημα, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας στέρεης δημοκρατίας.

Οι ονειροπόλοι αγωνιστές της βάσης πράγματι προδόθηκαν, όχι απαραίτητα με την έννοια της δόλιας εξαπάτησης, αλλά επειδή οι θυσίες τους έγιναν νόμισμα εξαργύρωσης στη γεωπολιτική σκακιέρα των ηγεσιών. Μήπως αυτή δεν ήταν η μοίρα χιλιάδων αριστερών; ‘Πάντα γελαστοί και γελασμένοι’ έγραψε ο Άλκης Αλκαίος».

Η Κυβέρνηση του Βουνού μπορεί να αποτελεί ένα υπόδειγμα έντιμης διακυβέρνησης ή είναι μια ουτοπία, που θα ήταν άτοπο σήμερα να τη χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα;

«Δεν ήταν μια τέλεια ουτοπία, αλλά διέθετε στοιχεία που θα μπορούσαν να είναι υποδείγματα κρατικής οργάνωσης: λαϊκή δικαιοσύνη, ισότητα των φύλων, αποκέντρωση. Μην ξεχνάμε πως η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης έλκει τις αναφορές της από την Επανάσταση και τα δημοκρατικά Συντάγματα του 1821, ψήφισε τις πρωτοπόρες συντακτικές πράξεις της με βάση τις δημοκρατικές διαδικασίες, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και μια προοδευτική νομοθεσία για την εποχή, πολύ πριν θεσμοθετηθούν 40 χρόνια αργότερα στο επίσημο ελληνικό κράτος.

Σήμερα η χρήση της ως αυτούσιου παραδείγματος είναι άτοπη, αλλά η φιλοσοφία της –η συμμετοχή του πολίτη στα κοινά σε στιγμές που το επίσημο κράτος τον έχει εγκαταλείψει– παραμένει ζωντανή. H ικανοποίηση της συλλογικής συμμετοχής και η ενίσχυση των κοινοτήτων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας κοινωνίας που υπηρετεί το κοινό καλό».

Ο διχασμός θεωρείτε πως είναι ένα χαρακτηριστικό γραμμένο στο DNA των Ελλήνων ή είναι υπερβολικό αυτό; Ποια η επίδραση της διαμάχης βενιζελικών-αντιβενιζελικών σε όσα συνέβησαν αργότερα επί Κατοχής αλλά και στον Εμφύλιο;

«Νομίζω πως όχι, το DNA είναι βιολογία, όχι μοίρα. Ο διχασμός είναι ιστορικό και κοινωνικό προϊόν. Ο Εθνικός Διχασμός ήταν το ακριβές καλούπι πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε ο κατοχικός και ο εμφυλιακός διχασμός. Οι παλιές βεντέτες, οι προσωπικές αντιπαλότητες και οι αναπόφευκτοι και διαχρονικοί ταξικοί διαχωρισμοί βρήκαν στις νέες ιδεολογίες την τέλεια βάση για να συνεχιστούν με ακόμα πιο άγριο τρόπο».

Η εθνική συμφιλίωση είναι ένα ζητούμενο ακόμη και σήμερα;

«Επισήμως, η εθνική συμφιλίωση στην Ελλάδα ολοκληρώθηκε το 1982 με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και το 1989 με την επίσημη εξαφάνιση των συνεπειών του Εμφυλίου. Όμως, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η εθνική συμφιλίωση παραμένει σε ένα βαθύ, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο, ένα διαρκές ζητούμενο. Δεν πολεμάμε πλέον με όπλα, αλλά με τις λέξεις, τις ταμπέλες και τα ψηφιακά μας χαρακώματα».

Η ιστορία είναι καλό να εξετάζει τα γεγονότα όταν αυτά συμβαίνουν για να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες που έλαβαν χώρα ή μετά από χρόνια, παρ’ ότι μπορεί να μην είναι νωπές οι μνήμες όσων έχουν συμβεί;

«H απάντηση στο αν η Ιστορία πρέπει να γράφεται «εν θερμώ» δεν είναι μονοσήμαντη. Κάθε προσέγγιση προσφέρει κάτι διαφορετικό. Η μελέτη «εν θερμώ» έχει το πλεονέκτημα της αυθεντικότητας του βιώματος. Καταγράφει τον φόβο, το κλίμα της εποχής, τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας που αργότερα ξεθωριάζουν.

Όμως η Ιστορία που γράφεται τη στιγμή της κρίσης δεν είναι ακριβώς Ιστορία, αλλά χρονικό ή δημοσιογραφική καταγραφή. Απουσιάζει η προοπτική, η κριτική και συγκριτική ανάλυση. Οι πρωταγωνιστές είναι άμεσα εμπλεκόμενοι και επηρεασμένοι από το πάθος, το συμφέρον ή τον φόβο της στιγμής και η προσφυγή στην αντικειμενική αλήθεια αδύνατη.

Από την άλλη πλευρά, η μελέτη από χρονική απόσταση είναι η στιγμή που η μνήμη υποχωρεί για να δώσει τη θέση της στην επιστήμη και τη μεθοδική, πολυδιάστατη ανάλυση. Όταν οι φυσικοί πρωταγωνιστές έχουν φύγει από τη ζωή, το συναισθηματικό φορτίο ατονεί.

Τότε ανοίγουν τα κρατικά και διπλωματικά αρχεία, αποκαλύπτονται μυστικές συμφωνίες και κρυμμένες μαρτυρίες, ώστε να δούμε τη «μεγάλη εικόνα» και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας απόφασης για να οδηγηθούμε στη συνειδητοποίηση πως οι άνθρωποι διαχρονικά είναι μαριονέτες στα σχέδια των ισχυρών.

Ελάχιστοι κατάφεραν να σπάσουν αυτή τη νομοτέλεια και αξίζουν να τους μνημονεύουμε. Τελικά, η Ιστορία χρειάζεται και τα δύο. Χρειάζεται τα νωπά τεκμήρια της εποχής ως πρώτη ύλη, αλλά απαιτεί την απόσταση του χρόνου για να τα αναλύσει με ψυχραιμία, αντικειμενικότητα και νηφαλιότητα».

Ο Ιστορικός Αναθεωρητισμός θεωρείτε πως είναι αναγκαίος και σε ποιον βαθμό για να αποκατασταθούν ιστορικοί μύθοι και αδικίες, αλλά και πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει αν χρησιμοποιηθεί από λαϊκιστές ηγέτες;

«Ο όρος ‘αναθεωρητισμός’ συχνά παρερμηνεύεται και τρομάζει. Στην πραγματικότητα, όμως, έχει δύο αντίθετες εκδοχές. Ο επιστημονικός αναθεωρητισμός ως αναγκαιότητα: στην επιστήμη της Ιστορίας, ο αναθεωρητισμός δεν είναι απλώς αναγκαίος, αλλά η ίδια η φύση της επιστήμης.

Η Ιστορία δεν είναι θεολογικό δόγμα γραμμένο σε πέτρα. Όταν ανακαλύπτονται νέα αρχεία, όταν έρχονται στο φως άγνωστα έγγραφα, ο ιστορικός οφείλει να αναθεωρήσει τις παλιές του βεβαιότητες. Αυτός ο αναθεωρητισμός είναι υγιής, γιατί αποδομεί τους εθνικούς μύθους, αποκαθιστά αδικίες, φωτίζει τις «γκρίζες ζώνες» –όπως το αποσιωπημένο ζήτημα του δωσιλογισμού– και μας φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια.

Ο κίνδυνος ξεκινά όταν η αναθεώρηση δεν γίνεται με επιστημονικά κριτήρια, αλλά με πολιτική σκοπιμότητα. Λαϊκιστές ηγέτες, οργανικοί διανοούμενοι και ιδεολογικά στρατευμένοι επιστήμονες συχνά παρερμηνεύουν το παρελθόν για να νομιμοποιήσουν το παρόν τους.

Απομονώνουν αποσπασματικά γεγονότα, διαστρεβλώνουν τα ιστορικά στοιχεία, που την εποχή του AI και των fake news είναι το μόνο εύκολο, ή καλλιεργούν τη θεωρία των «δύο άκρων» με στόχο να χαϊδέψουν τα αυτιά ενός πολωμένου ακροατηρίου, να αναζωπυρώσουν παλιούς φανατισμούς ή να κατασκευάσουν νέους εχθρούς.

Μια τεκμηριωμένη, πολυφωνική αφήγηση, ακόμη και με τη μορφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος, οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στις δύο αυτές οπτικές. Αναθεωρούμε την Ιστορία όχι για να διαστρέψουμε τα γεγονότα, αλλά για να τα κατανοήσουμε.

Και η μεγαλύτερη άμυνα απέναντι στην εργαλειοποίηση του παρελθόντος από τους λαϊκιστές είναι η εκπαίδευση των πολιτών στην πολυπλοκότητα. Να μάθουν να αναζητούν το πλαίσιο, να διαβάζουν πίσω από τις εύκολες ταμπέλες και να αποδέχονται ότι η Ιστορία, όπως και η ανθρώπινη φύση, έχει και λαμπρές και σκοτεινές σελίδες».

Οι δωσίλογοι είναι «ανθρωπάκια που έτρεξαν για να πάρουν και να ικανοποιήσουν την απληστία τους ή τη μεγαλομανία τους;» Μπορούμε να τους δικαιολογήσουμε για όσα έκαναν, 80 χρόνια μετά; Θα υπήρχαν και σήμερα, αν συνέβαινε κάτι αντίστοιχο;

«Αν συνέβαινε κάτι αντίστοιχο σήμερα, αναμφίβολα θα υπήρχαν πάλι δωσίλογοι, ίσως και πιο απενοχοποιημένοι λόγω της αλλαγής σκυτάλης στην ιδεολογική ηγεμονία και στο marketing της πολιτικής.

Ο δωσιλογισμός δεν ήταν ναζιστικό προϊόν. Αντίθετα, ήταν και είναι η απάντηση της ανθρώπινης απληστίας, του φόβου και της μεγαλομανίας σε συνθήκες ανομίας. Αντίστοιχα «ανθρωπάκια» με αυτά που περιγράφονται στο βιβλίο δεν έχουν εξαφανιστεί, κυκλοφορούν ανάμεσά μας σαν άλλοι δωσίλογοι, έτοιμοι να εκμεταλλευτούν κάθε θεσμική κατάρρευση για την προσωπική τους αναρρίχηση, με οικονομικούς ή πολιτικούς όρους».

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα