Τάκης Σιμώτας: Ο σιωπηλός μύθος πίσω από μεγάλα τραγούδια
Μίλησε ελάχιστες φορές δημόσια, ακόμα λιγότερες στα media. Εδώ σε μια εξομολόγηση ζωής.
EIKONEΣ: Ιωάννης Βανίδης
Το βιογραφικό του εξαιρετικά ολιγόλογο. Ο Τάκης Σιμώτας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και κατοικεί. Έχει εκδώσει τα δοκίμια “Η κρίση της επικής συνείδησης” (Εξάντας, Θεσσαλονίκη 1973), “Ο κυνηγός” (Εξάντας, Αθήνα 1982), “Περί φαντασίας” (Άγρα, Αθήνα, 2009), τη συλλογή ποιημάτων και πεζών “Λοιπός οπλίτης” (Χειρόγραφο, Θεσσαλονίκη, 1991) και το μυθιστόρημα “Ο λάκκος” (Άγρα, Αθήνα 1997).
Του χρωστάμε το ‘’Ραγίζει απόψε η καρδιά’’ (Μπαγλαμαδάκι). Το πιο πρόσφατο βιβλίο ‘’Τα βιβλία που θα γράψω’’ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πανόπτικον. Φίλος στενός του Σαββόπουλου και του Παπάζογλου.
Μίλησε ελάχιστες φορές δημόσια, ακόμα λιγότερες στα media. Εδώ σε μια εξομολόγηση ζωής.
«Γεννήθηκα το 42. Θυμάμαι τριών χρόνων να βγαίνω στη γειτονιά με ένα χωνί και να φωνάζω είμαι η φωνή του Άμ. Εννοώντας τον ΕΑΜ.
Γύριζαν εκείνο τον καιρό στο δρόμο και φώναζαν η φωνή του ΕΑΜ και έτσι το αποτύπωσα. Μέναμε στην Αποστόλου Παύλου, κοντά στο Τουρκικό Προξενείο. Εκεί πέρα, από κάτω είχαμε ένα φούρνο πιάνανε οι αρτεργάτες, πρωί τη δουλειά, τέσσερις, πέντε, παίρνανε μπρος τα μηχανήματα του φούρνου. Πιάνανε τα τραγούδια.
Εγώ ήμουν ακριβώς από πάνω, έπιανα κάποια τραγούδια και τα τραγουδούσα μετά. Και έλεγε η μάνα μου, μην τα τραγουδήσεις έξω αυτά τα τραγούδια, γιατί θα μας στείλουν εξορία.
Το άλλο που θυμάμαι, Καθόμασταν σε σπίτι που ήταν ιδιοκτησία της ισραηλιτικής κοινότητας. Καθόταν πλάι μας ο Ραβίνος με την γυναίκα του. Οι φίλοι μου, μου λέγανε, καλά ακόμα ζεις… Γιατί τότε ακόμα κυκλοφορούσαν φήμες ότι οι Εβραίοι έκαναν απίστευτα πράγματα. Και αναρωτιόμουν πώς λένε οι φίλοι μου τέτοια πράματα.
Το κακό στην πόλη ήρθε ξαφνικά, σαν το τσουνάμι, με τις πολυκατοικίες. Με την αντιπαροχή. Θεωρούσαν ότι είναι πρόοδος. Γιατί τα σπίτια τότε ήταν ξύλινα. Δυο φορές στον χρόνο, κάναμε αγώνα για τους κοριούς.
Βάζαμε τα κρεβάτια έξω. Καίγαμε τις σούστες από κάτω. Υπήρχαν πολλοί ποντίκια. Η γάτα τότε ήταν οικόσιτο ζώο, γιατί είχε να κάνει μια δουλειά. Η δουλειά της δεν ήταν να κάνει παρέα στους ανθρώπους, στους μοναχικούς ανθρώπους.
Αλλά να εξολοθρεύει τα ποντίκια. Κάθε σπίτι είχε γάτα. Εμείς ήμασταν μικροαστοί. Ο πατέρας μου ήταν υδραυλικός. Ο πιο πλούσιος ήταν ο φούρναρης, ο γιος του φούρναρη. Μετά πήγαμε στη Σχολή Τυφλών. Την περιγράφω τη γειτονιά μου στο Λάκκο. Στην οδό Καραϊσκάκη. Η μητέρα μου ήρθε από την Κωνσταντινούπολη. Η γιαγιά μου ήταν από εκεί, από ένα προάστιο. Και ο μπαμπάς μου ήταν από το Βογατσικό.
Εκείνα τα χρόνια μετανάστευαν άνθρωποι στη Κωνσταντινούπολη. Δεν πήγαιναν στη Γερμανία. Αλλά ο πατέρας μου γύρισε εδώ πριν την καταστροφή. Η γιαγιά μου έμενε στην Τούμπα. Εκεί μου έκανε εντύπωση ήταν ότι όλες μαυροφορημένες, όλες χήρες. Ήταν ο δρόμος η Βοσπόρου και στη μέση μια βρύση από την οποία έπαιρναν νερό καμιά εικοσαριά οικογένειας. Πήγαιναν οι νοικοκυρές το πρωί για να γεμίσουν τις στάμνες τους και εγώ ερχόμουν για επίσκεψη και έβλεπα όλες τις γυναίκες μαζεμένες εκεί μαυροφορεμένες και έλεγα «Ποια είναι η γιαγιά μου». Δηλαδή έπρεπε να φτάσω στα δέκα μέτρα για να την καταλάβω. Το τραγούδι μου για τη γιαγιάκα του Παπάζογλου είναι για τη γιαγιά μου.
Επειδή ήμουν κακός μαθητής, ο πατέρας μου είπε «Δεν κάνεις εσύ για δουλειά» και με πήρε στο μαγαζί του. Πήγα στο νυχτερινό. Δούλευα το πρωί στο μαγαζί μου. Στα υδραυλικά και το απόγευμα, το είχα ελεύθερο για να διαβάζω. Τέλειωσα το νυχτερινό, και ω του θαύματος βρέθηκα φοιτητής νομικής. Διάβαζα από μικρός. Από παραμύθια, μετά Ταρζάν, Μικρό ήρωα, η μεγάλη επανάσταση έγινε με τα κλασικά εικονογραφημένα. Μια μέρα μετά τη δουλειά στάθηκα στο βιβλιοπωλείο Ανικούλας στην Καμάρα.

Τα βιβλία είχαν περίπου 10 δραχμές, όσο το σινεμά. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν ο Παίκτης του Ντοστογιέφσκι. Την επόμενη πήγα πήρα και άλλο. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα. Τα χρόνια του πανεπιστήμιου ήταν δύσκολα γιατί πέθανε ο πατέρας μου σε μικρή ηλικία, 55 χρονών.
Ήμασταν οικογένεια με τέσσερα παιδιά και η γιαγιά μας. Πέντε γυναίκες και γω. Ήμουν τυχερός γιατί μέσα σε μία εβδομάδα βρήκα δουλειά. Ήμασταν ξεκρέμαστοι οικονομικά, γιατί η μητέρα μου πήρε σύνταξη μετά από ένα, δύο χρόνια. Δούλεψα στην Τεξάκο, στα πετρέλαια.
Άργησα να πάρω το πτυχίο, γιατί δούλευα κιόλας, χώρια που είχαμε τις διαδηλώσεις και τα πολιτικά. Είχαμε ένα φοιτητικό σύλλογο. Τη Ροτόντα. Οργανώναμε εκδηλώσεις πνευματικού περιεχομένου.
Ερχόταν ο κόσμος. Φίλοι μου ήταν ο Μπάμπης και ο Βασίλης Καλλιπολίτης. Ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ο Βέλτσος που μαζί με τον Σαχίνη και τον Γιάνγκο τον Ανδρεάδη ήταν παρέα μέσα στην παρέα.
Εμείς ήμασταν πιο αριστεροί. Αυτοί είχανε άλλες καταβολές και κοινωνικές. Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα στην κατασκήνωση. Στη Χριστιανική Στέγη Αναλήψης. Ήμασταν και δύο παράξενοι.
Εγώ ήμουν άγνωστος τελείως. Πιο φτωχικά ντυμένος. Απ’ την άλλη ήμουν τελείως άγνωστος. Δεν με ξέρει κανένας εκεί πέρα. Ο Διονύσης φορούσε παπιγιόν. Ξεχωρίζαμε για διαφορετικούς λόγους. Ανόμοιος με ανόμοιόν. Εγώ έπαιζα αρκετό σκάκι τότε. Αυτός έρχονταν και έβλεπε.
Δεν έπαιζες σκάκι. Αρχίσαμε να μιλάμε. Εκεί είχε μια καλή βιβλιοθήκη με αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ήταν το περιβάλλον συντηρητικό τότε. Το ακραίο που έκανα εγώ ως έφηβος ήταν που άρχισα να καπνίζω και να πηγαίνω σε μπιλιαρδάδικα και στα ποδοσφαιράκια.
Η επαφή με τον Σαββόπουλο ήταν αδιάλειπτη όλα αυτά τα χρόνια. Μέχρι τώρα. Για μένα δεν υπήρξε ποτέ ανακόλουθος. Ανακόλουθος ήταν για κάποιους άλλους που τον είχαν κατατάξει με έναν τρόπο. Του είχαν βάλει την ετικέτα και θεωρήσαμε ότι πρόδωσε τις αρχές του.
Μιλήσαμε μια μέρα πριν πεθάνει. Η φιλία αυτή ήταν και μακροχρόνια αλλά και ουσιαστική σε τέτοιες περιπτώσεις στην πορεία διαμορφώνονται και οι προσωπικότητες μας. Γιατί ο ένας επηρεάζει τον άλλον, παραδειγματίζεται από τον άλλον, θέλει να σταθεί στο ύψος του άλλου όλα αυτά τα πράγματα και αυτός είναι έχω στενός φίλος είμαι περήφανος για τους φίλους μου.
Στη δικτατορία δεν έκανα κάτι ηρωικό. Ο Βασίλης ο Καλλιπολίτης και η γυναίκα του η Δώρα πήγαν στην εξορία. Και ο Θεοτόκης ο Ζερβός.
Συνελήφθην μόνο δύο φορές . Όλη μου η ταλαιπωρία ήταν δύο βράδια στο αστυνομικό τμήμα. Την μέρα που έδινα εξετάσεις στον Άρειο Πάγο για τη δικηγορία διακόπηκαν οι εξετάσεις γιατί ήρθε ο Καραμανλής. Τότε κοβόσουν, ήταν αυστηρά. Εδώ τώρα τους περνάνε όλους.
Ακούγεται φασαρία. Όλοι θορυβούνται, οι τρεις δικαστικοί. Γίνεται πάταγος έξω και διακόπηκε η εξέταση. Τα χρόνια της δικηγορίας ήταν διεκπεραιωτικά δεν μου άρεσε καθόλου αυτό το επάγγελμα, παρότι είναι σπουδαίο επάγγελμα.
Δεν ήταν αυτό που θα διάλεγα. Κανονικά ήθελα να γίνω φιλόλογος, ήθελα να σπουδάσω. Αλλά δεν ήξερα ορθογραφία. Έβρισκα διαφυγές πιο δημιουργικές. Ήταν καταρχήν οι παρέες, οι συζητήσεις. Οι παρέες συνεχίστηκαν με τους ίδιους ανθρώπους. Στο χρόνο προστέθηκαν και κάποια παιδιά από την Αθήνα, γιατί για το Διονύση κατέβαινα συχνά στην Αθήνα, γνώριζα ανθρώπους και εκεί. Τον Κώστα Ιορδανίδη και τον Διονύση Καβαθά. Και αυτοί που έχουν πεθάνει. Οι ωσεί παρόντες που λέω. Είναι ο Πέτρος Μοροζίνης, ο Βασίλης Καλιπολίτης και ο Κώστας Σιμόπουλος. Αυτοί είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Αυτό το ονομάζω όλους προνομιακούς συνομιλητές. Δεν μπορείς να μιλήσεις για την απώλεια γιατί σε ξεπερνάει. Ό,τι και να πεις είναι λίγο.
Υπήρχε πνευματική ζωή έντονη στην πόλη. Ο Αναγνωστάκης, ο Αλαβέρας, η Διαγώνιος, τα περιοδικά. Μια φορά με πρωτοπήγαν στον Αναγνωστάκη και μετά πήγαινα συχνά. Μπήκα στην παρέα. Ήταν χιουμορίστας, φιλικότατος. Πηγαίναμε το βράδυ και φεύγαμε το πρωί. Ο Αναγνωστάκης καθόταν σε μια πολυθρόνα, και έγραφε τα κείμενα για την Κριτική. Και ταυτόχρονα συζητούσαμε. Η άλλη μου γνωριμία ήταν ο Αλέξης Ασλάνολογλου. Τον ήξερε ο Διονύσης και ο Μπάμπης τον ξέρανε. Και πηγαίναμε και στο σπίτι του, πηγαίναμε έξω. Φοβερή προσωπικότητα. Όπως εντάσσονταν άλλοι σε κόμματα εμείς στα περιοδικά και τις λογοτεχνικές παρέες. Γνώρισα τον Πίστα, τον Κοκκόλη. Ένας τρόπος να αποκτήσεις υπόσταση σαν διανοούμενος ήταν κασέτα ο Νίκος. Και λέει αυτό θέλει κι άλλα στιχάκια. Ήταν η μελωδία. Είχε φτιάξει τη μελωδία και την είχε ηχογραφήσει. Εκεί επιτόπου το έκανα. Μακάρι και τα άλλα να βγαίνανε τόσο εύκολα. Το άλλο ωραίο τραγούδι που βγήκε έτσι ήταν η γιαγιάκα.
Όταν άρχισα να το ακούω μου φάνηκε περίεργο.. Γιατί αυτό για μένα δεν ήταν να πω ότι έκανα κατόρθωμα. Έγραψα ένα στιχάκι. Μετά αισθάνθηκα περίεργα. Λέω ρε παιδί μου τόσο καλό είναι; Έφτασε να μ’ αρέσει. Το άκουγα και από τους γύφτους στον δρόμο εδώ κάτω. Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να μιλήσω για τους φίλους μου. Γιατί είναι σαν να μιλάς για τη ζωή σου. Συνδιαμορφωνόμαστε με τους φίλους μας. Και όταν μιλάμε για αυτούς είναι σαν να μιλάμε για τους εαυτούς μας. Ο Νίκος μπορούσε να κάνει ότι έβαζε στο μυαλό του. Δεν είχε στούντιο, έφτιαξε στούντιο. Ήθελε να πετάξει, πέταξε. Τη θάλασσα ήθελε να αρμενίσει, αρμένισε.

Την αρρώστια την αντιμετωπίσαμε δύσκολα. Δεν αντιμετωπίζονται τέτοιες αρρώστιες. Στο Χαράτσι το ‘’Μόλις ξυπνήσω το πρωί τα βλέπω όλα μαύρα’’ βγήκε εύκολα. Δηλαδή αμέσως σχεδόν. Του το πήγα δώρο σε μια από τις γιορτές. Σε μια γιορτή του Αγίου Νικολάου. Τον τύλιξα σε μια κόλλα. Έβαλα πάνω ένα φιόγκο και το δώρισα. Το δώρο σου του λέω…
Δεν έγραψα πολλά τραγούδια γιατί δεν είμαι στιχουργός. Απλώς δεν μου βγαίνανε.. Μου προέκυψε τέτοια ευκαιρία. Που ζήτησε δηλαδή η Γλυκερία να φτιάξω τραγούδια. Απλώς δεν μπορούσα. Προσπάθησα να γράψω και δεν μπορούσα. Γράφω συνέχεια. Και αυτό εδώ λέω ότι είμαι γραφιάς. Γιατί γράφω συνέχεια. Γράφω, σβήνω. Δηλαδή αυτοί που γράφουν, πιο πολύ σβήνουν παρά γράφουν. Σβήσε, σβήσε, σβήσε.
Στο τέλος κάτι μένει, έτσι. Μετά πρέπει να εκτιμήσεις ότι αυτό το πράγμα δεν ντρέπεσαι να το βγάλεις έξω, έτσι. Αυτό είναι ένα προσωπικό μέτρο η αυτοκριτική δηλαδή. Όλοι κάνουν αυτοκριτική, έτσι. Εγώ άμα αυτό που έχω γράψει τη μια στιγμή το θεωρώ καλό την άλλη μέρα το σβήνω.
Δεν γίνεται αλλιώς. Άμα θεωρείς την πρώτη φορά που γράφεις κάτι σου αρέσει αυτό. Άμα αρκεστείς σε αυτή την πρώτη αυτή μπορεί να είναι καλό το πιθανότερο είναι πως δεν θα είναι καλό.
Πρέπει κάποιος από αυτούς τους προνομιακούς συνομιλητές μου να αρέσει αυτό που κάνω. Πάντα παίρνεις γνώμη. Το να διαφωνείς με τον εαυτό σου είναι το καλύτερο πράγμα. Η διαφωνία με τον εαυτό σου είναι ένα πρόβλημα που θα το λύσεις εσύ με τον εαυτό σου. Όχι να πάρεις τους άλλους να σου λένε ρε μαλάκα τι κάνεις εδώ ας πούμε. Η δημοσιότητα είναι ένα πράγμα που, τι να πεις για αυτό το πράγμα εγώ δεν μπορώ να πω τίποτα. Ο Διονύσης ήταν το αντίθετο από εμένα ζούσε για τη δημοσιότητα. Εξάλλου άμα ανεβαίνεις στη σκηνή δεν μπορείς να κάνεις και αλλιώς, το έχει το επάγγελμα.
Εγώ ήμουν αριστερός στο πρώτο έτος, που είχα ενταχθεί αυτό η ένταξη κράτησε κανένα εξάμηνο. Κατέρρευσε με τη Χούντα. Μετά τη Χούντα, μετά που βγήκα από τη φυλακή, το πρώτο βράδυ που έμεινα στη φυλακή αισθάνθηκα ότι δεν υπάρχει αριστερά. Ναι, γιατί μας λέγανε τότε, το λέγαμε κι εμείς ότι η Χούντα δεν θα περάσει. Δεν είναι δυνατόν να γίνει τώρα η Χούντα, με τόσο μεγάλο κίνημα κλπ. Διαψεύστηκε αυτό όμως. Αφού έπαψα να θεωρώ τον εαυτό μου αριστερό, δεν είπα είμαι κάτι άλλο. Δεν ταυτίστηκα με τίποτε.

Βλέπω μια διαρκή πτώση από άποψη φρονήματος, ηθικού, ευδαιμονισμού. Δεν υπάρχει κάτι ζωντανό, ας πούμε, στον χώρο το δικό μας.
Όλοι ασχολούνται με τον πολιτισμό. Πού είναι ο πολιτισμός όμως. Γνώρισα πολλούς. Τον Ξυδάκη, το Ρασούλη, το Μάλαμα. Ο Μάλαμας μου αρέσει πάρα πολύ. Αλλά τη νεότερη μου μουσική δεν μπορώ να την κρίνω.
Δεν ξέρω αν μπορώ να μιλάω για πόλη. Όταν θυμάμαι μια φορά ήταν μια παρέα εδώ γνωστών ανθρώπων που λέγανε για την Αθήνα, πόσο έχει κυριαρχήσει η Αθήνα και έχει μετατρέψει τη Θεσσαλονίκη σε επαρχία και μου είπαν ποια είναι η γνώμη σου. Λέω ρε παιδιά η Θεσσαλονίκη είναι κάτι πολύ μεγάλο για μένα. Εγώ είμαι κάτοικος πλατείας Ναβαρίνου. Δεν λέω είμαι κάτοικος Θεσσαλονίκης. Αυτός ο μικρόκοσμος της πλατείας σου δίνει μια ασφάλεια σε σχέση με τη μεγάλη εικόνα η οποία είναι χαοτική. Λίγα μου θυμίζουν την παλιά πόλη, πρέπει να πάω στην Βασιλίσσης Όλγας να βρω κάτι που έγινε όρθιο.

