1 ώρα και 30 λεπτά από τη Θεσσαλονίκη: Μια βόλτα σε μια συνοικία που «αιωρείται» μεταξύ του χτες και του σήμερα
Τα σοκάκια της κρύβουν ιστορίες πάνω από 2.500 χρόνια - Ήρθε η ώρα να τις ανακαλύψεις
Είναι κάποιες γειτονιές ιδιαίτερα στην επαρχία που δεν τις περπατάς απλώς, αλλά τις ζεις όσο είσαι εκεί.
Είναι εκείνη η χαλαρωτική βόλτα που κάνεις μέχρι να επιλέξεις που θα καθίσεις για καφέ ή για φαγητό ή λίγο πριν πάρεις το δρόμο της επιστροφής προσπαθώντας φυσικά να καθυστερήσεις όσο το δυνατόν περισσότερο για να επιστρέψεις στο γκρίζο της πόλης.
Μια τέτοια περίπτωση, είναι και το Βαρόσι της Έδεσσας. Μια συνοικία που μοιάζει να… αιωρείται μεταξύ του χτες και του σήμερα, πάνω από τα νερά και κάτω από τον χρόνο.
Είναι εκεί που τα νερά της Έδεσσας συναντάνε τη μνήμη του Βαροσίου.
Χτισμένο στο χείλος του βράχου το Βαρόσι είναι ο παλαιότερος πυρήνας της πόλης.
Τα λιθόστρωτα σοκάκια, τα μακεδονικά αρχοντικά με τα σαχνισιά και τις κεραμοσκεπές, οι χαμηλές αυλές και οι μικρές πλατείες συνθέτουν ένα σκηνικό που σε κερδίζει με την πρώτη ματιά.
Εκεί δεν υμνείται η αρχιτεκτονική. Είναι απλώς η καθημερινότητα.
Τα σπίτια «κουμπώνουν» το ένα δίπλα στο άλλο και «κουβαλούν» μνήμες και στοιχεία από την οθωμανική και βαλκανική κληρονομιά.
Οι καταρράκτες της Έδεσσας είναι το top αξιοθέατο της περιοχής, αλλά το Βαρόσι είναι η κρυφή ανεξερεύνητη πλευρά της.
Στο Βαρόσι δε θα χρειαστείς χάρτη, αλλά χρόνο για να το περπατήσεις, να το ζήσεις, καθώς κάθε στροφή του κρύβει και μια διαφορετική οπτική και μια θέα προς την πεδιάδα που ανοίγεται διάπλατα.
Το Βαρόσι είναι ο ιδανικός προορισμός για εκείνους που δε θέλουν να ανακαλύψουν απλώς ένα μέρος, αλλά να το αισθανθούν.
Και όταν πάρεις το δρόμο της επιστροφής, σίγουρα ένα κομμάτι σου θα έχει μείνει εκεί, ανάμεσα στην πέτρα και το νερό.

Η εν λόγω συνοικία ανεγνωρίσθη επισήμως ως ιστορικός τόπος και διατηρητέος αρχιτεκτονικός οικισμός δια του χαρακτηρισμού του έτους 1992. Σήμερα, το Βαρόσι τελεί υπό καθεστώς ανάπλασης, με σκοπό την αποκατάσταση και ανάδειξη της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής του ταυτότητας.
Το τοπωνύμιο προέρχεται από την τουρκική λέξη varoş, που σημαίνει «προάστιο – οικισμός εκτός τειχών». Η ίδια η τουρκική λέξη varoş είναι ουγγρικής αρχής, καθώς προέρχεται από το ουγγρικό város «κωμόπολη – πόλη» και αυτό από τη λέξη vár «φρούριο, ακρόπολη».
Η τούρκικη λέξη πέρασε και σε διαλεκτικούς τύπους της ελληνικής: βαρόσι, βαρώσι, βαρούσι.
Η λέξη πέρασε στην τουρκική γλώσσα πιθανότατα στα χρόνια της ακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία είχε κατακτήσει όλη την Βαλκανική, καθώς και μεγάλο τμήμα της Ουγγαρίας (με τη Βουδαπέστη), και το 1529 πολιόρκησε ανεπιτυχώς τη Βιέννη (Α΄ πολιορκία). Η λέξη πέρασε και σε άλλες βαλκανικές γλώσσες (σερβοκροατικά, ρουμανικά, βουλγαρικά) με την σημασία πάντοτε της συνοικίας, της γειτονιά.
Η Έδεσσα ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Μακεδονίας, με έντονη στρατηγική σημασία. Αποτελούνταν από την Άνω Πόλη (Ακρόπολη) και την Κάτω Πόλη, από την οποία οι κάτοικοι μετακινήθηκαν σταδιακά στον βράχο για λόγους ασφάλειας από τα τέλη του 6ου αιώνα.
Μετά την οθωμανική κατάκτηση το 1389, η πόλη επεκτάθηκε πέρα από τα τείχη και διαμορφώθηκε στη σημερινή της μορφή. Το Βαρόσι, η παλαιότερη χριστιανική συνοικία, παρέμεινε σημαντικό τμήμα της πόλης.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Έδεσσα είχε δώδεκα συνοικίες, κυρίως μουσουλμανικές. Καθοριστικό γεγονός για το Βαρόσι υπήρξε η καταστροφή του το 1944 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, κατά την οποία κάηκαν περίπου 400 σπίτια και σημαντικά ιστορικά κτίρια.
Προϊστορικά ευρήματα
Στοιχεία για τον προϊστορικό και πρωτοϊστορικό οικισμό του Βαροσίου προέρχονται από σωστικές ανασκαφές στα διάφορα οικόπεδα. Το παλαιότερο εύρημα ανάγεται στο τέλος της Νεολιθικής-αρχή της Εποχής του Χαλκού και βρέθηκε κατά τη διάρκεια κατασκευής της ξενοδοχειακής μονάδας “Ξενία”. Πρόκειται για αγγεία με αμαυρόχρωμη διακόσμηση. Ευρήματα από την Εποχή του Σιδήρου, όπως όστρακα με αμαυρόχρωμη διακόσμηση και γεωμετρικά σχέδια, βρέθηκαν μαζί με μακεδονικά χαλκά, σε άλλη ανασκαφή (οικόπεδο οδού Αργυρίου Κυτάνου). Εκτός από τα κεραμικά ευρήματα, υπάρχουν και σπανιότερα, όπως τα ασημένια νομίσματα Ηιόνας και Αιγών, που χρονολογούνται στον 5ο αιώνα π.Χ.

Σημαντικά είναι και τα ευρήματα στα νεκροταφεία της αρχαίας Ακρόπολης και του βυζαντινού κάστρου της Έδεσσας. Οι τάφοι είναι πολλών τύπων, λακκοειδείς, κεραμοσκεπείς, ορθογώνιοι, λαξευτοί στο βράχο ή κτιστοί, υπόγειοι λαξευτοί, θαλαμωτοί. Μοναδικός είναι ένας τάφος του τύπου των μακεδονικών, που αποτέλεσε πρότυπο για τους κεραμοσκεπείς τάφους της παλαιοχριστιανικής περιόδου. Στην περίοδο αυτή δε λείπουν και οι τοιχογραφίες από τους τάφους με την παράσταση του χριστιανικού παραδείσου ή του συμβόλου της πίστεως, δηλαδή του σταυρού. Τους νεκρούς στο εσωτερικό των τάφων συνοδεύουν στο αιώνιο ταξίδι τους προσωπικά αντικείμενα, όπως κοσμήματα αλλά και αγγεία για το μεταθανάτιο συμπόσιο ή αγγεία απαραίτητα για το τελετουργικό της ταφής.
Τέλος, δε λείπουν από όλες τις περιόδους οι χαρώνειοι οβολοί για το πέρασμα του Αχέροντα και σπανιότερα οι μικροί νομισματικοί θησαυροί. Τα επιτάφια μνημεία των ελληνιστικών-παλαιοχριστιανικών χρόνων διηγούνται τις μικρές προσωπικές ιστορίες των νεκρών, καθώς διασώζουν τα ονόματα ατόμων ή οικογενειών, τις ηλικίες που έφυγαν από τη ζωή κ.α..
Τα σπίτια με οθωμανικό αποτύπωμα
Χαρακτηριστικά βαλκανικά σπίτια της Τουρκοκρατίας έχουν τρεις ορόφους, το ισόγειό τους αποτελείται από πέτρα και οι όροφοι από «ντολμά μπουλμέ» ή «μπαγδατί». Το ισόγειο και ο όροφος μένουν ανοιχτά προς τις εσωτερικές μικρές αυλές με τη δημιουργία «χαγιατών». Το ισόγειο του παραδοσιακού σπιτιού του Βαροσίου διαθέτει ένα ενδιαφέρον βοτσαλωτό δάπεδο, που εκτείνεται και συνδέεται με την αυλή. Αξιοσημείωτο στοιχείο αποτελεί το παρατηρητέο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης, όπου υπάρχουν κανάλια που μεταφέρουν πόσιμο νερό μέσα στα σπίτια και άλλα κανάλια για την υποβοήθηση των υγρών, με την τελική κατάληξη τους να είναι ο κάμπος.
Η τυπολογία της κάτοψης του σπιτιού χαρακτηρίζεται από τη διάταξη σε σχήμα γάμα, που ορθογωνίζεται με την εσωτερική κλειστή αυλή, όπου βλέπουν τα «χαγιάτια» του α΄ και β΄ ορόφου. Στο ισόγειο οργανώνονται οι βοηθητικοί χώροι, στον α΄ όροφο η χειμερινή διαβίωση με τα τζάκια στους οντάδες, ενώ στον β΄ όροφο η θερινή, όπου το χαγιάτι είναι μεγαλύτερο και αναπτύσσεται στις δύο εσωτερικές όψεις του σπιτιού. Εντοιχισμένα ντουλάπια (μουσάντρες) στα δωμάτια συμπληρώνουν τον εξοπλισμό του.

Τα επίπεδα των σπιτιών συνδέονται με μια ξύλινη σκάλα που ξεκινάει από το ισόγειο και καταλήγει στο χαγιάτι του ορόφου. Σε μερικά σπίτια υπάρχει και δεύτερη σκάλα που ενώνει το χαγιάτι με το δεύτερο όροφο. Επίσης σε πολλές αυλές συναντάμε κτιστή πέτρινη βρύση.
Εξωτερικά, τα σπίτια διακρίνονται από την παρουσία μιας πέτρινης βάσης με περιορισμένο αριθμό ανοιγμάτων, ενώ οιόροφοι παρουσιάζουν προεξοχές (σαχνισιά) και διαθέτουν διάτρητες επιφάνειες με ορθογώνια ξύλινα παράθυρα.

Η καμινάδα προεξέχει από τη μια πλευρά και σχηματίζει ημικυλινδρικό σχήμα. Τα υλικά κατασκευής είναι η πέτρα, εγχώριος πωρόλιθος (πουρόπετρα) το ξύλο και οι πλίνθες. Χαρακτηριστική ήταν η βαριά εξώθυρα από ξύλο, ενισχυμένη με αμπάρες και γυφτόκαρφα διακοσμημένη με ρόπτρα.

Οι εκκλησίες
Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των μεταβυζαντινών εκκλησιών στην περιοχή του Βαροσίου. Στο βόρειο τμήμα διατηρούνται ανακατασκευασμένοι οι ναοί της Υπαπαντής, της Αγίας Παρασκευής, της Αγίας Κυριακής, της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Βασιλείου, καθώς επίσης και το Μητροπολιτικό Μέγαρο.
Εκτός από τους ναούς που διασώζονται σήμερα, υπήρχε πληθώρα άλλων χριστιανικών ναών. Ναοί, ναΐδρια και παρεκκλήσια που κάηκαν από την πυρκαγιά του Βαροσίου, ως αντίποινα των Γερμανών στον αντιστασιακό αγώνα για την απελευθέρωση των Εδεσσαίων. Ενδεικτικά στο νότιο τμήμα αναφέρεται ότι υπήρχαν οι ναοί.
- Ναός των Αγίων Αναργύρων. Βρισκόταν στην θέση που βρίσκεται σήμερα η Μεγάλη εκκλησία της Έδεσσας, η Αγία Σκέπη. Περικλείεται από τις οδούς Αρχ. Παντελεήμωνος, Μακεδονομάχων, Αρχ. Μελετίου και Πλατεία Βαροσίου.
- Ναός της Αγίας Ελεούσας. Βρισκόταν στην νότιο-δυτική γωνία της σημερινής διασταύρωσης που ορίζεται από τις οδούς Αρχ. Μελετίου και Αργυρίου Κιτάνου.
- Ναΐδριο του Αγίου Νικολάου. Βρισκόταν στη βορειοανατολική πλευρά της μικρής πλατείας του «Ψηλού Βράχου», που χρησιμοποιείται σήμερα ως πάρκινγκ αυτοκινήτων. Συγκεκριμένα, παράπλευρα της εισόδου του καλντεριμιού που κατηφορίζει προς τον «Λόγγο» της Έδεσσας.
- Παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με τον ναό της Αγίας Ελεούσας, βρισκόταν και το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, προς την πλευρά της οδού Αργυρίου Κιτάνου.
- Παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Μουτούλη. Βρισκόταν στην αφετηρία της σημερινής οδού Αρχ. Μελετίου, λίγα μέτρα πριν την είσοδο του μεγαλύτερου κλωστοϋφαντουργείου των Βαλκανίων, του εργοστασίου Τσίτση.
- Παρεκκλήσι των Αρχαγγέλων. Βρισκόταν ανατολικά του «ιερού βήματος», του σημερινού μητροπολιτικού ναού της Αγίας Σκέπης, στο κέντρο σχεδόν του οικοδομικού τετραγώνου, όπως αυτό περικλείεται σήμερα από τις οδούς Αρχ. Μελετίου, Αρχ. Παντελεήμωνος, Μ. Αλεξάνδρου και παρόδου Μ. Αλεξάνδρου.
Ψηλός Βράχος
Στο άκρο της συνοικίας βρίσκεται αυτή η τοποθεσία, που προσφέρει εκπληκτική θέα στην κοιλάδα της Έδεσσας, την Πεδιάδα της Πέλλας και το όρος Βέρμιο.
Πηγή κεντρικής εικόνας: ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ “ΒΑΡΟΣΙ” ΕΔΕΣΣΑΣ – Facebook Page
Πληροφορίες από:
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ “ΒΑΡΟΣΙ” ΕΔΕΣΣΑΣ – Facebook Page
Δήμος Έδεσσας
Βαρόσι (Έδεσσα) – Wikipedia
