Ταξίδι

Ένας καλαματιανός χορός στη λίμνη Τιτικάκα

Ένα ταξίδι στη λίμνη Τιτικάκα, όπου ένας καλαματιανός γίνεται γέφυρα ανάμεσα σε κόσμους

Parallaxi
ένας-καλαματιανός-χορός-στη-λίμνη-τιτ-1457943
Parallaxi

Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου

Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.


Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες αυτής της σειράς είναι απόπειρες να κρατηθεί κάτι από εκείνη τη στιγμή, πριν χαθεί στον χρόνο.

Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.

Ένας καλαματιανός χορός στη λίμνη Τιτικάκα

Το Κούσκο, η παλιά πρωτεύουσα των Ίνκας, λένε πως έχει σχήμα ενός πούμα, αλλά αυτό μπορείς να το δεις μόνο από ψηλά. Βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο, και το σώμα το νιώθει αμέσως. Κάποιοι χρειάζονται χρόνο, άλλοι οξυγόνο. Οι ντόπιοι το ξέρουν καλά. Στο ξενοδοχείο μας περίμεναν φύλα κόκας, ένα παλιό σιωπηλό αντίδοτο για την έλλειψη οξυγόνου.

Μετά από μια ονειρική περιπλάνηση στο Κούσκο και στο θρυλικό Μάτσου Πίτσου, πήραμε τον δρόμο για τη λίμνη Τιτικάκα, στα 3812 μέτρα, εκεί όπου το νερό συναντά τον ουρανό. Μια απέραντη επιφάνεια νερού που μοιράζεται ανάμεσα στο Περού και τη Βολιβία και δεν μοιάζει να ανήκει σε κανέναν.

Το βράδυ φτάσαμε σε ένα ξενοδοχείο στην όχθη της. Κοιμηθήκαμε νωρίς. Ή μάλλον, εγώ κοιμήθηκα. Εκείνη όχι.

Πριν ακόμη φανεί το πρώτο φως, στεκόταν ήδη στο μπαλκόνι, με τη φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Με φώναξε χαμηλόφωνα. Σηκώθηκα σχεδόν απρόθυμα και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κατάλαβα πόσο άδικο είχα.

Η λίμνη ξυπνούσε.

Το μπλε και το κόκκινο εναλλάσσονταν αργά, σχεδόν τελετουργικά, δημιουργώντας μια παλέτα που δεν μπορούσες να κρατήσεις με λέξεις. Τα καλάμια πρόβαλλαν μέσα από το νερό, σκοτεινά και κινούνταν ελαφρά, σαν να ανέπνεαν. Ένα τοπίο ανάμεσα σε δύο κόσμους, ούτε στεριά ούτε λίμνη.

Και ανάμεσά τους, ένα μικρό αθόρυβο βαρκάκι διέσχιζε το νερό, χωρίς να ταράζει τη σιωπή.

Για τη διαδρομή μας στη λίμνη επιβιβαστήκαμε σε ένα μικρό σκάφος, που μετά βίας χωρούσε καμιά εικοσαριά ταξιδιώτες μαζί με το πλήρωμα. Μόλις ξεκινήσαμε, φάνηκε στο βάθος προς την αντίθετη κατεύθυνση, μια πόλη απλωμένη στην όχθη. Πάνω της υψωνόταν ένας λόφος, γεμάτος σκαλιστά σύμβολα, που από μακριά έμοιαζαν περισσότερο με χαράξεις παρά με λέξεις.

Καθώς απομακρυνόμασταν, το βλέμμα μου έμενε στο νερό. Μου άρεσε να παρατηρώ και να φωτογραφίζω τις κυματοειδείς γραμμές που σχημάτιζαν τα νερά της λίμνης μαζί με τα νεκρά φύλλα των καλαμιών. Ένας συνδυασμός από γαλάζιο και καφεπράσινο που άλλαζε διαρκώς, χωρίς να αποφασίζει ποτέ ποιο χρώμα θα επικρατήσει.

Σιγά σιγά αρχίσαμε να συναντάμε βάρκες. Μικρές, άλλες με κουπιά, άλλες με μηχανή. Πολλές τις οδηγούσαν γυναίκες, ντυμένες με τη χαρακτηριστική περουβιανή ενδυμασία: έντονα χρώματα, πλεκτά καπέλα, υφάσματα που ακολουθούσαν τον άνεμο.

Σε μία από αυτές στάθηκα λίγο περισσότερο. Ο βαρκάρης, με πρόσωπο σκαμμένο από τον ήλιο και τον καιρό, κωπηλατούσε όρθιος, με μια ήρεμη, σταθερή κίνηση. Φορούσε έναν πολύχρωμο σκούφο και ένα μπλε αδιάβροχο φθαρμένο από τη χρήση. Η αντανάκλασή του στο νερό έσπαγε πάνω στο κύμα, δημιουργώντας ένα δεύτερο, ρευστό πρόσωπο.

Στο κέντρο της βάρκας, μια γυναίκα με κοτσίδες, λευκό καπέλο και γαλάζια ζακέτα ήταν σκυμμένη πάνω σε κάτι που τακτοποιούσε με επιμονή. Έμοιαζε να δένει καλύτερα ένα δεμάτι από καλαμιές που προεξείχε από τη βάρκα. Δεν καταλάβαμε τι ακριβώς έκαναν. Και ίσως αυτό να ήταν το πιο ενδιαφέρον.

Πιο πέρα, μια άλλη βάρκα. Στην πλώρη ήταν γραμμένο το όνομα: MARILUZ. Τρεις γυναίκες. Η μία όρθια, κρατούσε το κουπί. Στο κέντρο, ένα μικρό κορίτσι με βαθύ μπλε καπέλο και κίτρινη μπλούζα στεκόταν ακίνητο. Η εικόνα τους στο νερό ήταν σχεδόν πιο έντονη από τις ίδιες.

Και τότε άρχισαν να εμφανίζονται τα νησιά. Τα νησιά Ούρος.

Καλύβες στο χρώμα του ξερού καλαμιού έδιναν σε όλο το τοπίο μια χρυσοκίτρινη απόχρωση. Στις άκρες υψώνονταν πρόχειρες κατασκευές, κάτι ανάμεσα σε παρατηρητήρια και εξέδρες, όπου κρέμονταν πινακίδες με ονόματα που έμοιαζαν περισσότερο με ήχους παρά με τόπους: Kamisaraki, Tupiri, Khantati, Flontante, Balsero, Mamaqota.

Η ζωή ήταν εκεί, απλωμένη μπροστά μας.

Γυναίκες άπλωναν ρούχα που στέγνωναν στον αέρα της λίμνης. Ένας άντρας με κίτρινο καπέλο ήταν ξαπλωμένος έξω από μια καλύβα, παραδομένος στον ήλιο. Λίγο πιο πέρα, μια έφηβη με πράσινη ζακέτα και κόκκινο φόρεμα σήκωσε το χέρι της για να σκιάσει τα μάτια της και μας παρακολουθούσε σιωπηλά, μέχρι που χαθήκαμε από το οπτικό της πεδίο.

Εμείς, με τις μηχανές κρεμασμένες στον ώμο, φωτογραφίζαμε σχεδόν τα πάντα, ίσως από ενθουσιασμό, ίσως από την ανάγκη να κρατήσουμε κάτι από αυτό που δεν καταλαβαίναμε πλήρως.

Το βλέμμα μου στάθηκε σε μια άλλη βάρκα. Μια γυναίκα στεκόταν κι εκείνη όρθια, κρατώντας το κουπί με την ίδια σιγουριά. Δίπλα της, στο κέντρο, ένα μικρό κορίτσι στεκόταν ακίνητο και αφουγκραζόταν τη λίμνη.

Και τότε τις είδαμε. Τις μεγάλες βάρκες. Όχι βάρκες, πλοιάρια. Κατασκευές που έμοιαζαν να έχουν ξεφύγει από άλλη εποχή. Όλα φτιαγμένα από καλάμι, με υπερυψωμένες πλώρες και πρύμνες που λύγιζαν προς τον ουρανό. Σε μερικές, στην άκρη της πρύμνης, διακρινόταν το σχήμα ενός δράκου, σαν να φύλαγε τη διαδρομή.

Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβουμε πότε ακριβώς, φτάσαμε στο νησί που θα σταματούσαμε. Εκεί, όλα ήταν αλλιώς.

Στο νησί μας περίμενε μια μικρή ομάδα ανθρώπων. Όχι θεατρικά, όχι στημένα, απλώς παρόντες, Κάπου πιο πίσω, δυο τρεις μουσικοί κρατούσαν τα όργανά τους, δοκιμάζοντας χαμηλόφωνα έναν ρυθμό, σαν να ετοίμαζαν κάτι που δεν είχε ακόμη ξεκινήσει. Μας χαιρέτησαν με χαμόγελα και με εκείνη τη διακριτική περιέργεια που έχουν οι άνθρωποι όταν βλέπουν επισκέπτες να φτάνουν στον κόσμο τους.

«Μας κοιτάνε σαν να είμαστε εμείς το αξιοθέατο», της είπα χαμηλόφωνα.

«Ίσως είμαστε», μου απάντησε.

Μια γεματούλα, μελαψή γυναίκα, με ζωηρό βλέμμα, ανέλαβε να μας εξηγήσει πώς γεννιούνται αυτά τα νησιά.

«Όλα είναι από καλαμιές», είπε. «Οι βάρκες που είδατε κουβαλούν υλικό από την ακτή. Από αυτό πλέκουμε μεγάλα κομμάτια σαν τούβλα, και το ρίχνουμε στο νερό. Έτσι φτιάχνεται το νησί. Επιπλέει».

«Και πόσοι ζείτε εδώ;» Τη ρώτησε κάποιος.

«Δέκα οικογένειες».

Ένας κύριος από την ομάδα, χαμογελώντας, ρώτησε:

«Και αν διαφωνείτε μεταξύ σας; Τι κάνετε τότε;»

Η γυναίκα χαμογέλασε ελαφρά, απομακρύνθηκε για λίγο και γύρισε κρατώντας ένα μεγάλο πριόνι.

«Όταν δεν τα βρίσκουμε», είπε, «κόβουμε το νησί στα δύο. Και συνεχίζουμε χώρια».

Για μια στιγμή κοιταχτήκαμε. Και ύστερα, ξέσπασε ένα αυθόρμητο γέλιο που μας ένωσε όλους.

Μετά από την περιήγηση και μια χορταστική φωτογράφηση, άρχισα να ψάχνω τη σύζυγό μου. Δεν τη βρήκα πουθενά. Ούτε τις άλλες γυναίκες του γκρουπ. Πριν προλάβω να αναρωτηθώ, η μουσική με τράβηξε κοντά της. Ο ρυθμός είχε αλλάξει, είχε ζωντανέψει. Και τότε τις είδα.

Οι γυναίκες της λίμνης, αγκαλιά με τις γυναίκες του γκρουπ, βγήκαν από μια καλύβα. Όλες ντυμένες με πολύχρωμες παραδοσιακές φορεσιές. Ανάμεσά τους και εκείνη, με κόκκινο φόρεμα και ένα χαμόγελο που δεν χρειαζόταν εξήγηση. Προσπαθούσε να βρει τον ρυθμό, να ακολουθήσει τα βήματα.

Εγώ στεκόμουν λίγο πιο πίσω και φωτογράφιζα. Ήταν η στιγμή που κάθε φωτογράφος περιμένει: φως, κίνηση, χρώμα, πρόσωπα. Και κάτι ακόμα, χαρά.

Κάποια στιγμή, μέσα στον ενθουσιασμό, οι γυναίκες του γκρουπ άρχισαν να δείχνουν στις άλλες έναν δικό μας χορό. Βήμα βήμα, με γέλια και διορθώσεις.

«Καλαματιανός», είπε κάποια.

Ο ρυθμός βρέθηκε γρήγορα.

Και κάπως έτσι, πάνω σε ένα νησί από καλάμια, στη μέση της λίμνης Τιτικάκα, γεννήθηκε ένας καλαματιανός χορός. Χέρια πιασμένα, βήματα γνώριμα. Και γύρω μας ένας κόσμος που, για λίγο, χόρευε στον ίδιο ρυθμό.

Όταν αργότερα φύγαμε, γεμάτοι γέλιο και εικόνες, κράτησα μια στιγμή. Την απαθανάτισα σε μια φωτογραφία που, όταν επέστρεψα, ανέβασα με τον τίτλο Adios amigos.

Τέσσερις γυναίκες από το νησί στάθηκαν στην άκρη, η μια δίπλα στην άλλη. Χαμογελούσαν και σήκωσαν τα χέρια για να μας αποχαιρετήσουν. Ένα κουαρτέτο χαμόγελων, απέναντι στο νερό.

Και κάπως έτσι, η λίμνη έμεινε πίσω μας. Αλλά εκείνη η στιγμή, όχι.

Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).

Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.

Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.

Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη. Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό. 

Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.

Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.

Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.

Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα