Ταξίδι

Με τον Νταίνικεν στη Νάζκα

Μια φωτογραφική αποκάλυψη στο Περού, ένα τοπίο που σου ανοίγει την ψυχή και τον φακό ταυτόχρονα

Parallaxi
με-τον-νταίνικεν-στη-νάζκα-1453717
Parallaxi

Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης – Εύα Μιμιλίδου

Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.


Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες αυτής της σειράς είναι απόπειρες να κρατηθεί κάτι από εκείνη τη στιγμή, πριν χαθεί στον χρόνο.

Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.

Με τον Νταίνικεν στη Νάζκα 

Από τα φοιτητικά μου χρόνια, οι ιστορίες της Νάζκα με είχαν τυλίξει σαν αχνή, λεπτή ομίχλη. Δεν έβλεπες καθαρά, αλλά ήξερες ότι κάτι μεγάλο κρυβόταν εκεί.

Είχα διαβάσει το Αναμνήσεις από το μέλλον του Νταίνικεν, κι ήταν σαν κάποιος να πέταξε μέσα μου μια ιδέα-χειροβομβίδα. Ξαφνικά όλα έμοιαζαν πιθανά: θεοί, εξωγήινοι, χαμένοι πολιτισμοί. Αντί για Ασίμοφ ή Κλαρκ, ξεκίνησα την επιστημονική φαντασία από αυτόν. Και μπορεί οι άλλοι να κοίταζαν μπροστά, εγώ προσπαθούσα να δω κάτω από το πέπλο της Ιστορίας.

Μόνο που, όσο περνούσαν τα χρόνια, οι απορίες δεν λιγόστεψαν. Αντίθετα. Ξεφύτρωναν σαν αγκάθια σε ξερότοπο.

Ποιος ήταν αυτός ο πολιτισμός που έστησε αυτά τα σχέδια κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο του Περού;

Γιατί σε εκείνο το σημείο του πλανήτη και όχι αλλού;

Υπήρχε επικοινωνία με άλλους λαούς ή ήταν αυτό ένα μοναχικό, ασύλληπτο κάλεσμα προς τα άστρα;

Ένας μόνο τρόπος υπήρχε για να το πλησιάσω.

Να πάω στη Νάζκα. Να σταθώ στην ίδια τη γη της και να τη δω με τα δικά μου μάτια. Όχι από δορυφόρο, όχι από φωτογραφία, όχι από βιβλίο.

Ίσως, με λίγη τύχη, να άκουγα κάτι.

Έναν παλμό. Μια φωνή. Μια σιωπή που λέει πολλά.

***

Έτσι, το ταξίδι στο Περού με τη σύζυγό μου απέκτησε μια ανεξήγητη βαρύτητα. Δεν ήταν πια απλώς διακοπές, ήταν σαν να απαντούσε η ίδια η Γη σ’ ένα κάλεσμα που είχα στείλει χρόνια πριν, στα φοιτητικά μου χρόνια, μέσα απ’ τις σελίδες του Νταίνικεν.

Πια φωτογράφοι, έστω ερασιτέχνες με πάθος, επιστρέφαμε, όχι μόνο για να ξαναδούμε όσα μας είχαν στοιχειώσει μέσα απ’ τα βιβλία, αλλά και για να τα αποτυπώσουμε. Στόχος μας ήταν μια έκθεση αφιερωμένη στα μυστήρια της Νάζκα και, ευρύτερα, στο αινιγματικό πρόσωπο της Νότιας Αμερικής. Το Περού, άλλωστε, είναι φωτογραφική αποκάλυψη, ένα τοπίο που σου ανοίγει την ψυχή και τον φακό ταυτόχρονα.

Στο πλευρό μας, δεκαπέντε ψυχές από κάθε γωνιά της Ελλάδας, όλοι με μάτια ανοιχτά για το άγνωστο, άλλοι με δίψα για το μυστήριο, άλλοι για την εμπειρία, και κάποιοι για τις όμορφες εικόνες που θα μοιράζονταν με τους φίλους τους.

Η αποστολή μας ξεκίνησε απ’ τη Λίμα, τη γεμάτη αντιθέσεις πρωτεύουσα του Περού, μια πόλη που στροβιλίζεται ανάμεσα στην παράδοση και στο όνειρο ενός μελλοντικού μεγαλείου. Από εκεί, με οδηγό το δέος (και το GPS του πούλμαν), κατευθυνθήκαμε προς την αινιγματική Νάζκα.

Η χασιέντα όπου μείναμε θύμιζε περισσότερο όνειρο παρά κατάλυμα. Λάμα και αλπάκα σουλατσάριζαν στις αυλές, ενώ στα δωμάτια μάς περίμεναν WiFi, τζακούζι και καπουτσίνο με κανέλα. Οι πισίνες είχαν θέα στην έρημο και την αιωνιότητα. Οι αμμόλοφοι, χρυσαφένιοι στο φως, απλώνονταν σιωπηλά μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα, ενώ οι οικοδεσπότες μάς κερνούσαν καφέ και ιστορίες.

Το πρωινό ξύπνημα μάς βρήκε αγουροξυπνημένους, μα γεμάτους ανυπομονησία. Οδηγηθήκαμε στο μικρό αεροδρόμιο της Νάζκα, ένα σκηνικό βγαλμένο από παλιά ταινία περιπέτειας, με αεροπλάνα τύπου Τσέσνα παραταγμένα σαν ταπεινοί λευκοί γλάροι, έτοιμοι να μας σηκώσουν πάνω απ’ τη σκόνη του μυστηρίου.

Ο κυβερνήτης μας, με στολή καλοσιδερωμένη και χαμόγελο που μαρτυρούσε εμπειρία αλλά και μικρές σαδιστικές τάσεις, μας καλοδέχτηκε λέγοντας:

«Βγάλτε την αναμνηστική φωτογραφία τώρα… γιατί μετά, ίσως να μην μπορείτε».
Το γέλιο μας είχε μια δόση πανικού.

Οι θέσεις όλες κι όλες έξι: τέσσερις πίσω, μία εγώ δίπλα στον κυβερνήτη, τιμή και δέος, και η θέση του ίδιου του πιλότου. Η σύζυγός μου κι άλλες τρεις κυρίες, η σοβαρή με τα πλούσια κατσαρά μαλλιά, η φίλη της με το μοβ καπελάκι, που μιλούσε ασταμάτητα, και μια ξανθούλα γελαστή, συμπαθέστατη, λες κι είχε ξεπηδήσει από καλοκαιρινό ταξιδιωτικό ένθετο.

Η ατμόσφαιρα στο σκάφος είχε κάτι από σχολική εκδρομή και από σουρεαλιστική θεατρική πτήση. Η κυρία με το καπελάκι δεν σταματούσε να σχολιάζει, να πειράζει, να αυτοσχεδιάζει. Οι άλλες την άκουγαν γελώντας, με ένα βλέμμα που έλεγε “όλα καλά”, ίσως για να στηρίξουν και μένα, που ήμουν στο χείλος της υψοφοβίας.

Η απογείωση ήταν ομαλή, σχεδόν ποιητική. Το Τσέσνα άφησε πίσω του τη χασιέντα, τα ζώα, την έρημο και τους φόβους μας. Και τότε ξεκίνησε η αποκάλυψη.

Από ψηλά, το έδαφος του Περού έμοιαζε με αρχαίο δέρμα γεμάτο ουλές και σημάδια, οι γραμμές της Νάζκα. Σαν κάποιος γιγάντιος χαράκτης να τις είχε χαράξει εκεί, επίτηδες, για να τις δουν μόνο οι θεοί ή όσοι μπορούν να δουν πέρα από το προφανές. Άρχισα να φωτογραφίζω μανιωδώς, με την κάμερα να κρέμεται απ’ τον λαιμό μου σαν μετάλλιο.

Ο κυβερνήτης, χωρίς να μας ρωτήσει, γύρισε απότομα το αεροπλάνο ενενήντα μοίρες. Για μια στιγμή βρεθήκαμε να κοιτάμε προς τα κάτω σαν εξερευνητές που αντί για βυθό, ανακάλυψαν ουρανό.

Μα εκεί ήταν η μαγεία. Εκεί, όλα αποκαλύφθηκαν.

Πρώτα η αράχνη: υπέροχη, γεωμετρικά ακριβής, ένα σχέδιο εκατοντάδων μέτρων, τόσο αρμονικό που έμοιαζε σχεδόν παράλογο.

Λίγο πιο πέρα, ο κόνδορας, απλωμένος στην άμμο, με τα φτερά του ανοιχτά σαν να είχε παγώσει μέσα στην πτήση.

Και η μαϊμού, με την ουρά της να ξετυλίγεται σε σπείρα, σαν μια κίνηση που συνεχιζόταν αθόρυβα στον χρόνο.

Ο αστροναύτης στεκόταν πιο πέρα, με το χέρι υψωμένο, σαν να χαιρετούσε κάποιον που δεν βλέπαμε.

Και στο τέλος, το διαστημοδρόμιο, ευθείες γραμμές χιλιομέτρων χαραγμένες στη γη, έτοιμες, θαρρείς, να δεχθούν μια άφιξη.

Κι όταν ήρθε η ώρα του κολιμπρί, πίστεψα πως είχα μόλις τραβήξει την καλύτερη φωτογραφία της ζωής μου. Ίσως όχι τέλεια, αλλά ζωντανή, με τον παλμό μιας αληθινής στιγμής.

«Το κολιμπρί!», φώναξα με ενθουσιασμό.

Αλλά κανείς δεν μου απάντησε.

Μόνο ο κυβερνήτης γύρισε το κεφάλι του και μου χάρισε ένα χαμόγελο ελαφρώς ειρωνικό, σαν να ήξερε κάτι που εγώ είχα ξεχάσει.

Γύρισα προς τα πίσω.

Οι κυρίες είχαν παραδοθεί. Ήταν όλες ξαπλωμένες στο πλάι, με απλανές βλέμμα, σαν να τις είχε χτυπήσει επιφοίτηση ή χαμηλή πίεση. Σιωπηλές αλλά ήρεμες, σαν να άγγιξαν για μια στιγμή εκείνη την παύση που δεν ξέρεις αν είναι ύπνος, λιποθυμία ή ειρήνη.

***

Το απόγευμα, λίγο μετά το φαγητό και το υποχρεωτικό σιέστα-ντουζ, η παρέα των ταξιδιωτών ξάπλωσε στις αναπαυτικές καρέκλες του ξενοδοχείου με θέα την έρημο, λες και περιμέναμε να φανεί κάτι ιερό, ή έστω απρόσμενο. Η συζήτηση άναψε με το πρώτο χαμόγελο και ως συνήθως, κατέληξε με το αγαπημένο ερώτημα κάθε εραστή του μυστηρίου:

“Μα καλά, μόνοι τους οι ιθαγενείς έκαναν τις γραμμές των Νάζκα;”

Το γκρουπ χωρίστηκε αμέσως. Από τη μια οι πιστοί του Νταίνικεν με μάτια που άστραφταν από ενθουσιασμό και πεποίθηση και από την άλλη δύο-τρεις ενοχλητικοί σκεπτικιστές, οπλισμένοι με επιστημονικά επιχειρήματα και, κυρίως, καταδεκτικό ύφος.

Ήταν ήδη η δεύτερη φορά που ακουγόταν αυτή η ερώτηση και ήρθε από μια κυρία ξανθιά, χαμογελαστή, από αυτές που φοράνε αεράτα φουλάρια ακόμα και στην έρημο:

«Πώς δημιουργήθηκαν οι γραμμές, αν δεν τις έφτιαξαν οι εξωγήινοι;»

Πριν προλάβω να αρθρώσω κάτι λογικό ή έστω κάτι που να μοιάζει με επιχείρημα, απάντησε ήρεμα η κυρία με τα πλούσια κατσαρά μαλλιά που αν και φαινόταν ότι ήξερε πολλά, ήταν προσηνής κι ευδιάθετη:
«Οι Νάζκα αφαίρεσαν το επιφανειακό κόκκινο στρώμα του εδάφους με απλά εργαλεία, ώστε να φανεί το πιο ανοιχτό από κάτω. Σπάγκοι, πάσσαλοι και λίγη γεωμετρία. Τόσο απλά».

Κάπου εκεί ένιωσα την ανάγκη να συστηθώ, όχι ως τουρίστας ή περίεργος, αλλά ως κάτι άλλο.
«Είμαι θαυμαστής της επιστημονικής φαντασίας», δήλωσα με περηφάνια, σαν να ήμουν καλεσμένος σε πάνελ με τον Άρθουρ Κλαρκ.

Η κυρία με το μοβ καπελάκι, σαν φιγούρα βγαλμένη από βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι, μόνο πιο οξυδερκής, με κοίταξε με ενδιαφέρον:

«Τι βιβλία επιστημονικής φαντασίας έχετε διαβάσει;»

«Ασίμοφ, Λεγκέν και Νταίνικεν».

Η κυρία με το καπελάκι δεν κρύφτηκε.

«Γνωρίζετε τον ορισμό του είδους;»

Με έπιασε αδιάβαστο.

Εκείνη συνέχισε, ήρεμα, αλλά με το μαχαίρι ακονισμένο:

«Αν ο Ασίμοφ άκουγε ότι βρέθηκε στην ίδια πρόταση με τον Νταίνικεν, θα αυτοκτονούσε».

Η άλλη κυρία συμπλήρωσε, πιο ήπια, σαν να μου χάριζε διέξοδο:

«Η επιστημονική φαντασία βασίζεται στην επιστήμη και τη φαντασία. Ο Νταίνικεν γράφει υποθέσεις που δεν πατάνε πουθενά. Και δεν είναι μυθοπλασία. Δεν έχει πλοκή, χαρακτήρες, σύγκρουση. Παρουσιάζει τις εικασίες του σαν γεγονότα».

Πήγα να απαντήσω κάτι, αλλά ήμουν ήδη σαν τον κακό μαθητή που τον σήκωσαν στον πίνακα χωρίς να έχει διαβάσει. Η καπελαδού με αποτελείωσε:

«Επιπλέον, αυτά που γράφει θυμίζουν αρχαιολογικό ρατσισμό. Δηλαδή, οι “ιθαγενείς” δεν μπορούσαν, μόνο εξωγήινοι ήταν ικανοί για κάτι τόσο εντυπωσιακό;»

Προσπάθησα να κρατήσω την τελευταία γραμμή άμυνας:

«Μα… τα βιβλία του έγιναν μπεστ σέλλερ…»

«Τα βιβλία του Κοέλιο επίσης πουλάνε πολύ. Δεν τα διδάσκουμε στα πανεπιστήμια», είπε η σγουρομάλλα και με αποτελείωσε. Ανασυντάχθηκα στην ησυχία του δωματίου μου, κρατώντας το βιβλιαράκι που μου έδωσαν: «Οι επιστήμονες απαντούν στον Νταίνικεν». Η σύζυγός μου δεν βοήθησε.

«Σε ξετίναξαν, ε; Σαν τον Νταίνικεν στην πρεμιέρα του “Κόσμος” με τον Κάρλ Σαγκάν».

Και λίγα είπε. Μέσα σε μία ώρα είχα καταπιεί το μισό βιβλίο και ολόκληρο το εγώ μου.

Το βράδυ κατέβηκα στο δείπνο με κατεβασμένο κεφάλι και φρεσκοξυρισμένη ταπεινότητα. Οι κυρίες με υποδέχτηκαν σαν να μην έγινε τίποτα, γελαστές, γενναιόδωρες, και με πειρακτική ευγένεια.

«Μου λύθηκαν πολλές απορίες… αλλά μου γεννήθηκαν άλλες», είπα σιγανά, με τη σιωπή κάποιου που μόλις κατάλαβε ότι δεν ξέρει τίποτα.

«Ωραία», είπε η σγουρομάλλα. «Θα τις συζητήσουμε. Ίσως και εσύ λύσεις κάποιες δικές μας».

Η κουβέντα άλλαξε πορεία και πήγε στα επαγγελματικά μου. Εκεί ένιωσα ξανά άνθρωπος. Ίσως επειδή, αυτή τη φορά, οι άλλοι δεν ήξεραν τίποτα.

***

Αργότερα, επιστρέφοντας με το λεωφορείο προς τη Λίμα, είδαμε το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα της ζωής μας. Το χρυσό ηλιοβασίλεμα. Ένας ήλιος μαγικός, πανέμορφος, που έλιωνε πάνω στην άμμο σαν καραμέλα βουτύρου σε καυτό ψωμί. Η έρημος έπιασε φωτιά χωρίς να καεί. Οι σκιές μάκρυναν, τα βλέμματα μαλάκωσαν, κι εμείς, κουρασμένοι, σιωπηλοί, γίναμε ένα με το τοπίο.

Και μετά με πήρε ο ύπνος. Όπως όλους. Ή σχεδόν όλους.

Ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο με ξύπνησε, Ήταν η κυρία με τα πλούσια κατσαρά μαλλιά. Η αστροφυσικός, η ίδια που πριν λίγο εξηγούσε με πάθος τα όρια της επιστήμης. Η ίδια που, λίγες ώρες νωρίτερα, με είχε πετάξει με χειρουργική ακρίβεια στον κάδο των “ευγενικά ηττημένων”.

Τώρα, όμως, το βλέμμα της είχε κάτι σχεδόν τρυφερό. Ή μήπως ήταν απλώς η αντανάκλαση του Γαλαξία στα γυαλιά της; «Θέλεις να δεις τον Σταυρό του Νότου;» μου ψιθύρισε.

Η φωνή της ήσυχη, σαν να μου αποκάλυπτε μυστικό αρχαίας αδελφότητας. Πετάχτηκα σαν παιδί που είδε το πρώτο του άστρο. Ο Σταυρός του Νότου.

Ο ουράνιος σχηματισμός που φαίνεται μόνο από το νότιο ημισφαίριο. Πόσες φορές τον είχα διαβάσει, φανταστεί, ζηλέψει… Κι όμως, τώρα ήταν εκεί. Και να στον δείχνει μια αστροφυσικός με σπινθηροβόλο πνεύμα κι ευγένεια, συνδυασμός που σπάνια συναντάται στο σύμπαν.

Κατεβήκαμε σιγανά από το λεωφορείο. Γύρω μας τίποτα. Ούτε φώτα, ούτε θόρυβοι, μόνο η έρημος να μας κοιτάζει με τα σκοτεινά της μάτια. Κοιτάξαμε ψηλά.

Και τότε τον είδα.

Όχι φανταχτερό, όχι κραυγαλέο. Όχι σαν τον Ωρίωνα που κάνει φασαρία με τη ζώνη του. Όχι. Ο Σταυρός του Νότου ήταν ταπεινός, ήσυχος. Σαν κάποιον που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Και τον έβλεπα δίπλα σε μια γυναίκα που ήξερε να βλέπει τ’ άστρα όπως άλλοι διαβάζουν παρτιτούρες.

«Είναι… τέλειος» είπα ψιθυριστά.

Εκείνη χαμογέλασε. Μάλλον ήξερε πως αυτή η στιγμή θα μου μείνει για πάντα.

«Είναι και λίγο παράξενος. Όπως όλα όσα αξίζουν», είπε, και γύρισε προς το λεωφορείο.

Και τότε, πάνω απ’ την έρημο, κατάλαβα:

Εντάξει, μπορεί να έχασα τη μάχη της επιστημονικής φαντασίας, μπορεί να με σάρωσαν με επιχειρήματα ακριβείας, αλλά είδα τον Σταυρό του Νότου με οδηγό μια γυναίκα που ήξερε τ’ άστρα με το μικρό τους όνομα.

Και κάτι μου λέει… ότι στο επόμενο ταξίδι, ίσως να είμαι λίγο πιο έτοιμος.

Ή τουλάχιστον να έχω διαβάσει Καρλ Σαγκάν.

Ίσως.

Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).

Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.

Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.

Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη.

Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό. 

Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.

Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.

Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.

Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα