Ταξίδι

Μια Ινδή στο Νεπάλ

Εκεί όπου το βλέμμα, το γέλιο και η σιωπή αρκούν

Parallaxi
μια-ινδή-στο-νεπάλ-1482916
Parallaxi

Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου

Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.


Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες αυτής της σειράς είναι απόπειρες να κρατηθεί κάτι από εκείνη τη στιγμή, πριν χαθεί στον χρόνο.

Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.

Μια Ινδή στο Νεπάλ

Λένε πως το παν είναι η επικοινωνία. Άλλοι τη φαντάζονται σαν γέφυρα, άλλοι σαν σκοινί σε ακροβασία. Εγώ τη σκέφτομαι σαν υπόγειο ποτάμι. Υπάρχει πάντα, αλλά πρέπει να σκύψεις, να αφουγκραστείς, να βρεις πού βγαίνει στην επιφάνεια. Όσο κι αν αλλάζουν οι γλώσσες, οι κουλτούρες και οι συνήθειες, κάτι μέσα μας επιμένει να αναζητά τη σύνδεση. Ένα βλέμμα, ένα νεύμα, ένα κοινό γέλιο. Ακόμα κι όταν ταξιδεύουμε.

Ταξίδι χωρίς επικοινωνία, όμως, είναι σαν φωτογραφία χωρίς φως: ίσως δεις τις γραμμές, αλλά χάνεις την ουσία. Βλέπεις τόπους, ανθρώπους, στιγμές, αλλά αν δεν υπάρξει αλληλεπίδραση, όλα μοιάζουν με σκηνικά όμορφα, αλλά άδεια.

Και το παράδοξο. Ενώ ταξιδεύεις με μια ομάδα ανθρώπων, τις περισσότερες φορές παραμένουν άγνωστοι. Αν δεν κλειστούν στον μικρόκοσμο της δικής τους παρέας, ίσως σου δοθεί η ευκαιρία, ίσως και όχι. Αλλά δεν γίνεται αμέσως. Θέλει χρόνο, θέλει ρωγμές στην αμηχανία. Θέλει εκείνη τη μαγική στιγμή που δύο βλέμματα αναγνωρίζονται.

Όσο για τους ντόπιους, σε βλέπουν σαν τουρίστα. Όχι ταξιδευτή. Η διαφορά είναι λεπτή, αλλά ουσιαστική. Ο τουρίστας κοιτάζει απ’ έξω. Ο ταξιδευτής, όταν τα καταφέρει, μπαίνει λίγο μέσα. Όχι σαν παρείσακτος, αλλά σαν φιλοξενούμενος στιγμής.

Και τότε ίσως, αν είσαι τυχερός και λίγο πρόθυμος, να συναντήσεις έναν άνθρωπο που, χωρίς να το ξέρει, θα σου δώσει την ουσία αυτού του τόπου. Και όλα θα γίνουν εικόνες αληθινές. Όχι απλώς αναμνήσεις.

Και κάπως έτσι, μια μέρα στο Νεπάλ, δίπλα σε ένα ποτάμι, συναντήσαμε την Ινδή.

Μετά τη βαρκάδα στη λίμνη Φέουα Ταλ και την επίσκεψη στον ινδουιστικό ναό, το γκρουπ επέστρεψε στο ξενοδοχείο για την καθιερωμένη ανάπαυση. Ή, όπως θα έλεγε η ταξιδιωτική γραφειοκρατία, “ελεύθερος χρόνος”.

Και τότε, σχεδόν πάντα απρόβλεπτη σαν μονοπάτι που δεν φαίνεται στον χάρτη, η σύζυγός μου είπε:

«Τώρα είναι ευκαιρία να πάμε στο ποτάμι».

Ζητήσαμε άδεια από τον αρχηγό της αποστολής, που την έδωσε με το βλέμμα εκείνου που ελπίζει να μη χρειαστεί να έρθει να μας μαζέψει, και φύγαμε. Μόνοι μας. Με τα πόδια και τις κάμερες κρεμασμένες στο λαιμό, μην τύχει και χάσουμε το θέμα της ημέρας.

Βγήκαμε έξω από τον οικισμό. Ο δρόμος προς το ποτάμι μάς περίμενε. Ένας στενός χωματόδρομος γεμάτος μικρές ιστορίες: ένα παιδί που κυνηγούσε ένα λάστιχο αυτοκινήτου σαν να ήταν δράκος, μια αγελάδα που μας κοίταξε μ’ εκείνο το σπινθηροβόλο βλέμμα της και μια γριά που έπλενε ρούχα στο πλάι του δρόμου σαν να ξέπλενε τις μνήμες της.

Κατηφορίζαμε σιγά-σιγά προς την εκβολή του ποταμού, εκεί όπου το νερό των Άνω Κόσμων, όπως έλεγε κάποιος ντόπιος ποιητικά, έσμιγε με τη λίμνη. Το ποτάμι, παιδί των βουνών της Αναπούρνα, κατέβαινε ήσυχα.

Κι εκεί, λίγο πιο κάτω, σχεδόν σαν να ξεπήδησαν από παιδικό παραμύθι δεκάδες βάρκες. Όχι απλές, όχι μονότονες, αλλά πιρόγες ζωγραφισμένες με το χέρι σε αποχρώσεις μπλε, κόκκινου, κίτρινου και πράσινου. Κυριαρχούσε το βαθύ μπλε και το θερμό κόκκινο.

Το φως του ήλιου κατέβαινε αργά, σαν να μην ήθελε να τις αποχωριστεί. Έριχνε μακριές σκιές, διακριτικές πάνω στο νερό. Και οι βάρκες, με τον δικό τους τρόπο, πόζαραν. Δεν κινούνταν, απλώς ήταν εκεί. Το βασίλειο του φωτογράφου. Ο παράδεισος του πλάνητα με κάμερα.

Κι εγώ, ως γνωστόν, έχω μια παλιά αδυναμία για τις βάρκες. Όχι μόνο για τη μορφή τους, αλλά για την υπόσχεση που κρύβουν: πως πάντα υπάρχει ένας άλλος τόπος, λίγο πιο πέρα.

Καθώς το ποτάμι έστριβε, σχεδόν πριν χαθεί στη λίμνη, μια παρέα, μάλλον ντόπιοι, στεκόταν χαλαρά, χαζεύοντας το νερό. Καμιά δεκαριά νοματαίοι, θαρρείς όλοι μια μεγάλη οικογένεια. Από αυτές που έχουν περάσει πολλά μαζί, και φαίνεται. Ήταν μια εικόνα ήρεμη, σχεδόν ζωγραφιστή, μια σκηνή που δεν σου φώναζε να τη δεις, αλλά σε τραβούσε σιωπηλά, σαν χαμόγελο ξένου που, για κάποιο λόγο, σου φαίνεται οικείο.

Μα ήταν μία γυναίκα που ξεχώριζε. Όχι επειδή το ήθελε, μα επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Στο κέντρο της παρέας, όλοι γύρω της, σαν κλωσόπουλα που ακούν την καρδιά της μάνας. Ένα πρόσωπο σεβαστό, κάποιας ηλικίας, που ίσως να μην ήταν και τόση, μα την πρόσθεταν τα χρόνια των άλλων πάνω της.

Ντυμένη με φωτεινά χρώματα, κόκκινα, πορτοκαλιά και πράσινα, είχε τυλιγμένο στο κεφάλι και στο σώμα της ένα πολύχρωμο μαντήλι με λουλούδια και σχέδια. Το ανοιχτό πράσινο πάνω του έμοιαζε να κρατά λίγο από το φως του πρωινού.

Στο μέτωπό της είχε ένα κόκκινο σχέδιο, δυο μικρούς κύκλους ενωμένους, σαν ένα μικρό σημάδι που συμπλήρωνε την εικόνα της. Στη μύτη της φορούσε ένα χρυσό σκουλαρίκι, σαν μικρό ήλιο: έξι ακτίνες άνοιγαν γύρω του και μέσα τους λαμπύριζαν μικρές πολύχρωμες πέτρες.

Γελούσε. Μιλούσε με όλους και τους παρέσυρε στο γέλιο της. Όλη η σκηνή ήταν μια γιορτή καθημερινότητας. Ένα πανηγύρι χωρίς μουσικούς, μα γεμάτο ρυθμό.

Η σύζυγός μου φώτισε ολόκληρη. Της άρεσε. Πιο πολύ κι από τις βάρκες. Κι εγώ έχω αδυναμία στις γυναίκες που γελούν και στα πρόσωπα που μοιάζουν να κουβαλούν μισή ήπειρο σοφίας.

Εκείνη έχει αδυναμία στα πόδια. Στις φωτογραφίες, εννοώ, ας είμαστε σαφείς. Εγώ, στο πρόσωπο. Το πορτρέτο, το βλέμμα, τις ρυτίδες σαν γραμμές χάρτη που οδηγούν σε ζωές αλλιώτικες.

Η σύζυγός μου λοιπόν άρχισε να πλησιάζει τη γυναίκα, σχεδόν σαν γάτα που πλησιάζει ήσυχα κάτι που τη γοητεύει. Φωτογράφιζε τα πόδια της κι εκείνη δεν κρύφτηκε. Ίσα-ίσα. Τα έδειχνε με χαμόγελο.

Ήταν ξυπόλητη και τα πόδια της ήταν στολισμένα με μικρά κοσμήματα. Δυο ασημένια στολίδια σε κάθε πόδι, διαφορετικά μεταξύ τους, έπιαναν το φως κάθε φορά που κινούνταν. Δεν ήταν πολλά, ήταν όμως αρκετά για να μοιάζουν σαν μικρή ιστορία γραμμένη πάνω της.

Η σύζυγός μου τη ρώτησε κάτι, και εκείνη έδειχνε τα δάχτυλα γελώντας. Τι έλεγαν, κανείς δεν ξέρει. Όμως γέλασαν κι οι δυο, γέλασαν δυνατά. Κι όταν η σύζυγος πλησίασε περισσότερο, η Ινδή γυναίκα την αγκάλιασε, όχι τυπικά, όχι από υποχρέωση. Με την άνεση εκείνου που ξέρει πώς αγκαλιάζεται ένας άνθρωπο.

«Τι λέτε;» φώναξα, όλο απορία.

«Είναι Ινδουιστές από την Ινδία, ήρθαν να προσκυνήσουν στο ναό στο νησάκι», μου φώναξε η σύζυγος.

«Σε ποια γλώσσα μιλάτε;» τη ρώτησα.

«Η καθεμία στη δική της», μου απάντησε. Και οι δυο μαζί, θα συμπλήρωνα, στη γλώσσα των ανθρώπων. Στη γλώσσα του σώματος. Στη γλώσσα εκείνων που καταλαβαίνονται χωρίς λέξεις.

Και γελούσαν.

Και μετά, αγκαλιάστηκαν. Η σύζυγός μου κι η γιαγιά, που μπορεί και να μην ήταν γιαγιά. Μπορεί να ήταν απλώς μια γυναίκα που ήξερε να κρατά γύρω της τους δικούς της σαν να ήταν φωλιά.

Και ήρθαν κι οι άλλοι. Όλη η οικογένεια. Όλοι μαζί, μια αγκαλιά μεγάλη, χρωματιστή, ζεστή σαν ψωμί φρέσκο. Και λέγανε. Τι λέγανε, ποιος ξέρει. Επικοινωνούσαν.

Εγώ συνέχιζα να φωτογραφίζω. Όχι πια σαν τουρίστας. Μα σαν άνθρωπος που είχε βρει κάτι αληθινό. Κι ήθελε να το θυμάται. Όταν κάποια στιγμή φύγαμε, το φως είχε σχεδόν χαθεί, κι οι σκιές μάκραιναν σαν υπενθύμιση πως όλα περνούν.

Η σύζυγός μου μού έδωσε ένα χαρτάκι.

Η εγγονή της κυρίας μάς το είχε δώσει.

Η διεύθυνσή τους.

Να τους στείλουμε τις φωτογραφίες.

Τις στείλαμε. Δεν ξέρω αν έφτασαν ποτέ στα χέρια τους.

Ίσως, όμως, αυτό να μην ήταν το πιο σημαντικό.

Γιατί εκείνη τη μέρα, δίπλα σε ένα ποτάμι του Νεπάλ, άνθρωποι που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα κατάφεραν να πουν τα πάντα.

Με ένα γέλιο.

Με μια αγκαλιά.

Με ένα βλέμμα.

Κάποιες συναντήσεις δεν χρειάζονται μετάφραση. Απλώς συμβαίνουν.

Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).

Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.

Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.

Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη. Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό. 

Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.

Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.

Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.

Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.

#TAGS
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα