«Πηγαίναμε και ό,τι βρούμε» – Όταν οι Έλληνες έκλειναν καλοκαιρινές διακοπές μέσω τηλεφώνου και γνωστών
Πριν το booking και τα airbnb - Οι εποχές που δεν είχες καν εικόνα από το νησί που θα πας ή το δωμάτιο που θα μείνεις - Από τους θρυλικούς καταλόγους του ΕΟΤ στις διακοπές από στόμα σε στόμα
Εικόνα: Eurokinissi / ΧΑΣΙΑΛΗΣ ΒΑΟΣ
Υπήρχε μια εποχή που οι καλοκαιρινές διακοπές δεν ξεκινούσαν με δεκάδες ανοιχτές καρτέλες στον υπολογιστή, συγκρίσεις τιμών, reviews και φωτογραφίες από δωμάτια και μπουφέδες πρωινών.
Δεν υπήρχε καν η βεβαιότητα ότι το δωμάτιο που έκλεισες θα είναι ακριβώς όπως στις φωτογραφίες.
Για έναν πολύ απλό λόγο…
Συνήθως δεν υπήρχαν φωτογραφίες!
Για τους Έλληνες των δεκαετιών του ’70 και του ’80, αλλά και του ’90 οι διακοπές οργανώνονταν με έναν τρόπο που σήμερα μοιάζει σχεδόν εξωπραγματικός.
Με τηλέφωνα σταθερά, σημειώσεις σε χαρτάκια ή και σε πακέτα τσιγάρων, ταξιδιωτικά γραφεία, φυλλάδια του ΕΟΤ, συστάσεις από φίλους και κάποιες φορές ακόμα και χωρίς κράτηση!
Ήταν μια εποχή όπου το ταξίδι περιείχε ακόμη το στοιχείο της ανακάλυψης.
«Πάρε τον κύριο Γιώργο θα σε βολέψει»
Πριν από το διαδίκτυο, η σημαντικότερη μηχανή αναζήτησης για το πού θα κλείσεις διακοπές για το επόμενο καλοκαίρι ήταν το στόμα του κόσμου.
Οι περισσότεροι δεν έψαχναν ξενοδοχεία. Έψαχναν ανθρώπους.
«Πήγαμε πέρσι σε ένα κάμπινγκ στη Χαλκιδική και περάσαμε καταπληκτικά. Πάρε τηλέφωνο τον κύριο Γιώργο και θα σας βολέψει» έλεγε η θεία μου στον μπαμπά μου τη δεκαετία του ’90 σε κουβέντα για το πού θα πάμε φέτος διακοπές.
Ένα τηλέφωνο γραμμένο σε μια ατζέντα μπορούσε να γίνει οικογενειακή παράδοση για χρόνια. Δεν ήταν σπάνιο μια οικογένεια να επιστρέφει στο ίδιο δωμάτιο ή στο ίδιο κάμπινγκ επί δέκα ή δεκαπέντε συνεχόμενα καλοκαίρια.
Η σχέση πελάτη και ιδιοκτήτη ήταν πολύ πιο προσωπική. Μετά από δύο – τρεις επισκέψεις, οι περισσότεροι γνωρίζονταν με το μικρό τους όνομα.

Οι διακοπές έκλειναν από το τηλέφωνο
Η τηλεφωνική επικοινωνία ήταν η βάση των κρατήσεων.
Οι ιδιοκτήτες ενοικιαζόμενων δωματίων διαφήμιζαν τα καταλύματά τους σε τοπικές εφημερίδες, περιοδικά ή μικρούς τουριστικούς οδηγούς.
Ο ενδιαφερόμενος έβρισκε έναν αριθμό και τηλεφωνούσε.
Η διαδικασία ήταν σχεδόν πάντα απλή:
«Έχετε δωμάτιο από 5 μέχρι 15 Αυγούστου;»
«Έχουμε. Να σας κρατήσω;»
«Να μας κρατήσετε».
Και κάπως έτσι τελείωνε η κράτηση.
Χωρίς email επιβεβαίωσης. Χωρίς προπληρωμή. Χωρίς πλατφόρμα.
Σε πολλές περιπτώσεις υπήρχε μόνο ο λόγος δύο ανθρώπων.

Τα ταξιδιωτικά γραφεία
Για πολλές οικογένειες, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, το ταξιδιωτικό γραφείο αποτελούσε βασικό κομμάτι της προετοιμασίας των διακοπών.
Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες διατηρούσαν καταλόγους ξενοδοχείων, συνεργασίες με τουριστικά καταλύματα και πακέτα μεταφοράς. Οι πελάτες κάθονταν απέναντι από το γραφείο, ξεφύλλιζαν έντυπα και συζητούσαν επιλογές.
Δεν ήταν ασυνήθιστο να επιλέξει κάποιος έναν ολόκληρο προορισμό έχοντας δει μόλις δύο ή τρεις φωτογραφίες.
Σήμερα ακούγεται παράτολμο. Τότε ήταν ο κανόνας.
Οι -αθάνατοι- κατάλογοι του ΕΟΤ
Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο εκείνης της εποχής ήταν ο κοινωνικός τουρισμός.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το πρόγραμμα κοινωνικού τουρισμού επεκτάθηκε σημαντικά και απευθυνόταν σε εργαζομένους και τις οικογένειές τους.
Για πολλούς Έλληνες, η επαφή με τα νησιά και τους τουριστικούς προορισμούς της χώρας περνούσε μέσα από τα δελτία κοινωνικού τουρισμού και τους καταλόγους που συνόδευαν το πρόγραμμα.
Οι κατάλογοι αυτοί ήταν μικροί θησαυροί. Περιλάμβαναν λίστες καταλυμάτων, πληροφορίες για περιοχές, τηλέφωνα επικοινωνίας και βασικές παροχές.

Ορισμένοι θυμούνται ακόμη τις χαρακτηριστικές εκδόσεις του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, ο οποίος εκείνα τα χρόνια τύπωνε μαζικά ενημερωτικά έντυπα και τουριστικούς οδηγούς για την Ελλάδα.
Για τις οικογένειες εκείνης της εποχής το να ξεφυλλίζουν έναν τέτοιο κατάλογο ήταν συχνά το πρώτο βήμα προς τις καλοκαιρινές διακοπές.
Υπήρχε μια ολόκληρη ιεροτελεστία γύρω από αυτή τη διαδικασία.
Ο κατάλογος ανοικτός, σημειωμένος με στυλό, τηλέφωνα σε ξενοδοχεία ή ενοικιαζόμενα δωμάτια και συζητήσεις για το αν όντως το κατάλυμα βρίσκεται στα 80 μέτρα από την ακτή, όπως έγραφε τουλάχιστον ο… χρυσός οδηγός του ΕΟΤ.
Τα «φορτώναμε», πηγαίναμε και ότι βρούμε
Η πιο απίθανη συνήθεια.
Να ξεκινήσεις να πηγαίνεις διακοπές χωρίς να έχεις κλείσει τίποτα.
Κατέβαινες από το πλοίο και εκεί υπήρχαν οι ιδιοκτήτες ή οι «κράχτες» με τις ταμπέλες «Rooms to rent» όπου και σε «τσιμπούσαν» και σε πήγαιναν στο κατάλυμα.
Η διαπραγμάτευση γινόταν επί τόπου.
Έβλεπες το δωμάτιο.
Ρωτούσες την τιμή.
Αποφάσιζες.
Η σημερινή υπερπληροφόρηση έχει εξαφανίσει κάτι που τότε θεωρούνταν φυσιολογικό. Το άγνωστο.
Ένας ταξιδιώτης της δεκαετίας του 80′ μπορεί να πήγαινε από Χαλκιδική και Θάσο μέχρι Τήνο και Σαντορίνη έχοντας δει μόνο μία καρτ ποστάλ του μέρους που θα επισκεφτεί.
Να πάει στην Αμοργό χωρίς να ξέρει τις παραλίες της και τα χωριά του νησιού.
Να ταξιδέψει στη Σκιάθο χωρίς να έχει ιδέα πού θα φάει ή πού θα κάνει μπάνιο.

Το νησί αποκαλυπτόταν μέρα με τη μέρα.
Όχι μήνες πριν από την οθόνη ενός κινητού.
Ίσως χάσαμε κάτι μαζί με την ευκολία που μας προσφέρουν σήμερα οι πλατφόρμες, ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη.
Οι σημερινές πλατφόρμες σίγουρα μάς προσφέρουν ανεκτίμητες δυνατότητες σε σχέση με το παρελθόν. Ασφάλεια, σύγκριση τιμών, αμέτρητες πληροφορίες και τη δυνατότητα να γνωρίζουμε σχεδόν τα πάντα πριν φτάσουμε στον προορισμό μας.
Όμως εκείνα τα καλοκαίρια είχαν μια διαφορετική γοητεία.
Δεν υπήρχαν βαθμολογίες με αστέρια ούτε αλγόριθμοι προτάσεων. Υπήρχε μόνο η προσμονή του ταξιδιού, ένα τηλέφωνο γραμμένο σε ένα χαρτί, ένας κατάλογος του ΕΟΤ, μια σύσταση από φίλο και η αίσθηση ότι κάπου στο Αιγαίο σε περίμενε ένα μέρος που δεν είχες ακόμη ανακαλύψει.
Και ίσως τελικά αυτό να ήταν το μεγαλύτερο κομμάτι της εμπειρίας.
Ότι το καλοκαίρι άρχιζε πολύ πριν φτάσεις στο νησί, αλλά χωρίς να ξέρεις ακριβώς τι θα συναντήσεις εκεί.
