close search results icon

Τελικά είναι όμορφη η ζωή;

Τι σκέφτεσαι; Τίποτα. Ακριβώς αυτό το ασφαλές ψεύτικο τίποτα αναιρεί η Λαϊνά και απαντά με την αλήθεια, που ίσως για τον ίδιο λόγο η τελευταία είναι ανηλεής, σκληρή, ενίοτε θανατηφόρα.

Τελικά είναι όμορφη η ζωή;
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Θεωρείς όμορφη τη ζωή; Τη χαίρεσαι πιστεύεις ή μήπως δεν μπορείς να τη χαρείς; Τι προτιμάς την αλήθεια ή το ψέμα; Ζει η μάνα σου; Αν όχι, πότε πέθανε; Πάνε δέκα χρόνια ή ούτε εννιά μήνες; Της μοιάζεις; Όχι εμφανισιακά, στις συνήθειες, τα χούγια. Έχεις παρομοιώσει τη ζωή σου με το απαλό ξεθώριασμα του χρώματος στο τραπεζομάντηλο; Έχεις φίλους; Τους συμπαθείς; Σε παίρνουν τηλέφωνο; Σε νοιάζονται; Κι αν ναι, ξέρουν να το κλείνουν την κατάλληλη στιγμή; Και η τέχνη… τι ρόλο βαράει στη ζωή σου και στις συζητήσεις με τους φίλους σου η τέχνη; Κοιμάσαι καλά τα βράδια; Τελικά είναι όμορφη η ζωή;

Αυτά τα ερωτήματα συν άλλα τόσο, αλλά και η αντιφατική σύγκρουση τίτλου και περιεχομένου πέφτουν σαν ακατάπαυστοι πυροβολισμοί μυδραλίου στη νουβέλα της ποιήτριας Μαρίας Λαϊνά «Τι όμορφη που είναι η ζωή», που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2020 από τις εκδόσεις Πατάκη. Η προαναφερόμενη αντίφαση ξεπηδά ήδη από την πρώτη φράση του βιβλίου: τι όμορφη που είναι η ζωή και να μην μπορώ να τη χαρώ, είπε. Και καμιά φορά οι συγκυρίες διαμορφώνουν κάποιες συμπτώσεις που εξαπατούν μεν το μυαλό, που μπορεί να μην σχετίζονται, όμως απλά και μόνο για την αναφορά, η νουβέλα αυτή με τη συγκεκριμένη εναρκτήρια φράση εκδόθηκε εκείνες τις πρώτες μέρες που η χώρα μας υποδεχόταν την πανδημία και τα lockdown με την αίσθηση παραχώρησης της ομορφιάς της ζωής κυριαρχούσε ως τόσο ως υποχρέωση, αλλά ως επιλογή υπό το φόβο του αγνώστου. Τότε, γιατί πλέον παρατράβηξε. 

Το πεζό αυτό βιβλίο της Λαϊνά έχει -αυτό που αποκαλώ εγώ- συντροφικό μέγεθος. Μπορεί να βρίσκεται διαρκώς πάνω στο γραφείο, στο τραπέζι και να μην κάνει αισθητή χωροταξικά την παρουσία του. Δεν είναι από τα βιβλία εκείνα που είτε όταν τα παίρνεις και δεν θα τα διαβάσεις, είτε όταν τα τελειώνεις, πρέπει οπωσδήποτε να βρεις χώρο στη βιβλιοθήκη να τα βολέψεις. Μπορείς να το έχεις στην τσάντα και να μην καταλαβαίνεις καν ότι το έχεις. Σε κάθε στιγμή της ημέρας είναι σε εγρήγορση και πάντα έτοιμο. 

Συντροφικό, όμως, δεν είναι μόνο λόγω μεγέθους, αλλά και λόγω χρονικής σύμπτωσης των στιγμών του με την καθημερινή ζωή του αναγνώστη, αφού η νουβέλα αυτή δεν μιλά, δεν αφηγείται τόσο  γεγονότα, αλλά αυτό που υπάρχει πίσω από τα γεγονότα. Οι μύχιες αφανέρωτες σκέψεις, που μπορεί να μοιάζουν με εσωτερικό παραλήρημα, απόπειρα παραλογισμού. Η ποιήτρια κάνει το ακατόρθωτο και κυρίως θαρραλέο, απαντά με σκληρή αλήθεια στην ερώτηση που όλη απαντάμε με το πιο γνωστό και μεγάλο ψέμα. Τι σκέφτεσαι; Τίποτα. Ακριβώς αυτό το ασφαλές ψεύτικο τίποτα αναιρεί η Λαϊνά και απαντά με την αλήθεια, που ίσως για τον ίδιο λόγο η τελευταία είναι ανηλεής, σκληρή, ενίοτε θανατηφόρα. Δεν κάνει πάντα καλό. 

Μια γυναίκα καθώς μεγαλώνει διαπιστώνει πως χαρακτηριστικά και ιδιωματισμοί της μητέρας της, που θεωρούσε μακρινούς και ξένους, εμφανίζονται και αποτυπώνονται πάνω της, μέσα της. Η ζωή της μοιάζει με ένα μεγάλο γήπεδο με καμένο γκαζόν, που παίζει μπάλα και αλωνίζει η κατάθλιψη. Όλα αυτά που λέγεται πως ομορφαίνουν τη ζωή, γίνονται σαν καταναγκαστικά έργα ακριβώς για να την ομορφύνουν. Μάταια. Κι όταν επιστρατεύονται χάριν αυτού του κυνηγιού της πρόσκαιρης ομορφιάς έναντι του υποφωτισμένου μακρόστενου διαδρόμου, τότε καλύτερα είναι να αποφεύγονται. Έτσι και με την ποίηση. Υπάρχει εκεί για να θυμίζει, να υπενθυμίζει ότι μπορεί να είναι και καλύτερα  να αποφεύγεται. 

Το βιβλίο είναι γεμάτο από σκέψεις πάνω σε ερωτήματα που πολλοί άνθρωποι θεωρούν ανούσια και την απάντησή τους σε αυτά ακόμη και την προσπάθεια, μια πολυτέλεια που απέχει από τη ζωή. Όμως, αυτές είναι οι σκέψεις που νοηματοδοτούν το βίο του καθενός, οι στοχασμοί που γίνονται, όταν συμβαίνει, αυτό που λέμε, χαζεύω. Ποιος θα καταλάβει τη ζωή, πόσο μάλλον αν είναι όμορφη αν δεν ξέρει τι τον κάνει να νυστάζει και τι φταίει που δεν κοιμάται όταν το κάνει. Αν δεν αναγνωρίζει τα ενοχλητικά ‘’κουσούρια’’ των φίλων του και δεν μπορεί να μιλήσει για αυτά. Αν δεν μπορεί να απαντήσει και να αποδομήσει το γιατί άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Αυτές τις ‘’άσκοπες’’ σκέψεις τις κάνουμε στις πιο άκυρες στιγμές της μέρας και ποτέ κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πώς τις έχουμε δομημένες μέσα μας και πότες τις κάνουμε γι’ αυτό και αποτελούν το μεδούλι από όπου βγαίνει, παράγεται η λογοτεχνία. 

Αυτές οι σκέψεις οδηγούν ενίοτε σε διαπιστώσεις οδυνηρές, που μπορεί όμως να είναι συμβατές με την ομορφιά της ζωής. Μπορεί, όμως, απλά αυτή η ομορφιά της ζωής να είναι κι αυτή ένα μεγάλο ψέμα. Αλλά ποιος είπε πως το ψέμα είναι λιγότερο ευεργετικό από την αλήθεια;