90 χρόνια από το συγκλονιστικό καρέ μιας ταραγμένης περιόδου που σημάδεψε τη Θεσσαλονίκη
Το περιστατικό που ενέπνευσε τον Ρίτσο και πέρασε στην αιωνιότητα
Οι απεργίες των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1936 αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες στιγμές του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα γεγονότα εκείνων των ημερών έμειναν γνωστά ως «ο ματωμένος Μάης του ’36», καθώς οι κινητοποιήσεις κορυφώθηκαν με αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στους απεργούς και τις δυνάμεις της χωροφυλακής.
Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Οι καπνεργάτες, που αποτελούσαν έναν από τους πιο οργανωμένους εργατικούς κλάδους, εργάζονταν σε δύσκολες συνθήκες, με χαμηλά ημερομίσθια, ανεργία και έλλειψη κοινωνικής προστασίας.
Στη Θεσσαλονίκη, όπου η επεξεργασία καπνού αποτελούσε σημαντική οικονομική δραστηριότητα, χιλιάδες εργάτες και εργάτριες διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας.
Στις αρχές Απριλίου του 1936 πραγματοποιήθηκε συνέδριο των καπνεργατικών σωματείων, από το οποίο προέκυψε η Πανελλαδική Καπνεργατική Ομοσπονδία.
Οι εργαζόμενοι ζητούσαν αυξήσεις στα ημερομίσθια, εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης του 1924, βελτίωση της ασφάλισης και συνδικαλιστικές ελευθερίες.
Όταν οι καπνέμποροι απέρριψαν τα αιτήματα, αποφασίστηκε γενική απεργία.
Η απεργία ξεκίνησε στις 29 Απριλίου 1936 και γρήγορα εξαπλώθηκε από τη Θεσσαλονίκη σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας και της Ελλάδας, όπως η Καβάλα, η Δράμα και η Ξάνθη. Χιλιάδες καπνεργάτες κατέβηκαν στους δρόμους, ενώ σύντομα στο πλευρό τους στάθηκαν και άλλοι εργατικοί κλάδοι, όπως οι υφαντουργοί, οι αυτοκινητιστές και οι υποδηματεργάτες.
Η κυβέρνηση Μεταξά αντιμετώπισε τις κινητοποιήσεις με σκληρή καταστολή. Από τις πρώτες μέρες της απεργίας, η χωροφυλακή επιτέθηκε σε διαδηλωτές και απεργιακές περιφρουρήσεις.
Η ένταση κορυφώθηκε στις 8 και 9 Μαΐου, όταν μεγάλες διαδηλώσεις κατέκλυσαν το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας ήταν βίαιες και η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον των απεργών.
Στις 8 Μαΐου, 7.000 απεργοί συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία του σωματείου τους και άρχισαν μια μεγάλη πορεία προς την Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος. Η κυβέρνηση Μεταξά διέταξε το Γ’ Σώμα Στρατού να βρίσκεται σε ετοιμότητα.
Στις 9 Μαΐου, τα γεγονότα πήραν μεγαλύτερες διαστάσεις. Έμποροι, βιοτέχνες και εργάτες της Θεσσαλονίκης συμμετείχαν και αυτοί σε απεργία και ενώθηκαν με τους καπνεργάτες. Οι δρόμοι της πόλης γέμισαν διαδηλωτές και η Χωροφυλακή έχασε τον έλεγχο και άρχισε να πυροβολεί στα τυφλά.
Ο πρώτος νεκρός διαδηλωτής ήταν ο Τάσος Τούσης.

Ο Τούσης έπεσε νεκρός από σφαίρες της αστυνομίας στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατία στις 9 Μαΐου 1936 και ώρα 10:30 το πρωί.
Ο Τάσος Τούσης κατάγονταν από το Ασβεστοχώρι, ήταν αυτοκινητιστής και είχε αναλάβει να συντηρεί τη μητέρα και τις τέσσερις αδερφές του. Ήταν παντρεμένος με την Έλλη, καπνεργάτρια, και δεν είχαν παιδιά. Ήταν 25 ετών όταν δολοφονήθηκε.
Οι απεργοί μετά το συμβάν ξήλωσαν μια πόρτα και περιέφεραν πάνω της το σώμα του νεαρού εργάτη.
Οι αστυνομικές δυνάμεις, επιτέθηκαν εκ νέου με πυροβολισμούς, με συνέπεια οι απεργοί σηκώνοντας στους ώμους το αυτοσχέδιο φέρετρο του Τούση να απομακρυνθούν προς την Εγνατίας. Όταν στη συμβολή Εγνατίας-Αγ. Σοφίας δέχθηκαν οι διαμαρτυρόμενοι εργάτες νέα επίθεση, εγκατέλειψαν την πόρτα με τον δολοφονημένο Τάσο Τούση στη μέση του δρόμου, όπου το βρήκε, ειδοποιημένη από φίλους του νεκρού, η χαροκαμένη μάνα του.

Ο Ριζοσπάστης στο φύλλο της 10ης Μάη του 1936 θα δημοσιεύσει τη φωτογραφία της μάνας του νεκρού να θρηνεί πάνω από το σώμα του.
Το γεγονός αυτό θα συγκλονίσει τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο και θα αποτελέσει έμπνευση για την συγγραφή της συλλογής του Ο Επιτάφιος.

Ο αριθμός των νεκρών εκείνης της αναταραχής, παραμένει ακόμη αδιευκρίνιστος, με πιθανότερο αριθμό τους έντεκα, ενώ εφημερίδες της εποχής ανέβαζαν τους νεκρούς στους τριάντα. Η επερχόμενη δικτατορία και η δραματική δεκαετία του ’40 δεν άφησαν περιθώρια για την αντικειμενική καταγραφή του αριθμού των θυμάτων. Το σίγουρο είναι ότι μεταξύ των θυμάτων εκείνου του απεργιακού ξεσηκωμού περιλαμβάνοντας και οι παρακάτω νεκροί εργάτες:
Τάσος Τούσης, 27 ετών, αυτοκινητιστής από το Ασβεστοχώρι, Αναστασία Καρανικόλα, καπνεργάτρια, 23 χρόνων, μητέρα ενός παιδιού, Ίντο Τιακό Σρέντορ, 22 χρόνων, επινικελωτής, Γιάννης Πανόπουλος, 23 χρόνων, εργάτης βιοτεχνίας, από την Καλαμαριά Δημήτρης Αγλαμίδης, 25 χρόνων, σιδεράς, Σαλβατόρ Ματαράσο, 20 χρόνων, ιδιωτικός υπάλληλος, Δημήτρης Λαϊλάνης ή Λαϊνάς, 17χρόνων, Σταύρος Διαμαντόπουλος, 23 χρόνων, Μανόλης Ζαχαρίου, 26 χρόνων, Ευθύμιος Αδαμαντίου, 18 χρόνων, υποδηματοποιός· Ευάγγελος Χολής, 32 χρόνων, καπνεργάτης

Η φωτογραφία-σύμβολο του Μάη του ’36, υπήρξε η κλασική φωτογραφία της τραγικής μάνας που κλαίει και οδύρεται πάνω από το κουφάρι του γιου της. Αυτή η φωτογραφία ενέπνευσε στο Γιάννη Ρίτσο τον «Επιτάφιο», ποίημα που μελοποιήθηκε το 1958 από το Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι.

Ο ποιητής κλείνεται στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης 30 και συγγράφει. Όπως ο ίδιος λέει, «είχε κλειστεί στη σοφίτα του δύο μερόνυχτα και έγραφε, χωρίς να φάει και να κοιμηθεί, την τρίτη μέρα, δεν άντεξε, άρχισε να σβήνει…». Κατόπιν, παραδίδει τα πρώτα τρία ποιήματα, από τα 20 συνολικά, στον Ευθύφρονα Ηλιάδη και δημοσιεύονται στον Ριζοσπάστη.
Σε 3 μέρες γράφει 14 από τα 20 συνολικά ποιήματα και δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου.
Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου, Πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου, που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ᾿ το τσίνορό μου, Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσὺ που μούφερνες νεράκι στὴν παλάμη πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι; Στη στράτα εδώ καταμεσὶς τ᾿ άσπρα μαλλιά μου λύνω και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει κ’ είναι σα να μου θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει. Δε μου μιλεῖς κ’ η δόλια εγὼ τον κόρφο, δες, ἀνοίγω και στα βυζιὰ που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.
VI
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι, και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι
Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα, κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα. Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια, τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια. Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας, και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.
Το 1957 ο Ρίτσος θα στείλει ένα αντίτυπο της ποιητικής συλλογής στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος ζει στο Παρίσι. Οπως θα εξομολογηθεί ο γνωστός μουσικοσυνθέτης, «μια μέρα μου λέει η Μυρτώ (σ.σ.: η σύζυγός του) να πάμε να ψωνίσουμε για το βράδυ. Πήγαμε σε ένα ελληνικό μπακάλικο και εγώ περιμένοντας στο αυτοκίνητο είχα μαζί μου τον “Επιτάφιο”. Εβρεχε. Αρχίζω να τον ξεφυλλίζω. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, χαράζω πεντάγραμμο στα περιθώρια των σελίδων και αρχίζω να γράφω μουσική για τα ποιήματα. Μελοποιώ και τα είκοσι». Ετσι θα γεννηθούν, μεταξύ άλλων, τα τραγούδια «Μέρα Μαγιού», «Να ’χα τ’ αθάνατο νερό», «Πού πέταξε τ’ αγόρι μου» και τόσα άλλα, με την αξεπέραστη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Το 1975 η Μαρίκα Μπόχαλη-Τούση, αδελφή του δολοφονημένου Τάσου, αν και αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα όρασης, καταφέρνει να μάθει να γράφει. Το πρώτο της γράμμα ήταν μια ευχαριστήρια επιστολή προς τον Γιάννη Ρίτσο. Ο ποιητής θα της απαντήσει: «Με εξαιρετική συγκίνηση διάβασα το απρόσμενο γράμμα σας. Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας θεωρώ αδελφή μου, όπως σαν αδελφό μου ένιωσα και τραγούδησα τον ήρωα και μάρτυρα αδελφό σας».
Η πρώτη παρουσίαση των τραγουδιών του «Επιτάφιου» στην Ελλάδα, έγινε στις 5 Οκτωβρίου 1960, στην Ελευσίνα, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Το μνημείο των Πεσόντων Εργατών
Βγαίνοντας από το σταθμό «Βενιζέλου» στο Μετρό Θεσσαλονίκης, στη νότια πλευρά της οδού Εγνατίας, συναντάς, πίσω από το Μπεζεστένι, ένα μνημείο το οποίο επανατοποθετήθηκε πρόσφατα εκεί, αλλά έχει έναν πολύ σημαντικό συμβολισμό.
Πρόκειται για το Μνημείο των πεσόντων εργατών, ένα γλυπτό του Άγγελου Βλάσση, που δημιουργήθηκε το 1997, μετά από παραγγελία του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης.

Αρχικά είχε μπει στην πλατεία Καπενεργάτη, στο σημείο δηλαδή όπου βρίσκεται και τώρα, θυμίζοντας το μακελειό της Θεσσαλονίκης, την αποτρόπαιη δολοφονία του αυτοκινητιστή Τάσου Τούση και 11 ακόμη ανθρώπων τουλάχιστον, στις 9 Μαΐου του 1936, 89 χρόνια δηλαδή ακριβώς από σήμερα, στις μεγάλες διαδηλώσεις των καπνεργατών στην πόλη.
Με τις εργασίες για το Μετρό, το μνημείο είχε μεταφερθεί για χρόνια ακριβώς έξω από το κτήριο του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου, στην οδό Ολύμπου, στο πάρκο απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.
Όμως, με την παράδοση του Μετρό και την ανάπλαση της πλατείας Καπνεργάτη στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Εγνατία, το σημαντικό μνημείο επανατοποθετήθηκε στο σημείο όπου βρισκόταν αρχικά.
Περίπου στα 300 μέτρα από εκεί, στη συμβολή των οδών Συγγρού και Πτολεμαίων, δολοφονήθηκε ο Τάσος Τούσης.
Το μνημείο είναι φτιαγμένο από ορείχαλκο και στηρίζεται πάνω σε μια σειρά από σιδερένιες βέργες Τα χέρια της μάνας, αλλά και τα άνω και κάτω άκρα του Τούση, βρίσκονται εκτός του πλαισίου του έργου και δίνουν μια προοπτική στο γλυπτό, αλλά και μια δραματικότητα. Στο κάτω μέρος του έργου, υπάρχει η υπογραφή του γλύπτη. Κατά την διάρκεια της εργατικής Πρωτομαγιάς γίνεται κατάθεση στεφάνων στο μνημείο. Μνημείο για τον Τάσο Τούση υπάρχει και στο Ασβεστοχώρι, γενέτειρα του αδικοχαμένου νεαρού.

Ο γλύπτης Άγγελος Βλάσσης γεννήθηκε το 1948 στην Αθήνα και σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών. Έχει φιλοτεχνήσει πολλά υπαίθρια γλυπτά και μνημεία με γνωστότερα της Εθνικής Αντίστασης στα Νέα Λιόσια, του Γρηγορίου Λαμπράκη στην Αθήνα, των Ολυμπιονικών 1992 στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής και την προτομή του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα.
