Θεσσαλονίκη

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης από το Ω ως το Α

Το εξαιρετικό πνεύμα του καιρού μας, με το πνευματώδες χιούμορ, μιλά στην Parallaxi από το παρόν μέχρι το παρελθόν.

Κική Μουστακίδου
ο-αχιλλέας-κυριακίδης-από-το-ω-ως-το-α-387949
Κική Μουστακίδου

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν χρειάζονται συστάσεις, χωρίς αυτό να εντάσσεται σε δημοσιογραφικά και πάσης φύσεως κλισέ.

Πεζογράφος, μεταφραστής, σεναριογράφος, σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους και πάνω από όλα ένα εξαιρετικό πνεύμα που προσδίδει κάτι αλλοτινό στην ευθύγραμμη πορεία των καιρών μας. Στη Θεσσαλονίκη, θα τον δεις να σπάει τη ρουτίνα της Παπαμάρκου με το στιβαρό του βήμα.

Στην Parallaxi, θα τον διαβάσεις σε μια κουβέντα από το παρόν προς το παρελθόν, από το Ω ως το Α, που ξεκινά από τον πρόσφατο Νοέμβριο (κάτι σαν ποιητική αδεία) στην Αθήνα και φτάνει μέχρι τα παιδικά του χρόνια στο Κάιρο, ανάμεσα στα σκληρά κόκκινα εξώφυλλα του Ιουλίου Βερν.

Νοέμβριος 2018. Πού σας πετυχαίνουμε, πάνω σε ποιο υπό μετάφραση κείμενο, πάνω σε ποιο δικό σας γραπτό;

Νοέμβριος 2018: Ίσως ήταν ο πιο σημαντικός Νοέμβριος της ζωής μου, μετά, βέβαια, από εκείνον του 1946 (σ.σ. ο Αχιλλέας Κυριακίδης γεννήθηκε το 1946). Εκδόθηκε το καινούργιο μου βιβλίο (Το Μουσείο των Τύψεων και άλλα διηγήματα), κυκλοφόρησαν δύο ακόμα μεταφράσεις μου [Ιστορία μιας λευκής φάλαινας του Λουίς Σεπούλβεδα και (το πολύ σημαντικό) Κάποιος Λούκας του Χούλιο Κορτάσαρ] και, προπάντων, αναγορεύτηκα Επίτιμος Διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου (Τμήμα Ξένων Γλωσσών και Μετάφρασης). Αυτόν τον καιρό, ετοιμάζω μια συγκεντρωτική επανέκδοση όλων των κινηματογραφικών κειμένων μου που έχουν διασπαρεί σε διάφορα βιβλία, και μεταφράζω το Υπολήψεις του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες και άλλη μία συλλογή διηγημάτων του Χούλιο Κορτάσαρ (Αγαπάμε τόσο πολύ την Γκλέντα).

Από την αναγόρευση του στη Κέρκυρα όπου ο λόγος που εκφώνησε έχει τίτλο: ”Ο Χόρχε Λουϊ Μπόρχες και η αγωνία της μετάφρασης”.

Είναι η μετάφραση μια δεύτερη γραφή και πώς διαφέρουν για εσάς οι δύο διαδικασίες; Η συγγραφή και η μετάφραση; Ποιους ξεχωριστούς καρπούς δίνει η κάθε μία;

Η πρώτη απάντηση που μου ’ρχεται στο νου μπορεί να φανεί παραδοξολογική, αλλά, τελοσπάντων, κάποιο «κουσούρι» πρέπει να μου ’χει αφήσει αυτή η πολύχρονη θητεία μου στον Μπόρχες. Ναι, είναι μια δεύτερη γραφή, αλλά μόνο αν συμπεριληφθούν στο συλλογισμό δύο δεδομένα: α) ότι η μετάφραση (έτσι όπως κατέληξα να την ορίζω) δεν είναι παρά μια δημιουργική ανάγνωση, και β) ότι κάθε αναγνώστης ξαναγράφει το βιβλίο που διαβάζει, με βάση τις δικές του εμπειρίες, τη δική του ψυχοσύνθεση, τη δική του διάθεση τη στιγμή που το διαβάζει.

Αν με ρωτάτε αν θεωρώ ότι ο μεταφραστής έχει δικαίωμα (ή και καθήκον) να επέμβει στο πρωτότυπο και να το «βελτιώσει» κατά το δοκούν, τότε η απάντησή μου δεν μπορεί παρά να είναι: «Επ’ ουδενί. Ο μεταφραστής είναι υπόδουλος του συγγραφέα και, ως τέτοιος, έχει χρέος να τον υπηρετήσει όσο το δυνατόν πιο πιστά». Αν, τέλος, η ερώτησή σας είναι τελείως αθώα, άμεση, απαλλαγμένη από θεωρητικούς υπαινιγμούς και θέλει να μου εκμαιεύσει το αν θεωρώ τη μετάφραση ισάξια δημιουργική πράξη με τη συγγραφή, τότε η απάντησή μου θα είναι απερίφραστη: «Ναι». Το ίδιο απερίφραστη θα είναι και η θετική απάντησή μου στο αν πιστεύω στην ισοτιμία της συγγραφής και της μετάφρασης από πλευράς δημιουργικότητας. Νομίζω ότι οι δύο αυτές δραστηριότητες κινούνται παράλληλα, διατηρούν αρμονικές σχέσεις και αλληλοτροφοδοτούνται. Στη συνείδησή μου, δηλαδή, καμία δεν έχει (ούτε διεκδικεί) τα πρωτεία, αν και, καμιά φορά, το ομολογώ, αισθάνομαι ένα μικρό «τσίμπημα» στον συγγραφικό εγωισμό μου όταν κάποιος με «αναγνωρίζει» μόνο από τις μεταφράσεις μου. Κάποτε, σε μια «καλοπροαίρετα πονηρή» ερώτηση του Μισέλ Φάις, είχα απαντήσει ότι ο «κατά Κυριακίδη Μπόρχες» είναι ο «κατά Μπόρχες Μπόρχες», αφού ο Κυριακίδης (πρέπει να) είναι ο Μπόρχες όταν μεταφράζει Μπόρχες. Ταπεινούμαι αμέσως: αλίμονο αν ο μεταφραστής δεν ταυτίζεται με τον συγγραφέα που μεταφράζει. Κι αν ο Φλομπέρ έχει πει το περίφημο «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ», τότε «Ο Φλομπέρ είμαι εγώ» πρέπει να (μπορεί να) λέει ο μεταφραστής του.

Επιλέγετε εσείς το βιβλίο που θα μεταφράσετε και το προτείνετε στον εκδοτικό οίκο; Πώς συναντιέστε με τα γραπτά των ξένων συγγραφέων που μεταφράζετε και ποια είναι η προσέγγισή σας σε αυτά σε ό, τι αφορά τον τρόπο δουλειάς, την τεχνική;

Εξ ορισμού και εκ φύσεως, η μετάφραση είναι κάθε άλλο παρά ελεύθερη ή, εν πάση περιπτώσει, όσο ελεύθερο είναι κι ένα αυτοκίνητο να σε πάει όπου θέλει αυτό. Από την άλλη, η πιστότητα στο ξένο κείμενο είναι μάλλον πιστότητα στο πνεύμα και στη βούληση του συγγραφέα, που εκφράζεται με την επιλογή συγκεκριμένου ύφους και συγκεκριμένων λέξεων. Ο μεταφραστής δεν επεμβαίνει, δεν «διορθώνει», δεν καλλωπίζει, δεν λειαίνει, δεν στιλβώνει, κι ας λέει ο Μπόρχες, στην περίφημη παραδοξολογία του, ότι συχνά το πρωτότυπο αδικεί τη μετάφραση. Ο μεταφραστής είναι δέσμιος της αισθητικής του συγγραφέα. Ο μεταφραστής υπηρετεί το πνεύμα του συγγραφέα και το γράμμα της γλώσσας στην οποία μεταφράζει.

Από ποια γλώσσα προτιμάτε να μεταφράζετε; Υπάρχει τέτοιου είδους προτίμηση;

Δεν νοείται τέτοια προτίμηση. Αν, όμως, θέλετε να εκμαιεύσετε ποια από τις γλώσσες που γνωρίζω με παιδεύει περισσότερο, σας απαντώ ευθέως ότι είναι η γλώσσα που γνωρίζω καλύτερα: η αγγλική. Με τσακίζει η ακρίβεια αυτής της οξύγωνης γλώσσας που δεν ανοίγεται, που δε σου αφήνει τον παραμικρό χώρο ν’ απλωθείς και να «παίξεις». Το (ενδεχομένως) παράδοξο είναι ότι την ακραία και τέλεια εφαρμογή αυτού του χαρακτηριστικού της αγγλικής γλώσσας τη βρίσκουμε στην πεζογραφία δύο συγγραφέων που τα αγγλικά δεν ήταν η μητρική τους γλώσσα: του Κόνραντ και του Ναμπόκοφ! Ας σας εκμυστηρευτώ, επίσης, ότι λυπάμαι πάρα πολύ που δεν γνωρίζω μια γλώσσα με την οποία είμαι πλατωνικά ερωτευμένος, τη γερμανική.

Πιστεύετε ότι ο κόσμος, το αναγνωστικό κοινό, δε δίνει τη δέουσα σημασία στους μεταφραστές; Αν ναι, γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο και τι πρέπει να αλλάξει προς μια άλλη κατεύθυνση;

Νομίζω ότι έχει αρχίσει πια να δίνει – και πολλή, μάλιστα. Ένα από τα πιο συγκινητικά και πιο ενθαρρυντικά πράγματα που μπορεί ν’ ακούσει ένας μεταφραστής είναι κάτι που ευτύχησα να το ακούσω κάμποσες φορές: ότι το όνομά του στο εξώφυλλο κάποιου βιβλίου είναι δέλεαρ και εγγύηση.

Ποιους εκπροσώπους του νέου λογοτεχνικού αίματος πιστεύετε και ποιους σύγχρονους Έλληνες μεταφραστές θαυμάζετε;

Δε θέλω να αναφέρω ονόματα, γιατί σίγουρα θα παραλείψω κάποιον/αν και δεν θέλω να αδικήσω μια λαμπερή γενιά νέων πεζογράφων και ποιητών που κόσμησαν και, είμαι βέβαιος, θα συνεχίσουν να κοσμούν με τα έργα τους τη νεοελληνική λογοτεχνία. Το ίδιο ισχύει και ως προς τους μεταφραστές. Έχουμε πολύ σημαντικούς μεταφραστές που τιμούν το λειτούργημά τους και, δι’ αυτού, την ελληνική γλώσσα.

Είναι προτιμότερο να διαβάζει ο κόσμος έστω και κακά βιβλία από το να μη διαβάζει καθόλου;

Αν τα κακά βιβλία οδηγήσουν κάποιον, έστω και κατά τύχην, να διαβάσει ένα καλό που θα του αρέσει και, κυρίως, θα του δώσει να καταλάβει γιατί τόσον καιρό διάβαζε κακά βιβλία, ναι.

Μπόρχες. Ολόκληρο κεφάλαιο για εσάς. Διάβαζα σε μια παλιότερη συνέντευξή σας «έχω δειπνήσει με τον Μπόρχες (σ’ ένα αξέχαστο κρητικό τσιμπούσι όπου ψητά αρνιά, κατσίκια και πλανόδιοι πωλητές ανοξείδωτων κρητικών εγχειριδίων τον πολιορκούσαν εις μάτην)». Τι είναι αυτό που σας συγκλονίζει στον Μπόρχες; Υπάρχει αντίστοιχος του Μπόρχες στον καιρό μας;

Θα καταλάβετε τι με «συγκλονίζει» στον Μπόρχες, όταν διαβάσετε τι απαντώ σε κάθε ερώτηση που μου απευθύνουν ως προς το τι πρέπει να περιμένει να δει ένας αναγνώστης που για πρώτη φορά δρασκελίζει το κατώφλι του μπορχεσιανού σύμπαντος («που άλλοι το ονομάζουν Βιβλιοθήκη»): «Να ετοιμαστεί να καταδυθεί στην άβυθη και απέραντη θάλασσα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Να ξεχάσει ό,τι έχει διαβάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, για τον πολύ απλό λόγο ότι θα το ξαναβρεί, διηθημένο και μεταπλασμένο με απαράμιλλη δεξιοτεχνία στα αφηγήματα και τα δοκίμια αυτού του μείζονος διανοητή του 20ού αιώνα. Κι αν δεν το αναγνωρίσει, τόσο το καλύτερο: πέρα απ’ την αισθητική, θα νιώσει και τη συγκίνηση του αρχαιολόγου που βρίσκει θησαυρούς στα εκθαμβωτικά ναυάγια της ανθρώπινης ιστορίας». Όσο για το ερώτημά σας αν υπάρχει (ή πρέπει να υπάρχει) ένας Μπόρχες στον καιρό μας, θα σας απαντήσω ότι βεβαίως και υπάρχει: ο Μπόρχες.

Υπάρχει ένα τραγούδι με το όνομά σας από τον Larry Gus που μάλιστα είναι πολύ γνωστή μελωδία στα αυτιά μας. Αυτό πώς προέκυψε και αν του βάζατε στίχους, ποιοι θα ήταν αυτοί;

Σωστά έρχεται αυτή η ερώτηση μετά τον Μπόρχες, γιατί το τραγούδι προέκυψε ως αντίδωρο του Larry Gus για τις μεταφράσεις μου του Μπόρχες και του Ζορζ Περέκ. Όσο για τους στίχους, θα μπορούσε να είναι γραμμένοι στη γλώσσα του μπορχεσιανού Πλανήτη Τλον ή να είναι ορισμοί σταυρολέξων του Περέκ ή, τέλος, και μάλλον αυτό, να επαναλαμβάνουν το όνομα «Ιωάννα» σε μια ερωτική λούπα.

Η καθημερινότητά σας σήμερα; Πόσο διαφορετικά κυλάει μια Κυριακή σε σύγκριση με μια Τρίτη, μια Τετάρτη;

Ο αγαπημένος μου Τέλλος Φίλης μού θύμισε πρόσφατα μια φράση του Γιώργου Ιωάννου από την Καταπακτή: «Εγώ είμαι για τις καθημερινές˙ για τις Κυριακές και τις γιορτές είναι οι άλλοι». Ευτυχώς που είμαι (και) ποδοσφαιρόφιλος, γιατί με τόσες κυριακάτικες μελαγχολίες που ’χω περάσει στη ζωή μου δε θα την έβγαζα καθαρή.

Το σινεμά πώς ήρθε στη ζωή σας, τι χώρο καταλαμβάνει σε αυτή και γιατί μικρού μήκους;

Προφανώς εννοείτε την ενεργητική ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο, γιατί, αν θυμάμαι καλά, πρώτα είδα ταινία στο σινεμά και μετά διάβασα το πρώτο μου βιβλίο. Ε, λοιπόν, ας όψεται (με την πιο καλόβουλη έννοια του όρου) ο Γιάννης Σμαραγδής που μου ανέθεσε να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ για τον Τάκη Σινόπουλο, στο πλαίσιο της τηλεοπτικής σειράς Η δε πόλις ελάλησεν. Η ταινία πήγε στη Δράμα όπου κέρδισε το πρώτο βραβείο και, μαζί, μια επιχορήγηση από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου να γυρίσω την πρώτη μου μυθοπλασία. The rest is history: 10 ταινίες μικρού μήκους. Ναι: μικρού μήκους, όλες, γιατί λατρεύω αυτό το απολύτως αυτόνομο κινηματογραφικό είδος, όπως γράφω και μόνο διηγήματα, κι ας έχω λατρέψει κι έχω διαμορφωθεί από δεκάδες συγκλονιστικά μυθιστορήματα και ταινίες μεγάλου μήκους.

Κάνατε και πέρασμα επί της οθόνης στο Suntan. Υπάρχουν άλλες συμμετοχές σας μπροστά στην κάμερα και όχι στο κομμάτι της δημιουργίας μιας ταινίας;

Έχω παίξει σε κάμποσες, μεταξύ των οποίων Η εποχή των δολοφόνων του Γραμματικού (της οποίας συν-έγραψα και το σενάριο), το Ακροπόλ του Βούλγαρη, ο Άδικος κόσμος του Τσίτου, ο Νοτιάς του Μπουλμέτη, το Amerika Square του Σακαρίδη, το (μετά το Suntan) Monday του Παπαδημητρόπουλου και σε μια σκηνή της (φευ!) ανολοκλήρωτης τελευταίας του Αγγελόπουλου.

Έχετε δουλέψει στο χώρο της διαφήμισης, σε τράπεζα. Πώς έγινε το πέρασμα στον κόσμο της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα και τι σας έχει διδάξει η θητεία σας σε αυτές τις διαφορετικές δουλειές;

Έχω δουλέψει σε Τράπεζα, ναι. Πολλά πολλά χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Κι αργότερα, στη διαφήμιση. Αυτό το θυμάμαι. Κάτι που δεν ξεχνώ, όμως, ιδίως έως αποκλειστικά από την τραπεζική μου θητεία, είναι η καθημερινή ηδονή απ’ το σχόλασμα, το λύσιμο του κόμπου της γραβάτας, ο ουρανός του άλλου κόσμου στον οποίο επέστρεφα, έτοιμος Δόκτωρ Τζέκιλ να ξαναβρώ τη ζωή μου και τα γραφτά μου, δηλαδή τη ζωή μου.

Ο Κορτάσαρ στο Κουτσό λέει ότι «υπήρχε τόσος χαμένος χρόνος μέσα σου, ήσουν τόσο το καλούπι αυτού που θα μπορούσες να είσαι κάτω από άλλους αστερισμούς». Πώς πολεμάτε με τον χαμένο χρόνο; Έχετε νιώσει αυτή την αίσθηση που αναφέρει, παρά τον γεμάτο βίο σας, σε στιγμές; Και πώς το αντιμετωπίζετε;

Μόνο σε μία, τραγική, περίοδο της ζωής μου βρέθηκα σ’ αυτή τη συνθήκη. Κι έγραψα αυτό: «Πάσχω από σύνδρομο επίκτητης χρονοφιλίας: χάνω χρόνο ακατάσχετα». Ούτε στον εχθρό μου.

Το πρώτο βιβλίο που γράψατε και το πρώτο που μεταφράσατε;

Το πρώτο βιβλίο που εξέδωσα ήταν η συλλογή διηγημάτων Διαφάνεια (Δωδώνη, 1973). Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν το Viva la muerte του Αραμπάλ, αλλά, εν μέσω χούντας, κανείς εκδότης δεν θέλησε να πάρει το ρίσκο. Αργότερα δημοσίευσα κάποιες μεταφράσεις μου αμερικανών συγγραφέων (Μπέλοου, Σάλιντζερ, Απντάικ, Καπότε κ.ά.) σε εφημερίδες και περιοδικά (Η Καθημερινή και Εποπτεία, μεταξύ άλλων). Η πρώτη μου μετάφραση που εκδόθηκε ήταν το διηγηματικό δίπτυχο Ρόδινο και Γαλάζιο του Μπόρχες από τις γενναιόδωρες και φιλόξενες Εκδόσεις Ύψιλον (1982).

Η Αθήνα του ξεκινήματός σας και τον πρώτων χρόνων της δημιουργικής σας ενασχόλησης με τα γράμματα τι χρώματα και αρώματα είχε; Υπήρχαν τα στέκια και οι λογοτεχνικές παρέες της κάθε γενιάς, το ζήσατε αυτό;

Πρόλαβα να ζήσω το θνησιγενές boom, σε όλες τις τέχνες, της διετίας 1965-1967. Η βίαιη διακοπή από τη δικτατορία αυτής της συναρπαστικής πνευματικής και καλλιτεχνικής άνοιξης θα καταγραφόταν ως ένα από τα πιο ασύγγνωστα εγκλήματα στην νεοελληνική Ιστορία, αν είχε οδηγήσει στο μαρασμό της απογοήτευσης και στην αναστολή κάθε δημιουργικής ορμής, πράγμα που (με εξαίρεση τα δυο-τρία πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, με τη μελαγχολία της αμηχανίας τους) ευτυχώς δεν συνέβη.

Ποιοι άνθρωποι σας λείπουν, ποιοι νιώθετε ότι λείπουν, άνθρωποι που θα μπορούσαν να προσθέσουν ποιότητα στον πολιτισμό της Ελλάδας σήμερα;

Όσοι «θα μπορούσαν να προσθέσουν ποιότητα στον πολιτισμό της Ελλάδας σήμερα» είναι οι ίδιοι που πρόσθεσαν στον πολιτισμό της Ελλάδας και χθες και προχθές. Στο χέρι μας είναι να μην αποποιηθούμε τα παραδεδομένα, ώστε αυτοί οι άνθρωποι να μη μας λείπουν ποτέ.

Από μικρός ο κόσμος της λογοτεχνίας ήταν δελεαστικός για εσάς; Γεννηθήκατε στο Κάιρο, μεγαλώσατε εκεί;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Κάιρο, στους κόλπους μιας μικροαστικής οικογένειας. Απ’ τα παιδικά μου χρόνια κατάγεται η αγάπη μου για τη μουσική και για τον κινηματογράφο. Τα διαβάσματά μου εξαντλούνταν στη Βιβλιοθήκη Ιουλίου Βερν με τα σκληρά κόκκινα εξώφυλλα και την εξίσου σκληρή (αλλά τρισχαριτωμένη) καθαρεύουσα, καθώς και στα Κλασικά Εικονογραφημένα. Ακόμα κρατάω κάποιες εικόνες και τη μυρωδιά τους. Ερχόμενος στην Ελλάδα, στα δεκατέσσερά μου, ανακάλυψα ότι υπήρχαν κι άλλα φωτεινά σώματα στο στερέωμα: το άστρο Ντοστογιέφσκι, ο πλανήτης Κάφκα, ο κομήτης Καζαντζάκης.

Ο μεγαλύτερος φόβος και η μεγαλύτερη ασπίδα απέναντι σε αυτόν;

Ο βασανιστικός θάνατος. Όσο για την ασπίδα, “the mass and majesty of this world, all / that carries weight and always weighs the same / lay in the hands of others”: «Η μάζα και το μεγαλείο αυτού του κόσμου, ό,τι / βαραίνει και βαραίνει πάντα το ίδιο / βρίσκονταν στων αλλουνών τα χέρια», όπως γράφει ο Όντεν στο ποίημά του «Η ασπίδα του Αχιλλέα» (και μεταφράζει ο Αντώνης Δεκαβάλλες).

Το μεγαλύτερο λάθος;

Ότι δεν έμαθα μουσική και, επομένως, δε θα είχα γράψει όλα αυτά που έχω γράψει αν μπορούσα να συνθέσω έστω και μόνο ένα σούρουπο όπως αυτό στο οποίο σβήνει το τέταρτο από τα Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια του Ρίχαρντ Στράους.

Η μεγαλύτερη επιδίωξή σας και το μεγαλύτερό σας όνειρο για το μέλλον; Είναι διαφορετικά σε ποιότητα, στον πυρήνα τους, αυτά τα δύο;

Το μεγαλύτερο όνειρό μου για το μέλλον; Εδώ που φτάσαμε, να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο. Το μέλλον.

*Το βιβλίο «Το Μουσείο των Τύψεων και άλλα διηγήματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Ένας επιμελητής εκδόσεων βελτιώνει το ύφος συγγραφέων και επεμβαίνει ακόμα και σε κλασικά κείμενα. Ένας παθιασμένος αναγνώστης χάνεται στα λαβυρινθώδη προσχέδια διηγημάτων του αγαπημένου του συγγραφέα. Ένας άλλος γευματίζει με τον μπορχεσιανό Φούνες τον μνήμονα, την ώρα που ο νεαρός Μπόρχες βρίσκεται αντιμέτωπος με το αίνιγμα του χρόνου στην τοποθεσία Σαράντα Χώματα. Κι ενώ γνωστοί μυθιστορηματικοί χαρακτήρες αναζητούν τη θέση τους σ’ ένα καινούργιο αφήγημα, μια τσεστερτονικής εμπνεύσεως λέσχη επιτρέπει στα μέλη της να μελαγχολούν απερίσπαστα. «Σύντομες και παράξενες» ιστορίες, παγιδευμένες στις συμπληγάδες ενός μεταφυσικού ρεαλισμού, που αρδεύονται όλες τους από την ανεξάντλητη πηγή του μεγάλου Αργεντινού, κρυμμένου δίκην υποβολέως πίσω από κάθε γραμμή τους. Έκπληξη της συλλογής, ένα διήγημα που ο Μπόρχες δεν εξέδωσε (μπορεί και να μην έγραψε) ποτέ.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα