Από το Ναυάγιο στον Άγιο Θεωνά
Θάλασσα και βουνό την ίδια μέρα
Λέξεις, εικόνες: Στέργιος Μήτας
Το ιδιαίτερο με την πόλη που ζούμε είναι πως, μέσα στην ίδια μέρα, μπορείς να βρεθείς και στη θάλασσα και στο βουνό. Σε περίπου σαράντα λεπτά φτάνεις στο Ναυάγιο στον υγροβιότοπο της Επανομής. Εδώ το πρωινό απλώνεται μπροστά σου ήρεμο, μια βουτιά στην κρύα θάλασσα, μια βόλτα ξυπόλυτος στην άμμο, λίγη χαλάρωση δίπλα στο κύμα με ένα ζεστό ρόφημα στο χέρι. Κι ύστερα, προς το μεσημέρι, με άλλα σαράντα λεπτά δρόμο, το τοπίο αλλάζει εντελώς. Βρίσκεσαι πια στο βουνό, σε μια σύντομη ανάβαση που σε οδηγεί στο μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Θεωνά – έναν τόπο γαλήνης, όπου ο αέρας είναι πιο δροσερός, η θέα ανοίγει μακριά και ο χρόνος μοιάζει να κυλά πιο αργά.
Ο υγροβιότοπος της Επανομής είναι ένα μοναδικό οικοσύστημα μεγάλης αξίας ενταγμένος στο δίκτυο Natura 2000. Έχει πολλά ονόματα Ναυάγιο, Ποταμός, Μύτη και άλλα. Κρατάω το Ναυάγιο που μου θυμίζει την απερίσκεπτη προσπάθεια που έγινε κάποτε να μπαζωθεί ο υγροβιότοπος.
Έρχομαι εδώ τον χειμώνα. Κολυμπάω, περπατάω στην αμμουδιά, σε αυτό το κομμάτι άμμου που μπαίνει μέσα στην θάλασσα σαν μύτη, με την μοναδική ομορφιά του.
Στην άκρη, εκεί που με βλέπεις σαν κουκίδα, ενώνονται δύο θάλασσες. Εδώ μου αρέσει να στέκομαι όρθιος και να αγναντεύω το πέλαγος.
Πάντα φυσάει λίγο θαλασσινό αεράκι που χαϊδεύει απαλά το σώμα μου. Στα πόδια μου πηγαινοέρχεται το κύμα και αλλάζει την άμμο, ποτέ δεν πατάω στην ίδια αμμουδιά. Αναπνέω τον αέρα της θάλασσας, την αλμύρα, ακούω τον ήχο της – αυτό το ρυθμικό σύρσιμο του νερού πάνω στην άμμο, μπρος – πίσω συνέχεια – με νανουρίζει, με ηρεμεί. Η θάλασσα έχει μεγάλη δύναμη. Εδω γεμίζω με ηρεμία και μια εσωτερική πληρότητα. Λίγες στιγμές εδώ στη Μύτη είναι η ευτυχία ολόκληρης της ημέρας.

Στο κρύο νερό
Το προσπαθώ μια φορά την εβδομάδα να μπαίνω στο κρύο νερό. Τον χειμώνα η θάλασσα είναι πανέμορφη στα χρώματά της. Το νερό είναι γύρω στους δώδεκα βαθμούς. Δεν είναι εύκολο να μπεις, αν δεν το κάνεις τακτικά. Μερικές φορές όμως, είναι πιο ζεστά μέσα από ότι έξω.
Δεν μπαίνεις απότομα αλλά ούτε αργείς πολύ. Χρειάζεται λίγος χρόνος, να συνηθίσει το σώμα, να ρυθμίσει τη θερμοκρασία του. Μετά απολαμβάνεις την επαφή με το κρύο νερό. Δεν στέκεσαι ακίνητος, κολυμπάς όσο αντέχεις.
Σε λίγο το σώμα σου αρχίζει να απελευθερώνει τις ορμόνες τις ευτυχίας και σε κάνει να λες – τι μαγικό πράγμα είναι αυτό. Το καλύτερο αντικαταθλιπτικό. Τί κάνει όμως στο σώμα σου η χειμερινή κολύμβηση;
Μπαίνοντας στη θάλασσα τον χειμώνα, το σώμα αντιδρά ακαριαία. Το κρύο νερό λειτουργεί σαν ηλεκτρικό ερέθισμα, η καρδιά επιταχύνει, η αναπνοή βαθαίνει, το νευρικό σύστημα ενεργοποιείται, το σώμα απελευθερώνει αδρεναλίνη.
Το αίμα φεύγει από την επιφάνεια και κατευθύνεται προς τα ζωτικά όργανα. Η κυκλοφορία προσαρμόζεται και η θερμοκρασία ρυθμίζεται ξανά. Από αυτή την στιγμή και μετά έχεις χρόνο να κολυμπήσεις, συνήθως κανένα εικοσάλεπτο όταν το νερό είναι στους δώδεκα βαθμούς.

Το ζεστό χαμόγελο
Θα δεις σε λίγο γιατί το είπα έτσι. Πάμε τώρα στο άλλο επίπεδο, ίσως το πιο σημαντικό, το ψυχολογικό.
Η μεγαλύτερη δύναμη της χειμερινής κολύμβησης για μένα, βρίσκεται στο ψυχολογικό της αποτύπωμα. Το κρύο νερό σε φέρνει βίαια, αλλά καθαρά, στο παρόν. Δεν υπάρχει χώρος για σκέψεις, για άγχος, για εσωτερικό θόρυβο. Το σώμα απαιτεί την πλήρη προσοχή σου. Αναπνέεις, κινείσαι, υπάρχεις.
Αυτή η απόλυτη παρουσία λειτουργεί σαν φυσικό αγχολυτικό. Η υπερσκέψη σβήνει. Το μυαλό σταματά να τρέχει μπροστά ή πίσω στον χρόνο. Για λίγα λεπτά, είσαι ακριβώς εκεί που βρίσκεσαι και αυτό από μόνο του είναι θεραπευτικό.
Υπάρχει και κάτι ακόμη, πιο υπόγειο. Κάθε φορά που μπαίνεις στο κρύο νερό, κάνεις κάτι δύσκολο. Το σώμα αντιστέκεται, αλλά εσύ μένεις.
Ο εγκέφαλος καταγράφει αυτή την επιλογή. Χτίζεται έτσι μια αίσθηση εσωτερικής ανθεκτικότητας, μια σιωπηλή αυτοπεποίθηση. Ξέρεις ότι μπορείς να σταθείς μέσα στα δύσκολα. Η χειμερινή κολύμβηση, δεν είναι άσκηση ούτε πρόκληση. Είναι μια πράξη επανασύνδεσης, με το σώμα, με το νερό, με τον εαυτό σου.
Βγαίνω από το κρύο νερό πάντα με ένα τεράστιο χαμόγελο – τι έπαθες μου λένε. Δεν έπαθα, γέμισα από χαρά και αυτό φαίνεται, θα κρατήσει όλη την υπόλοιπη μέρα.

Mindfulness χωρίς να το προσπαθείς
Αυτό κάνει το περπάτημα ξυπόλητος στην κρύα άμμο τον χειμώνα. Στην καθημερινότητα, το μυαλό τρέχει μπροστά πίσω συνέχεια. Στην άμμο, όμως, το μυαλό επιστρέφει αυτόματα στο παρόν. Δεν χρειάζεται τεχνική διαλογισμού. Το ίδιο το σώμα οδηγεί το μυαλό σου στην επίγνωση. Αυτή η απλή μορφή ενσυνειδητότητας μειώνει την υπερανάλυση της σκέψης.
Το σώμα θυμάται πώς να κινείται. Η άμμος δεν είναι σταθερό έδαφος. Υποχωρεί, μετακινείται, αντιστέκεται απαλά σε κάθε βήμα. Αυτό σημαίνει ότι το σώμα δεν μπορεί να κινηθεί μηχανικά όπως στο πεζοδρόμιο. Οι μικροί μύες των πελμάτων, οι αστράγαλοι, οι γάμπες, ακόμη και οι μύες γύρω από τα γόνατα και τους γοφούς ενεργοποιούνται διαρκώς για να διατηρήσουν την ισορροπία. Με απλά λόγια, το σώμα “ξυπνά” και επανασυνδέεται με την κίνηση.
Η άμμος σου κάνει φυσικό μασάζ. Κάθε βήμα στην άμμο είναι και μια μικρή πίεση σε διαφορετικό σημείο του πέλματος. Η υγρή, κρύα άμμος αγκαλιάζει το πόδι, δημιουργώντας ένα ήπιο, συνεχές μασάζ που ενεργοποιεί τη μικροκυκλοφορία. Εμείς μετά από λίγα λεπτά νιώθουμε ένα αίσθημα ελαφρότητας στα πόδια, σαν να έχει φύγει το βάρος της ημέρας.
Όλα αυτά με ένα απλό περπάτημα στην κρύα άμμο του χειμώνα και εδώ στην Επανομή έχεις μια τεράστια παραλία για να το απολάυσεις.

Ο σιωπηλός κόσμος της άμμου
Καθώς θα περπατάς ξυπόλητος στην άμμο μάλλον δεν θα ξέρεις ότι κατω από τα πόδια σου υπάρχει ένας ολόκληρος σιωπηλός κόσμος. Η παραλία είναι σαν ένα τεράστιο φυσικό φίλτρο νερού.
Το εκπληκτικό ‘’αόρατο οικοσύστημα της άμμου’’ Η περιοχή της βρεγμένης άμμου είναι ένα υπόγειο οικοσύστημα γεμάτο ζωή, που δεν τη βλέπουμε γιατί οι περισσότεροι οργανισμοί είναι θαμμένοι, είναι μικροσκοπικοί και βγαίνουν κυρίως τη νύχτα. Ποιοι ζούνε κάτω από την άμμο;
Λίγα μόλις εκατοστά κάτω από τα βήματά μας ζουν θαμμένα τα κοχύλια, τα μικροσκοπικά καρκινοειδή, τα σκουληκάκια και αμέτρητοι μικροοργανισμοί. Είναι ένας υπόγειος κόσμος που φιλτράρει το νερό, ανακυκλώνει τη νεκρή οργανική ύλη και κρατά τη θάλασσα ζωντανή χωρίς ποτέ να φαίνεται. Αυτό το αόρατο οικοσύστημα ταΐζει ψάρια που πλησιάζουν στα ρηχά, ταΐζει παρυδάτια πουλιά που ψάχνουν στην άμμο, κρατά το νερό πιο καθαρό και σταθεροποιεί την άμμο από τη διάβρωση
Χωρίς αυτόν τον σιωπηλό κόσμο της άμμου, η παραλία θα ήταν βιολογικά νεκρή.
Τα κοχύλια που βρίσκουμε σκορπισμένα στην ακτή είναι τα άδεια σπίτια αυτών των πλασμάτων, ο φυσικός κύκλος ζωής και θανάτου στον βυθό.
Ακόμη και τώρα, άδεια, συνεχίζουν τον κύκλο, γίνονται καταφύγια για μικρούς οργανισμούς, θρυμματίζονται, διαλύονται και επιστρέφουν ασβέστιο στο οικοσύστημα, συμβάλλοντας στη δημιουργία της ίδιας της άμμου. Μια ακτή γεμάτη κοχύλια δεν είναι ένδειξη ερήμωσης είναι το αποτύπωμα μιας πλούσιας, αθέατης ζωής που επιμένει κάτω από την επιφάνεια, εκεί όπου η θάλασσα και η στεριά συναντιούνται και συνεργάζονται αδιάκοπα.

Στο Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας
Μετά το Ναυάγιο και την παραλία έρχεσαι εδώ, αφήνεις το αυτοκίνητο και ετοιμάζεσαι για μια μικρή πορεία.
Το Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας κοντά στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης, είναι ένα από τα παλαιότερα και πιο σεβάσμια μοναστήρια της βόρειας Ελλάδας, με ιστορία που ξεκινά από το 888 μχ. όταν ιδρύθηκε από την αυτοκράτειρα Θεοφανώ. Η σημερινή μορφή και ο πνευματικός του ρόλος ξεκίνησαν το 1522 με την επανίδρυση από τον μοναχό Θεωνά, που έγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και αργότερα αγιοποιήθηκε.
Το μοναστήρι είναι αφιερωμένο στην Αγία Αναστασία την Φαρμακολυτρία, δηλαδή – αυτή που λύνει τα φάρμακα, βοηθά από τις αρρώστιες.
Εδώ βρίσκεσαι στην νότια πλαγιά του Ομβριανού όρους, σε ένα όμορφο φυσικό περιβάλλον με θέα προς τα γύρω βουνά και τις πεδιάδες.
Έχει δύο ωραίες διαδρομές που μπορείς να κάνεις, η μία είναι λίγο απαιτητική σε ανάβαση, οπότε δεν την προτείνω για σήμερα που ήρθες κουρασμένος από την παραλία. Προτείνω μια πιο εύκολη και σύντομη μέχρι το παρεκκλήσι του Αγίου Θεωνά.


Προς τον Άγιο Θεωνά
Απέναντι ακριβώς από την κεντρική είσοδο του μοναστηριού θα βρεις μια μικρή πόρτα. Την ανοίγεις, την κλείνεις πίσω σου και ξεκινάς την πορεία στο μονοπάτι. Σε λίγα λεπτά θα βγεις σε αγροτικό δρόμο, κρατάς αριστερά και στην επόμενη διασταύρωση συνεχίζεις ευθεία ανηφορικά. Το μονοπάτι είναι σαφές και έχεις συνεχώς οπτική επαφή με το γύρω τοπίο, οπότε δύσκολα θα μπερδευτείς.
Η απόσταση είναι περίπου 1,3 χιλιόμετρα. Ξεκινάς από τα 350 μέτρα υψόμετρο και φτάνεις στα 560, σε μια διαδρομή που διαρκεί γύρω στα σαράντα λεπτά. Η ανάβαση είναι συνεχής αλλά ήπια – ιδανική για μια απογευματινή άσκηση. Το έδαφος είναι πετρώδες, με πουρνάρια και λαδανιές να γεμίζουν το τοπίο και να αρωματίζουν τον αέρα.
Η κλίση θυμίζει το κομμάτι από τα Πριόνια προς το καταφύγιο Ζολώτα στον Όλυμπο, μόνο που εδώ η διάρκεια είναι περίπου το ένα πέμπτο.
Είναι μια μικρή, προσιτή «δοκιμή» για όποιον σκέφτεται κάποτε να συνεχίσει πιο ψηλά, προς τα καταφύγια και τις κορυφές του βουνού των θεών.



Στο μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Θεωνά
Στη μέση της διαδρομής θα συναντήσεις ένα μικρό αγίασμα με πόσιμο νερό – μια δροσερή στάση πριν συνεχίσεις την ανάβαση. Φτάνοντας στο παρεκκλήσι, σε περιμένει ένας όμορφος μικρός εξωτερικός χώρος για να καθίσεις και μια ανοιχτή θέα που απλώνεται σε όλη τη γύρω περιοχή. Αν έχεις μαζί σου το ορειβατικό γκαζάκι, εδώ είναι το ιδανικό σημείο για να ετοιμάσεις κάτι ζεστό, καφέ ή τσάι, ότι αγαπάς, εδώ πάνω αποκτά άλλη διάσταση.
Μπροστά σου κρέμονται τρεις καμπάνες με τις πεταλιέρες τους. Κάθε ξύλινο πετάλι συνδέεται με σχοινί που κινεί το γλωσσίδι της αντίστοιχης καμπάνας. Διαφορετικά μεγέθη, διαφορετικοί τόνοι – ένα μικρό μουσικό όργανο, ένα λαϊκό σύστημα ειδοποίησης. Ο συνδυασμός τους δημιουργεί το χαρακτηριστικό μοναστηριακό κάλεσμα, πιο ζωντανό και ανθρώπινο όμως από το απλό, μονότονο χτύπημα μιας καμπάνας.
Καθίσαμε με την Αρετή στην πέτρινη πεζούλα έξω από το παρεκκλήσι, πίνοντας ζεστό τσάι από σιδερίτη. Υπάρχει μια παράξενη ησυχία εδώ πάνω, σαν να έχει αραιώσει ο αέρας μαζί με τις σκέψεις. Το πρωί περπατούσαμε και κολυμπούσαμε στο Ναυάγιο της Επανομής, κι όμως λίγες ώρες μετά βρισκόμαστε στο βουνό, δίπλα σε ένα ταπεινό εκκλησάκι, με τρεις καμπάνες να κρέμονται ακίνητες πάνω από την κοιλάδα.
Η θέα ανοίγει μακριά, τα χρώματα γίνονται πιο γήινα και ζεστά και το κελάηδισμα των πουλιών του χειμώνα σε βυθίζει στη στιγμή.
Δεν είναι μόνο η ομορφιά του τοπίου, είναι και αυτή η αίσθηση της μετάβασης – από τον ορίζοντα της θάλασσας στο βάθος των βουνών.
Νιώθεις μικρός αλλά όχι ασήμαντος, κομμάτι ενός ρυθμού που δεν βιάζεται, σαν τον ήχο μιας καμπάνας που, ακόμη κι αν δεν χτυπήσει, υπάρχει ήδη μέσα στη σιωπή.
*Ο Στέργιος Μήτας είναι σκηνοθέτης
