Έφυγε από τη ζωή ο Χάιντς Κούνιο, ένας από τους τελευταίους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος

Το αποχαιρετιστήριο μήνυμα του Στέλιου Αγγελούδη, για τον άνθρωπο που επιβιβάστηκε στην πρώτη αποστολή Ελληνοεβραίων της Θεσσαλονίκης στα κολαστήρια του Άουσβιτς-Μπιρκενάου

Parallaxi
έφυγε-από-τη-ζωή-ο-χάιντς-κούνιο-ένας-α-1463437
Parallaxi

Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 99 ετών άφησε σήμερα ο εμβληματικός Χάιντς Κούνιο, ένας από τους τελευταίους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος.

Ο Χάιντς Κούνιο γεννήθηκε το 1927 στο Κάρλοβι Βάρι της άλλοτε Τσεχοσλοβακίας. Την ίδια χρονιά η οικογένεια μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη και ο πατέρας του Σαλβατώρ άνοιξε κατάστημα με φωτογραφικά είδη στο κέντρο της πόλης.

Με την έναρξη του διωγμού των 45.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί, η τετραμελής οικογένεια Κούνιο οδηγήθηκε αρχικά στο γκέτο του Βαρόνου Χιρς και συνέχεια, στις 15 Μαρτίου 1943, εκτοπίστηκε από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς της Πολωνίας. Ήταν η πρώτη αποστολή Ελληνοεβραίων της Θεσσαλονίκης στα κολαστήρια του Άουσβιτς-Μπιρκενάου.

Εκεί, εξαιτίας της γερμανικής μητρικής γλώσσας τους, όλα τα μέλη της οικογένειας χρησιμοποιήθηκαν ως διερμηνείς από τους Ναζί κατά την άφιξη των υπόλοιπων αποστολών από την Ελλάδα. Ο Χάιντς Κούνιο πήρε τον αριθμό 109565 και άρχισε τον αγώνα της επιβίωσης στο στρατόπεδο. Ύστερα από δύο χρόνια κράτησης, ο Χάιντς Κούνιο μεταφέρθηκε, μαζί με άλλους κρατούμενους, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μάουτχαουζεν στην Αυστρία και στη συνέχεια σ’ εκείνο του Έμπενζεε στην ίδια χώρα.

Κατά την απελευθέρωση των κρατουμένων από τις συμμαχικές δυνάμεις, στις 6 Μαΐου 1945, ο Χάιντς Κούνιο ζύγιζε μόλις 35 κιλά και η ζωή του βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο.

Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, η οποία έχασε το 95% του εβραϊκού πληθυσμού της, η οικογένεια Κούνιο άρχισε τον αγώνα της επιβίωσης και της αναδημιουργίας. Ο Χάιντς Κούνιο, αφού δημιούργησε δική του οικογένεια και εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση, αφιέρωσε τη ζωή του στις κοινοτικές υποθέσεις των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και στη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος στην πόλη του.

Το 1981, έγραψε το βιβλίο «Έζησα το θάνατο- Το ημερολόγιο του αριθμού 109565» και συνέταξε κατάλογο με τα στοιχεία ταυτότητας δεκάδων χιλιάδων θυμάτων του Ολοκαυτώματος από τη Θεσσαλονίκη.

Τον εμβληματικό Χάιντς Κούνιο αποχαιρέτησε με ανάρτησή του σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Στέλιος Αγγελούδης.

Μια συνέντευξη του:

«Το όνομά μου είναι Χάιντς Ντάριο Κούνιο, σήμερα είμαι 93». Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε τη συγκλονιστική του διήγηση το 2021 στο star.gr, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος στις 27/01, ένας από τους ελάχιστους εν ζωή Έλληνες Εβραίους που κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εκτοπίστηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης και κατάφεραν να γυρίσουν πίσω.

Ο Χάιντς Κούνιο ήταν επιβάτης στο πρώτο βαγόνι που έφυγε για το Άουσβιτς. Όταν απελευθερώθηκε από τους Αμερικανούς, ζύγιζε μόλις 36 κιλά, ενώ με το ζόρι μπορούσε να σταθεί όρθιος.

Το «τρένο του θανάτου»: Οι πρώτοι Έλληνες Εβραίοι που πήγαν στο Άουσβιτς

Πολλοί από τους ανθρώπους που γλύτωσαν από τη γενοκτονία απέφυγαν στα χρόνια που ακολούθησαν να μιλήσουν για τα δεινά του Ολοκαυτώματος, προσπαθώντας να ξεχάσουν, όχι όμως και ο ίδιος.

«Θα μιλώ μέχρι την τελευταία στιγμή στη ζωή μου και δε θα ξεχάσω ποτέ, ώσπου να πεθάνω», είπε o άνθρωπος ο οποίος έζησε τη φρίκη στο Άουσβιτς, ξεγέλασε τον θάνατο από ένα χαμόγελο της τύχης, ενώ πριν από δύο χρόνια νίκησε και τον κορωνοϊό.

Καλάβρυτα 1943: «Ήμουν ένα από τα παιδιά στο σχολείο του θανάτου»

Ο Χάιντς Κούνιο, Έλληνας επιζήσας του Άουσβιτς

Ο Χάιντς Κούνιο δείχνει το τατουάζ με τον αριθμό 109565 που χάραξαν στον πήχη του οι Ναζί στο Άουσβιτς. Στα 97 του σήμερα είναι ένας από τους τελευταίους εν ζωή επιζήσαντες Έλληνες Εβραίους του Άουσβιτς. Στα 15 του βρέθηκε μαζί με τον πατέρα, τη μητέρα και την αδερφή του στην πρώτη αποστολή των Εβραίων που στάλθηκαν από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς Μπίρκεναου.

«Ήταν το μεγαλύτερο στρατόπεδο καταστροφής της ανθρώπινης ψυχής. Εκεί σκοτώθηκαν πάρα πολλοί. Από τους 55 χιλιάδες κατοίκους της ισραηλιτικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης γύρισαν από τα στρατόπεδα μόλις 800 με 1.000 άνθρωποι», είπε.

Στα τρένα για το Άουσβιτς Τον Μάρτιο του 1943 οι Γερμανοί σήκωσαν μεσάνυχτα από τα κρεβάτια τους περίπου 2.500 Εβραίους της πόλης και τους διέταξαν να είναι έτοιμοι έως τις 4 το πρωί. Στη συνέχεια συγκέντρωσαν τον κόσμο σε ένα μικρό στρατόπεδο του βαρόνου Χιρς, δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης.

«Κουβαλούσα μόνο μία βαλίτσα. Επιτρέπονταν ένα πακέτο ή μια βαλίτσα με ανώτερο βάρος τα 15 κιλά. Χρήματα μηδέν. Στο τρένο το κάθε βαγόνι έπαιρνε μάξιμουμ 30 με 40 ανθρώπους. Δεν ήταν επιβατικά, αλλά αυτά που βάζουν τα άλογα, τους χοίρους και όλα τα άλλα ζώα, για να τα μεταφέρουν από δω και από κει. Οι Γερμανοί έβαζαν μέσα με τη βία 80 ανθρώπους, οι οποίοι δε γνώριζαν πού πηγαίνουν και τι τους γίνεται.

Μανάδες, παιδιά, λεβέντες, ήρωες του πολέμου με την Αλβανία, όλοι ανακατεμένοι μέσα στο βαγόνι. Άλλα βαγόνια είχαν πόρτες συρόμενες και από τις δύο πλευρές και άλλα ήταν τελείως ξεσκέπαστα. Από εκεί άρχισε το μαρτύριο», ανέφερε ο κ. Κούνιο.

Όπως πρόσθεσε, θυμάται ακόμη τον τρόπο που οι Ναζί φέρονταν στους ανθρώπους, οι οποίοι με τη βία στάλθηκαν στο Άουσβιτς για να δουλέψουν για λογαριασμό τους.

«Οι Γερμανοί φρουροί, καθ’ όλη τη διάρκεια της φορτώσεως, επέβλεπαν και χτυπούσαν αλύπητα όποιον σκόνταφτε ή δεν μπορούσε να τρέξει ή να ανέβει το σκαλοπάτι. Μας απαγόρευσαν να φοράμε παλτό. Το πολύ ξύλο που έπεσε συνέτισε όλους να μπουν στο βαγόνι πιο γρήγορα.

Το ταξίδι με αυτά τα βαγόνια κρατούσε από επτά έως εννέα ημέρες, με κλειστή πόρτα. Δεν μπορούσες να αναπνεύσεις», είπε.

Η θηριωδία των Ναζί στο «φαράγγι της Γιαγιάς» – Εκτελέστηκαν 34.000 άτομα

«Τα τρένα ήταν ρυθμισμένα να φτάνουν τα μεσάνυχτα για να μας τρομάζουν» Το τρένο με τους πρώτους Έλληνες Εβραίους έφτασε στο Άουσβιτς Μπίρκεναου τα μεσάνυχτα.

«Είχε ρυθμιστεί να φτάνει πάντα μεσάνυχτα, διότι η εικόνα που αντίκριζαν αυτοί οι άνθρωποι όταν κατέβαιναν στη ράμπα του τρένου ήταν τρομακτική.

Τέτοιο ήταν το κρύο που όταν έφτυνες κάτω έκανε τσακ. Δεν προλάβαινε να μην παγώσει. Η ψύχρα ήταν μεγάλη και τον χειμώνα γίνεται σαν κρύσταλλο και βλέπεις πολύ μακριά και πολύ καλά. Πέντε μεγάλες καμινάδες, η κάθε μία περίπου 30 μέτρα ψηλή και από κάθε καμινάδα ξεχύνονταν ένας μεγάλος μαύρος στρογγυλός καπνός, ο οποίος στην κορυφή άλλαζε χρώμα και από μαύρος γινόταν σαν ατμός.

Από κάτω, γύρω από τον περίβολο του Άουσβιτς ήταν πέντε κρεματόρια, που το καθένα αποτελούσε μία ξεχωριστή ομάδα βιομηχανοποίησης του θανάτου. Εκεί σκότωναν τους Εβραίους με αέρια και μετά τους έκαιγαν στους φούρνους. Βγαίνοντας από τα βαγόνια, λοιπόν, βλέπαμε τον ουρανό κατακόκκινο και πέντε τέτοιες φλόγες και έσπασε η καρδιά.

Εμείς νομίζαμε ότι ήταν εργοστάσια, γιατί ακόμα δεν είχαμε ιδέα τι ήταν», είπε ο κ. Κούνιο, μιλώντας στο star.gr.

Ήρωας του ΄40 περιγράφει στο star.gr πώς είναι να πολεμάς στην πρώτη γραμμή

Πώς κατάφερε να σωθεί Το ξύλο από τους Γερμανούς άρχισε με το που αποβιβάστηκαν οι πρώτοι Εβραίοι στη ράμπα των τρένων στο Άουσβιτς.

«Άγριες φωνές, δάκρυα. Πού είναι το παιδί μου να φωνάζει ο ένας… πού είναι το μωρό μου, να φωνάζει ο άλλος… πού είναι ο τραυματιοφορέας που μας υποσχέθηκαν ότι θα μας δίνατε… Τίποτα από όλα αυτά.

Κατεβήκαμε με το ζόρι. Τίποτα δε γινόταν με τη θέληση. Δεξιά και αριστερά από τις πόρτες των βαγονιών ήταν δύο Γερμανοί SS από τους χειρότερους που έχετε δει. Ψηλοί, δυνατοί και είχαν όλοι μαστίγια. Άρχισαν να βαρούν χωρίς να ρωτάνε και να τσιρίζουν κι αυτοί μανιασμένοι “κατεβείτε, κατεβείτε, στοιχηθείτε…”

Χάιντς Κούνιο: Σε ηλικία 15 ετών έζησε τη φρίκη και το Ολοκαύτωμα

«To Άουσβιτς υπήρξε το μεγαλύτερο στρατόπεδο καταστροφής της ανθρώπινης ψυχής» / Φωτογραφία: AP images Παντού έπεφτε ξύλο κι έπεφτε ξύλο περισσότερο στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Οι περισσότεροι δε μιλούσαν γερμανικά κι επειδή δεν καταλάβαιναν, δεν εκτελούσαν όσα τους έλεγαν. Πού να καταλάβουν τι θα πει κατεβείτε… κι έτσι έτρωγαν ξύλο άφθονο και δεν ήξεραν τι τους γίνεται.

Όταν πια κατάλαβαν οι Γερμανοί ότι δε μιλούν τη γλώσσα, ρώτησαν ποιος ξέρει γερμανικά. Η οικογένειά μου κάναμε ένα βήμα μπροστά. Μας είπαν “εσείς οι τέσσερις θα έρχεστε στον σταθμό κάθε φορά που θα φτάνει ελληνική αποστολή και θα παραλαμβάνετε τις ομάδες από την Ελλάδα”.

Αυτό ήταν το κλειδί που μας έσωσε. Σταθήκαμε τυχεροί. Ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν κουτσός, η μητέρα μου, η αδερφή μου κι εγώ που ήμασταν μικρά παιδιά. Δηλαδή οι τρεις από την οικογένεια έπρεπε να πάμε περίπατο στα ουράνια αμέσως, να μας σκοτώσουν και να μας κάψουν.

Τότε, σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό, είδα όλα τα αστεράκια και μέσα μου παρακάλεσα να μας σώσουν από αυτούς τους διαβόλους».

Χάιντς Κούνιο: Σε ηλικία 15 ετών έζησε τη φρίκη και το Ολοκαύτωμα

H διαλογή Μόλις έφτανε το τρένο με τους Εβραίους, ξεκινούσε η διαλογή, που έκρινε ποιοι θα οδηγούνταν στα στρατόπεδα για εργασία και ποιοι στους θαλάμους αερίων και στα κρεματόρια. Κάθε αποστολή είχε από 900 έως και 2.000 άτομα, ανάλογα με τον αριθμό των βαγονιών, σημείωσε ο κ. Κούνιο, ο οποίος έκτοτε εκτελούσε χρέη διερμηνέα.

«Ο διαχωρισμός γινόταν με το μάτι κι έδειχναν με το δάχτυλο. Ήταν στημένος πάντοτε ένας SS με μία ομάδα 40 οπλισμένων με αυτόματα γύρω του.

Μητσοτάκης από το Άουσβιτς: Να μη ξαναζήσει η ανθρωπότητα τέτοια τραγωδία

Δε διάλεγαν στην τύχη. Ζητούσαν να βγουν στη γραμμή μπροστά όσοι μπορούσαν να δουλέψουν. Από κάθε αποστολή άλλες φορές ξεχώριζαν 80 άτομα και άλλοτε 120, που ήταν το μάξιμουμ. Αυτοί έμπαιναν στο στρατόπεδο. Όλους τους υπόλοιπους τους έβαζαν σε μία πρόχειρη γραμμή και μέσα σε δύο ώρες τους είχαν κάψει. Γίνονταν οι άνθρωποι καπνός και στάχτη. Και ανέβαινε, ανέβαινε ο καπνός ψηλά και μέσα του είχε τις ψυχές των ανθρώπων.

Φανταστείτε τις μανάδες με τα μικρά τα παιδιά, μέσα στο τσουχτερό το κρύο να κλαίνε, να χτυπιούνται. Εκείνη τη στιγμή έδιναν και τον αριθμό. Εγώ ήμουν το 109565», είπε.

Η ζωή στο Άουσβιτς Η αιχμαλωσία του κ. Κούνιο από τους Ναζί και οι κακουχίες που πέρασε κράτησαν 18 μήνες.

«Η ζωή στο Άουσβιτς ήταν φοβερή. Ξυπνούσαμε πάντα με ξύλο. Μας χτυπούσαν πάντα αλύπητα για το παραμικρό.

Το πρωί τρώγαμε ένα κομμάτι ψωμί που ζύγιζε μεταξύ 60 και 120 γραμμάρια. Το μεσημεριανό ήταν το ίδιο το ψωμί και σούπα σε μια μικρή κατσαρολίτσα, που ζήτημα να έπαιρνε μισό λίτρο. Όλα ήταν σουποειδή. Βραδινό φαγητό πολλές φορές δεν υπήρχε ή ήταν μία σούπα σκέτο νερό, πολύ χειρότερη από αυτή που είχαμε το μεσημέρι. Για να φαίνεται γεμάτη, όταν καθάριζαν τις πατάτες, κρατούσαν χωριστά τις φλούδες. Τις πατάτες τις έπαιρναν οι Γερμανοί κι έριχναν στη σούπα τις φλούδες, για να βράσουν και να φάνε οι κατάδικοι», είπε ο κ. Κούνιο.

Οι Ναζί δεν πετούσαν τίποτα. Τα ρούχα που έπαιρναν από τους Εβραίους, που οδηγούσαν μαζικά στους φούρνους, τα έστελναν πίσω στη Γερμανία για «φιλανθρωπίες» / Φωτογραφία: Ap images Ο ίδιος κι ο πατέρας του τοποθετήθηκαν από τους Γερμανούς στο ραφτάδικο.

«Ράβαμε κομμάτια, κομμάτια διάφορα υφάσματα, τα οποία ήταν όλα κομμένα και τα κάναμε σε ό,τι υπόδειγμα ήθελαν. Κυρίως ράβαμε παντελόνια, γιατί τα παντελόνια σκίζονταν συνέχεια.

Οι Γερμανοί έπαιρναν ό,τι ήταν χρήσιμο. Έκοβαν τα κουμπιά από τα ρούχα όσων έφταναν και τα έπαιρναν, ενώ τα υπόλοιπα ρούχα τα έστελναν σε διάφορες υπηρεσίες φτωχών των Γερμανών.

Εμάς μας έδωσαν ρούχα, τα οποία ήταν φτιαγμένα από μαλλί φτιαγμένο από φλοιούς δέντρων. Το έκοβαν πάρα πολύ λεπτό και το έκαναν μετά πλεκτό», είπε.

Η μουσική του Άουσβιτς Ένα από τα παράδοξα που είχαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί ήταν η ύπαρξη μουσικής.

«Όταν πονάς, όταν πεινάς, τι κάνεις; Κλαις. Αυτός ήταν ο ρόλος της μουσικής. Γι’ αυτό είχαμε μουσική κι ο ρόλος της μουσικής ήταν για να σου δώσουν έναν τρόπο κουράγιου να περπατάς. Η μουσική κάλυπτε την αγωνία και τα κλάματα.

Στο Άουσβιτς υπήρχε μία ορχήστρα, αλλά της κακιάς ώρας, από ανθρώπους που έπαιζαν μουσικά όργανα», εξήγησε ο κ. Κούνιο.

Ελληνίδα συνάντησε ξανά εβραϊκή οικογένεια που είχε σώσει πριν 75 χρόνια

«Δεν υπήρχε καμία ανθρωπιά από τα SS» Ερωτώμενος αν υπήρξαν στιγμές ανθρωπιάς στο Άουσβιτς, ο ίδιος ήταν κατηγορηματικός.

«Δεν υπήρξαν στιγμές ανθρωπιάς. Ανθρωπιά από τους Γερμανούς SS δεν υπήρχε. Ο στρατός τους είχε ανθρωπιά, αλλά οι SS ήταν κάτι άλλο κι εκεί ήταν μόνο SS.

Ήταν όλα πολύ καλά προετοιμασμένα. Αυτός ο κύκλος του τρόμου, να βλέπεις τόσους πολλούς να σκοτώνονται που δεν ήξερες τι να κάνεις, να αντισταθείς δεν μπορούσες, αμέσως έπεφτε ξύλο. Η ψυχή σου τσαλακώθηκε», είπε.

«Ελπίδα ήταν το ψηλό φουγάρο… Να φύγουμε μία ώρα νωρίτερα» Καθημερινά οι κρατούμενοι του Άουσβιτς φλέρταραν με τον θάνατο, με αποτέλεσμα σύντομα να χάσουν την ελπίδα τους.

«Δεν ξέραμε τι μας γίνεται. Δε μας πληροφορούσαν για τίποτα. Ελπίδα ξέρετε ποια ήταν; Το ψηλό φουγάρο που πετούσε φωτιές. Να ήσουν κι εσύ ένα κομμάτι φωτιάς, να πήγαινες στον ουρανό μία ώρα νωρίτερα. Αυτή ήταν η ελπίδα.

Ήλπιζα στην αρχή. Όχι μόνο εγώ. Όλοι αυτοί οι φουκαράδες που πήγαν και τους έκαιγαν ήλπιζαν στον Ύψιστο.

Μόνο όταν άρχισαν οι πρώτες βροντές των ρωσικών κανονιών αρχίσαμε να ελπίζουμε κι εμείς στην απελευθέρωση, η οποία όμως δεν ερχόταν. Επί ένα μήνα οι μάχες ήταν κοντά στη Βαρσοβία, αλλά δεν τα κατάφεραν τόσο γρήγορα», είπε ο κ. Κούνιο.

«Κάθε ένα από τα κρεματόρια ήταν μία ξεχωριστή ομάδα βιομηχανοποίησης του θανάτου» / Φωτογραφία: Ap images «Ζύγιζα 36 κιλά όταν απελευθερώθηκα» Πριν μπουν οι Ρώσοι στο Άουσβιτς, οι Γερμανοί, υποχωρώντας, μάζεψαν τους κρατούμενους που μπορούσαν ακόμη να περπατήσουν και τους έστειλαν σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

«Έτσι περάσαμε πέντε ακόμη μήνες αιχμάλωτοι στο Μαουτχάουζεν και στο Έμπενζεε.

Όταν απελευθερώθηκα από τους Αμερικανούς, ζύγιζα 36 κιλά. Ξέρετε τι θα πει 36 κιλά; Είναι μόνο τα κόκκαλα του ανθρώπου. Ένα τσιτωμένο δέρμα που το άγγιζες και πονούσες. Δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος. Τα μόνα όργανα που δούλευαν καλά, δεν ήταν τα αυτιά, ούτε το στόμα, ήταν τα μάτια κι ευτυχώς που ήταν αυτά και βλέπαμε καλά τι γίνεται», είπε με νόημα ο κ. Κούνιο.

Μετά το τέλος του πολέμου το 1945, η οικογένειά του ήταν από τις λίγες που επέστρεψαν ζωντανές στη Θεσσαλονίκη από τα στρατόπεδα εξόντωσης. Ο ίδιος ασχολήθηκε με την οικογενειακή επιχείρηση με τα φωτογραφικά είδη, ενώ το κατάστημά του υπάρχει ακόμη και σήμερα στην οδό Κομνηνών.

«Όταν γύρισα, δεν μπορούσα να φανταστώ πια ότι θα παντρευόμουν, θα έβρισκα μία ωραία γυναίκα και θα κάναμε παιδιά», είπε, ενώ περίμενε το έκτο του δισέγγονο.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο αριθμός των θυμάτων μόνο του εβραϊκού πληθυσμού στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, υπολογίζεται ότι άγγιξε τα έξι εκατομμύρια. Κάθε χρόνο στις 27/01 τιμάται η Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος. Ο κ. Κούνιο, τα χρόνια μετά την αιχμαλωσία του, επισκέφθηκε πολλές φορές το Άουσβιτς, καθώς όπως τόνισε ήθελε να μάθουν όλοι για αυτό.

Το μήνυμα της Ημέρας Μνήμης είναι δύο μικρές λέξεις. Ποτέ ξανά.

Στα 93 του, το μόνο που φοβάται, όπως είπε, είναι «οι παλαβοί και οι τρελοί άνθρωποι που σκέφτονται τον ναζισμό και που δεν αναλογίζονται τι έκανε ο Χιτλερ».

H Άνγκελα Μέρκελ για πρώτη φορά στο Άουσβιτς

«Φανταστείτε ότι για αρκετό διάστημα, αφού φτάσαμε στην Ελλάδα, μιλούσαμε για όλο αυτό το κακό που έγινε και δε μας πίστευαν. Έπρεπε να γραφτούν τόσα πολλά βιβλία από Γερμανούς, για να καταλάβουν οι ίδιοι τι συνέβη.

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί εξάλλου ότι οι Γερμανοί, αυτός ο πολιτισμένος λαός, θα έκανε όλα αυτά τα πράγματα; Το μόνο ευχάριστο, ας το πούμε ευχάριστο, είναι ότι ομολογούν ΝΑΙ, το κάναμε», δήλωσε ο Χάιντς Ντάριο Κούνιο στο star.gr.

Η οικογένεια 

Θεσσαλονίκη 1943: Ο δεκαπεντάχρονος Χάιντς Κούνιο συλλαμβάνεται με όλα τα μέλη της οικογένειάς του από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και εκτοπίζεται κάτω από απερίγραπτες συνθήκες από τον Θερμαϊκό στο στρατόπεδο εξόντωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου. 23 μέλη της οικογένειάς του και 23 μέλη της οικογένειας της μέλλουσας συζύγου του δολοφονούνται αμέσως μετά την άφιξή τους εκεί. Ο ίδιος εργάζεται σε καταναγκαστικά έργα για δύο χρόνια σε τέσσερα διαφορετικά στρατόπεδα κάτω από αφάνταστες συνθήκες.

Τον Μάιο του 1945 ο Χάιντς Κούνιο απελευθερώνεται από τα αμερικανικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Τζωρτζ Πάττον από το στρατόπεδο Έμπενζεε στην Άνω Αυστρία, ένα παράρτημα του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν. Σε ένα σημειωματάριο συγκρατεί επιγραμματικά τις εμπειρίες του. Οι σημειώσεις αυτές απετέλεσαν τη βάση της αυτοβιογραφίας του Χάιντς Κούνιο, όπου περιγράφει την απάνθρωπη μεταχείριση στα ναζιστικά στρατόπεδα, το κυρίαρχο σύστημα του τρόμου και τις αφάνταστες στερήσεις και κακουχίες που είχε να υπομείνει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του.

Το βιβλίο του πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ελλάδα το 1981, ενώ το 2014 κυκλοφόρησε σε τρίτη έκδοση. Έχει μεταφραστεί και στα αγγλικά. Η ιστορία της οικογένειας Κούνιο Ο σεφαραδίτης πατέρας του Χάιντς Κούνιο, Σαλβατώρ Κούνιο ήδη το 1917 είχε ιδρύσει ένα κατάστημα φωτογραφικών ειδών στο κέντρο της Θεσσαλονίκης που γρήγορα ήκμασε (το κατάστημα αυτό βρίσκεται σήμερα στα χέρια της τέταρτης γενιάς των απογόνων του). Στην πόλη προόδευε η μεγαλύτερη σεφαραδίτικη κοινότητα της Ευρώπης, κυρίαρχη γλώσσα ήταν η ισπανοεβραϊκή λαντίνο. Η ασκεναζίτισσα μητέρα του Χάιντς, Χέλλα, καλομεγάλωσε στη Βιέννη και στο Κάρλσμπαντ της Αυστροουγγαρίας ως κόρη του αρχιτέκτονα Έρνστ Λέβυ. Όταν γνώρισε τον Σαλβατώρ Κούνιο διέκοψε το 1925 τις ιατρικές σπουδές της στη Λειψία και ακολούθησε τον σύζυγό της στη Θεσσαλονίκη.

Ο Σαλβατώρ και η Χέλλα Κούνιο απέκτησαν δυο παιδιά, την Έρικα το1926 και τον Χάιντς το 1927. Τα αδέλφια μεγάλωσαν ανέμελα και σε οικονομική ευμάρεια σε ένα μεγαλοαστικό σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Ο ευρύς φιλικός κύκλος των γονιών τους περιλάμβανε στην τότε πολυπολιτισμική και κοσμοπολίτικη πόλη της Θεσσαλονίκης ανθρώπους όλων των δογμάτων. Τα δύο παιδιά περνούσαν κάθε χρόνο ένα μέρος των ατέλειωτων καλοκαιρινών τους διακοπών στους αυστριακούς παππούδες τους.

Το 1900, όταν η Θεσσαλονίκη ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο εβραϊκός πληθυσμός αποτελούσε περίπου το μισό των περίπου 170.000 κατοίκων. Η επονομαζόμενη Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων διακρινόταν για την έντονη πολιτιστική της ζωή. Η Συνθήκη του Λονδίνου παραχώρησε το 1913 τη Μακεδονία και, συνεπώς, και τη Θεσσαλονίκη στο ελληνικό κράτος. Στη συνέχεια ο εβραϊκός πληθυσμός μειώθηκε μέχρι το 1940 λόγω μετανάστευσης στις ΗΠΑ και στην Παλαιστίνη σε κάτω από 50 000. Κατά τη διάρκεια της φασιστικής δικτατορίας του Μεταξά 1936-1941 δεν θεσπίστηκαν φυλετικοί νόμοι ούτε επιδιώχθηκε αντισημιτική πολιτική. Μετά τα πογκρόμ του Νοεμβρίου 1938 στη Γερμανία και τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας τον Μάρτιο του 1939 η Έρικα και ο Χάιντς Κούνιο για πρώτη φορά δεν πήγαν το καλοκαίρι στο Κάρλσμπαντ. Οι παππούδες τους εγκαταστάθηκαν το ίδιο έτος γεμάτοι ανησυχία στην Ελλάδα.

Στις 9 Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη. Στις 8 Φεβρουαρίου 1943 άρχισε και στην Ελλάδα η ισχύς των φυλετικών νόμων της Νυρεμβέργης, το κίτρινο άστρο του Δαβίδ έγινε υποχρεωτικό. Μέχρι τα 25 Φεβρουαρίου 1943 ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης στοιβάχτηκε σε γκέτο, στις 20 Μαρτίου 1943 άρχισαν οι εκτοπίσεις στο Άουσβιτς. Η επιβολή των κατακτητών ήταν τόσο ζοφερή, που η διάσωση του εβραϊκού πληθυσμού εκ των πραγμάτων δεν ήταν πλέον δυνατή.

Για να ξεφύγει από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στο γκέτο, η οικογένεια Κούνιο αποφάσισε –εξαπατημένη από ψευδείς υποσχέσεις για μια νέα ζωή στην Πολωνία– να συμμετάσχει στην πρώτη αποστολή μαζί με άλλους 2.800 ομόθρησκους. Στόχος τού σιδηροδρομικού συρμού ήταν το τότε άγνωστο Άουσβιτς. Απεδείχθη ότι οι Κούνιο ήταν οι μόνοι Έλληνες αυτής της αποστολής που μιλούσαν γερμανικά. Ήδη στη ράμπα του θανάτου, όπου γινόντουσαν οι διαλογές για τα κρεματόρια, χρησιμοποιήθηκαν ως διερμηνείς για τους μαζικά επερχόμενους Έλληνες κρατούμενους.

Η μητέρα Χέλλα και η κόρη Έρικα επέζησαν τα δύο χρόνια του εγκλεισμού ως γραφείς σε διάφορα στρατόπεδα γυναικών, ο πατέρας Σαλβατώρ και ο γιος Χάιντς σε διάφορα στρατόπεδα ανδρών. Μετά τον απερίγραπτο τρόμο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις λεγόμενες πορείες θανάτου, τα τέσσερα μέλη της οικογένειας Κούνιο έσμιξαν επιτέλους πάλι το καλοκαίρι του 1945 στη γενέτειρά τους, τη Θεσσαλονίκη.

Κείμενο για την οικογένεια Κούνιο: A. Τσίγκας.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα