Αριστοτέλους με Ερμού γωνία στη Θεσσαλονίκη: Η ιστορία ενός «γνήσιου παιδιού» του Εμπράρ που έγινε ΑΤ

Τι αφήνει πίσω της η Αστυνομία στην Αριστοτέλους; Η άγνωστη ιστορία του κτιρίου του 1938 και το στοίχημα για τη ζωή στο κέντρο της πόλης

Θωμάς Καλέσης
αριστοτέλους-με-ερμού-γωνία-στη-θεσσα-1464307
Θωμάς Καλέσης

Στη συμβολή των οδών Αριστοτέλους με Ερμού, εκεί όπου ο μνημειακός άξονας της Θεσσαλονίκης συναντά την εμπορική καρδιά της πόλης, ορθώνεται ένα πανέμορφο κτίριο που αποτελεί ζωντανό κομμάτι της ιστορικής αστικής κουλτούρας. Για χρόνια, το ισόγειό του ήταν ταυτισμένο με την παρουσία των περιπολικών και την κίνηση του Αστυνομικού Τμήματος Λευκού Πύργου.

Σήμερα, με το τμήμα να έχει πλέον μετεγκατασταθεί οριστικά στις εγκαταστάσεις της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το ακίνητο της Αριστοτέλους 18 στέκει σιωπηλό, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για το παρελθόν αλλά και το μέλλον των εμβληματικών κτιρίων του κέντρου.

Για την κατανόηση της αξίας του συγκεκριμένου οικοδομήματος συνομιλήσαμε με τον Νίκο Καλογήρου, Ομότιμο καθηγητή Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ και συγγραφέα του εμβληματικού βιβλίου «Το Παλίμψηστο της Αριστοτέλους». Οι επισημάνσεις του ανατρέπουν πολλές από τις βεβαιότητές μας και φωτίζουν τις αθέατες πλευρές ενός κτιρίου που «περίμενε» δέκα ολόκληρα χρόνια για να πάρει σάρκα και οστά.

Το χρονικό της ανέγερσης: Οι 3.652 ημέρες της αναμονής

Αν και πολλοί θεωρούν ότι η Αριστοτέλους χτίστηκε μονοκόμματα αμέσως μετά την πυρκαγιά του 1917, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και μαρτυρά τις οικονομικές δυσκολίες της εποχής. Όπως αποκαλύπτει ο κ. Καλογήρου, ενώ το αρχικό σχέδιο για το συγκεκριμένο οικόπεδο χρονολογείται από το 1928, η υλοποίηση του κτιρίου δεν προχώρησε άμεσα. Χρειάστηκε μια «δεύτερη τροποποίηση» το 1938 προκειμένου να πάρει την τελική του μορφή.

Την υπογραφή πίσω από το έργο φέρουν οι αδελφοί Δημητριάδη. Πρόκειται για μια οικογένεια δημιουργών (ο ένας ήταν πολιτικός μηχανικός και ο άλλος αρχιτέκτονες) ιδιαίτερα γνωστοί στο ευρύ κοινό, οι οποίοι άφησαν έντονο αποτύπωμα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μαζί είχαν αναλάβει αρκετά κτίρια τόσο στον αστικό ιστό του κέντρου όσο και στον χώρο της Διεθνούς Εκθέσεως της πόλης.

Το 1938, η Θεσσαλονίκη βρισκόταν σε μια φάση έντονης μεταμόρφωσης. Ο Μεσοπόλεμος πλησιάζει στο τέλος του και η πόλη προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στον κοσμοπολιτισμό και την ανάγκη για εθνική ταυτότητα. Το κτίριο στην οδό Αριστοτέλους 18 προορίζονταν εξ’ αρχής για λογαριασμό του «Ταμείου Σιδηρόδρομων του Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ ήταν η ονομαζόταν τότε)», αποτελώντας ένα από τα τελευταία δείγματα αυτής της περιόδου πριν η πόλη βυθιστεί στη δίνη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Η αρχιτεκτονική του «γνήσιου» σχεδίου

Η Αριστοτέλους 18 θεωρείται ένα από τα «γνήσια» κτίρια του άξονα, καθώς ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια το όραμα του Γάλλου αρχιτέκτονα Ερνέστου Εμπράρ. Σε αντίθεση με μεταγενέστερα κτίρια που αλλοίωσαν τις αναλογίες για να κερδίσουν σε ύψος, εδώ συναντάμε την αυθεντική κλίμακα του διατάγματος του Μεσοπολέμου.

Η μορφολογία των όψεων

Το κτίριο αναπτύσσεται σε δύο βασικούς ορόφους πάνω από τη στοά του ισογείου. Η απόληξή του (το ρετιρέ) διαθέτει χαρακτηριστική αρχιτεκτονική «υποχώρηση», με διάκοσμο που εντοπίζεται στα παλιά κτίρια. Αυτός ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι που το κάνει να ξεχωρίζει, ενώ στις όψεις του συναντάμε λεπτομέρειες που παραπέμπουν και αυτές σε παλιά κτίρια, με ημικυκλικά τόξα και διακοσμητικά στοιχεία που υπάρχουν ακόμα και σε εμβληματικά μέγαρα όπως το Ολύμπιον. Διάκοσμος που σταμάτησε να χρησιμοποιείται στα μεταπολεμικά κτίρια της Θεσσαλονίκης, καθιστώντας την Αριστοτέλους 18 ένα σπάνιο δείγμα εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής με νεοβυζαντινές αναφορές.

Η εσωτερική δομή

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια που τονίζει ο κ. Καλογήρου αφορά τη χρήση των χώρων. Αν και το κτίριο λειτούργησε επί δεκαετίες ως έδρα υπηρεσιών, η καρδιά του σχεδιάστηκε για να κατοικηθεί.

«Αν και δεν έχω αυτή τη στιγμή το σχέδιο μπροστά μου, είμαι σίγουρος ότι ήταν τυπικές κατώψεις διαμερισμάτων. Πιθανόν τα νοίκιαζαν ως κατοικίες. Στην πολιτική αρχιτεκτονική, οι κατώψεις γραφείων είναι διαφορετικές – έχουν άλλους διαδρόμους, άλλη διαρρύθμιση. Εδώ είχαμε μια οικιστική δομή που αργότερα “βιάστηκε” για να χωρέσει γραφεία» σημειώνει ο καθηγητής.

Η αναγέννηση του 1997

Την περίοδο 1996-97, με αφορμή την Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το κτίριο αποκαταστάθηκε ριζικά. Μια μεγάλη ομάδα ειδικών ασχολήθηκε με τη μελέτη αποκατάστασης, αναδεικνύοντας τις κρυμμένες του ομορφιές. Τότε χρησιμοποιήθηκε για εκθέσεις φωτογραφίας, πριν επιστρέψει και πάλι στην ιδιοκτησία του ΟΣΕ.

Όπως διαβάζουμε μάλιστα από το βιβλίο «Μετασχηματισμοί του Αστικού Τοπίου – Αρχιτεκτονικές μελέτες και έργα του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης Θεσσαλονίκη 1997»: «Το κτίριο του ΟΣΕ στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Αριστοτέλους, στον όροφο του οποίου στεγάζονταν σύλλογοι εργαζομένων και το εντευκτήριο συνταξιούχων του ΟΣΕ, αποκαταστάθηκε για τη φιλοξενία εκθέσεων (ισόγειο και πρώτος όροφος) και τη στέγαση διοικητικών λειτουργιών της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.

Το κτίριο αρχικά είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί με χρήσεις καταστημάτων στο ισόγειο και κατοικιών στους ορόφους.

Οι νέες χρήσεις κατανεμήθηκαν ως εξής:

  • Στο υπόγειο επιλύθηκαν το μηχανοστάσιο και οι αποθήκες του κτιρίου.
  • Στο ημιυπόγειο διαμορφώθηκαν χώροι φύλαξης αρχείων.
  • Στο ισόγειο διατηρείται κατάστημα έκδοσης εισιτηρίων του ΟΣΕ, ενώ οι άλλοι δύο ισόγειοι χώροι με όψη επί των οδών Ερμού και Αριστοτέλους ενοποιήθηκαν με το ανώγειο της εσωτερικής γωνίας σε γκαλερί που στέγασε το μεγαλύτερο μέρος των εκθέσεων φωτογραφίας που οργάνωσε το Μουσείο Φωτογραφίας στη διάρκεια του 1997.
  • Στον πρώτο όροφο διαμορφώθηκε ο εκθεσιακός χώρος και το προσωρινό Μουσείο Κινηματογράφου, ενώ στον δεύτερο όροφο στεγάστηκε το Μουσείο Φωτογραφίας.

Σε καθέναν από τους τρεις ανώτερους ορόφους που στη διάρκεια του 1997 χρησιμοποιήθηκαν περιστασιακά για την κάλυψη των αναγκών του ΟΠΠΕ Θ’97, η κατάργηση των βοηθητικών χώρων που βρίσκονταν σε επαφή με τον φωταγωγό δημιούργησε έναν ενιαίο κεντρικό χώρο διανομής στα περιμετρικά δωμάτια, τα οποία διατηρήθηκαν στην αρχική τους μορφή. Από τον Δεκέμβριο του 1998 στον τρίτο όροφο του κτιρίου στεγάστηκε το νεοσύστατο Μουσείο Αθλητισμού που αργότερα μετακόμισε στην Αγίου Δημητρίου πλησίον του Εθνικού Καυτανζογλείου Σταδίου».

Τα βασικά στοιχεία του έργου ανάπλασης του 1997 έχουν ως εξής:

Κύριος Έργου: ΟΣΕ ΑΕ

Χρηματοδότηση: ΥΠΕΧΩΔΕ – 240.000.000 δραχμές

Τεχνικός φάκελος: Γ. Σορτίκος – ΑΡΧΙΤΕΧ ΑΕ

Κ. Λεφάκης, Α. Πρασσά, Χ. Ιγνατάκης

Μελέτη: Αρχιτεκτονική Μελέτη:

Μ. Ρόκκος, Δ. Δημητριάδης, Κ. Ανδρέου

Συνεργάτες: Ε. Σπανάκη, Β. Μεταλληνού

Ανάδοχος:

Αυτεπιστασία από τον ΟΤΥΕ, Γ. Σορτίκος – ΑΡΧΙΤΕΧ ΑΕ

Η σύγχρονη εποχή

Ο ΟΣΕ χρησιμοποίησε το ισόγειο για εκδοτήρια, τα οποία μετέπειτα κι αυτά έκλεισαν, ενώ αργότερα το κτίριο πέρασε στα χέρια της ΓΑΙΑΟΣΕ και επινοικιάστηκε στην Ελληνική Αστυνομία όπου εγκαθιδρύθηκε το Αστυνομικό Τμήμα Λευκού Πύργου.

Το ρίσκο της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού

Σήμερα το κτίριο βρίσκεται σε  μια κρίσιμη καμπή. Με την απομάκρυνση του Αστυνομικού Τμήματος, η  οποία αποτελούσε μια «σκληρή» αλλά ζωντανή χρήση, ελλοχεύει ένας κίνδυνος που ο κ. Καλογήρου εντοπίζει σε όλο το ιστορικό κέντρο: η μονομερής τουριστική χρήση.

«Η πόλη πρέπει να έχει ποικιλία χρήσεων»  υπογραμμίζει με έμφαση. «Δεν γίνεται σε όλους τους δρόμους να έχει μόνο τραπεζάκια και καφέ. Χρειαζόμαστε τα γραφεία, τους δικηγόρους, τους επαγγελματίες και, κυρίως τους κατοίκους. Όταν φεύγουν οι δραστηριότητες, τα κτίρια κινδυνεύουν να ερημώσουν, να πέσουν τα πατζούρια τους και τελικά να μαραζώσουν». 

Ο γνωστός αρχιτέκτονας εκφράζει επίσης την ανησυχία του ότι η Θεσσαλονίκη, κινδυνεύει να πάθει αυτό που συνέβη σε πολλές περιοχές της Αθήνας. Η Αριστοτέλους, από ένας ζωντανός οργανισμός όπου άνθρωποι ζούσαν και εργάζονταν, τείνει να γίνει ένα «σκηνικό» προορισμένο μόνο για τουρίστες. Η παρουσία της αστυνομίας, παρόλο που δεν πρόσφερε την καλύτερη αισθητική εικόνα με τις κλούβες και τα κιγκλιδώματα στη στοά, εξασφάλιζε μια δραστηριότητα που δεν ήταν αμιγώς εμπορική.

Το μέλλον του κτιρίου

Η απομάκρυνση του Αστυνομικού Τμήματος ήταν μια κίνηση που υποστηρίχθηκε σθεναρά από πολλές διοικήσης του Δήμου, από την εποχή ακόμη του Γιάννη Μπουτάρη. Ωστόσο, ο κ. Καλογήρου προειδοποιεί ότι η απουσία σχεδίου μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω φθορά.

«Είναι καλό που η Θεσσαλονίκη έχει ακόμη κατοικία στο κέντρο της. Αν όμως τα κτίρια που ανήκουν σε εταιρείες όπως για παράδειγμα την ΓΑΙΑΟΣΕ δεν βρουν μια χρήση που να τα συνδέει με την πόλη, θα καταλήξουν έρμαια της φθοράς. Το κτίριο τούτο σήμερα είναι άδειο. Χρειάζεται ανακαίνιση για να ξεκινήσει μια νέα προβολή», σημειώνει.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν το κτίριο θα παραμείνει ένας χώρος υπηρεσιών ή αν θα βρεθεί μια νέα χρήση που θα σέβεται την ιστορία του ως «παλίμψηστο». Η πρόταση για επιστροφή σε χρήσεις πολιτισμού ή ακόμη και σε ποιοτική κατοικία φαίνεται να είναι η μόνη που μπορεί να διασώσει τον χαρακτήρα που οραματίστηκε ο Εμπράρ πριν από έναν αιώνα.

Όπως κλείνει ο κ. Καλογήρου, η τύχη του κτιρίου της Αριστοτέλους θα είναι ο καθρέφτης της Θεσσαλονίκης του αύριο. Μιας πόλης που είτε θα βρει τον τρόπο να διατηρήσει την πολυφωνία της, είτε θα παραδοθεί στη σιωπή των κλειστών πατζουριών και την ομοιομορφία του τουριστικού όσο και αδίστακτου Real Estate.

*Το βιβλίο του Νίκου Καλογήρου «Το Παλίμψηστο της Αριστοτέλους» αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή για την κατανόηση της αρχιτεκτονικής εξέλιξης του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις University Studio Press και αποτελεί απαραίτητο ανάγνωσμα για όποιον θέλει να κατανοήσει την καρδιά της πόλης. 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα