Η μεγάλη αναλογική επιστροφή: Γιατί το βινύλιο μπήκε ξανά στις καρδιές μας και στα στέκια της Θεσσαλονίκης

Στην εποχή του streaming το βινύλιο παίρνει την εκδίκησή του - Ένα οδοιπορικό στην αναλογική αναγέννηση της αγοράς μέσα από τις φωνές των ανθρώπων της Θεσσαλονίκης

Θωμάς Καλέσης
η-μεγάλη-αναλογική-επιστροφή-γιατί-το-1478677
Θωμάς Καλέσης

Κατεβάζεις απαλά τον βραχίονα, Η βελόνα ακουμπάει στο μαύρο PVC. Πριν καν ξεκινήσουν οι πρώτες νότες, ακούγεται εκείνος ο γνώριμος, ζεστός, σχεδόν οργανικός θόρυβος. Τσακ, κρακ, τσακ. Για τους μυημένους, γι’ αυτούς που δεν το είχαν σε τίποτα να ξοδέψουν ακόμη και το πενιχρό χαρτζιλίκι τους προκειμένου να προμηθευτούν το τελευταίο LP του αγαπημένου τους συγκροτήματος, αυτός ο ήχος δεν είναι «παράσιτο». Είναι ο χτύπος της καρδιάς της ίδιας της μουσικής.

Πίσω στη δεκαετία του ’80, Πάτσης, Blow Up, μικρά συνοικιακά δισκοπωλεία. Το βινύλιο δεν ήταν απλώς ένα μέσο αποθήκευσης ήχου. Ήταν μια ολόκληρη ιεροτελεστεία, το κέντρο της νεανικής κουλτούρας. Τότε το να αγοράσεις ένα άλμπουμ σήμαινε οικονομία ημερών, ανυπομονησία στη διαδρομή για το σπίτι, προσεκτικό σκίσιμο της ζελατίνας και ατέλειωτες ώρες μελέτης του εξωφύλλου, των στίχων στο εσώφυλλο, όσο το δωμάτιο πλημμύριζε με τον «γεμάτο» αναλογικό ήχο. Ήταν μια σχέση σχεδόν ερωτική, που απαιτούσε τον χρόνο σου και την απόλυτη προσοχή σου. Μια μαγική κίνηση που ή την κόλλησες από κάπου (συνήθως από συγγενικά πρόσωπα) ή που την ανακάλυψες μόνος, εντελώς τυχαία και δεν την εγκατάλειψες ποτέ.

Μετέπειτα ήρθε η ευκολία του CD, η επανάσταση του Mp3 και, τελικά η απόλυτη κυριαρχία του streaming. Η μουσική έγινε άυλη, backround noise στην καθημερινότητά μας, ένα ατέλειωτο scrollάρισμα (να με συγχωράτε για το αδόκιμο του όρου) σε ψηφιακές λίστες. Όμως, κάτι έλειπε. Και αυτό το «κάτι» οδήγησε στη μεγαλύτερη και πιο απροσδόκητη πολιτισμική αντεπίθεση του 21ου αιώνα: τη μεγάλη επιστροφή του βινυλίου.

Το παγκόσμιο παράδοξο: Από την «κλινική νέκρωση» στην απόλυτη κυριαρχία

Για να καταλάβουμε το μέγεθος της σημερινής τρέλας, πρέπει να γυρίσουμε το ρολόι περίπου είκοσι χρόνια πίσω. Γύρω στο 2006, η βιομηχανία είχε ξεγράψει το βινύλιο. Το είχε τοποθετήσει στο vintage χρονοντούλαπο της ιστορίας. Τα εργοστάσια πρεσαρίσματος έκλειναν το ένα μετά το άλλο, οι μεγάλες δισκογραφικές σταμάτησαν να τυπώνουν νέες κυκλοφορίες και εναπομείναντες δίσκοι κατέληγαν σε κούτες στις αποθήκες. Το MP3 και το -παράνομο μ’ όλα ταύτα- downloading (Napster, Pirate Bay κλπ), σάρωναν τα πάντα, σε έναν κόσμο που δεν είχε πλέον τον… χρόνο να ασχοληθεί με την ιεροτελεστεία, δίνοντας την αίσθηση ότι ο αναλογικός ήχος πέθανε οριστικά.

Η σπίθα που άναψε ξανά τη φωτιά ήρθε από το πουθενά το 2008, με τη γέννηση του θεσμού «Record Store Day» στις ΗΠΑ. Ανεξάρτητα δισκάδικα ενώθηκα για να προστατεύσουν την κουλτούρα τους, πείθοντας καλλιτέχνες να κυκλοφορήσουν σπάνια, συλλεκτικά κομμάτια αποκλειστικά σε βινύλιο. Αυτό που ξεκίνησε ως μια γιορτή για λίγους ρομαντικούς και λάτρεις του vintage στοιχείου εξελίχθηκε σε παγκόσμια χιονοστιβάδα.

Η πραγματική εκτόξευση όμως, κρύβει κι ένα τεράστιο παράδοξο: δεν οδηγήθηκε από τους παλιούς audiophiles, αλλά από την Gen Z. Οι νέοι που γεννήθηκαν μέσα στα smartphones και δεν είχαν πιάσει ποτέ στη ζωή τους βινύλιο, γοητεύτικαν από την αισθητική του 12ιντσου δίσκου. Καλλιτέχνες της pop κουλτούρας, όπως η Taylor Swift, ο Harry Styles και η Billie Elish, άρχισαν να πωλούν ξανά εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, μετατρέποντας εκ νέου σε πολλές περιοχές το βινύλιο στο απόλυτο αντικείμενο, φετίχ και merch, ακόμη και για παιδιά που στην πραγματικότητα, δεν είχαν καν πικάπ στο δωμάτιό τους. Τα επίσημα στοιχεία πλέον δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης. Τα τελευταία χρόνια, οι πωλήσεις των δίσκων βινυλίου ξεπέρασαν σε έσοδα αυτές των CD παγκοσμίως για πρώτη φορά από τα τέλη της δεκαετίας του ’80.

Το ελληνικό κύμα: Η γέφυρα του χθες με το σήμερα

Στην Ελλάδα η ιστορία γράφτηκε με ελαφρώς διαφορετικούς όρους. Όταν η mainstream αγορά γύρισε την πλάτη στο αναλογικό φορμάτ, το βινύλιο βρήκε καταφύγιο στην underground σκηνή. Για χρόνια η εγχώρια punk, heavy metal, χιπ-χοπ και indie κοινότητα κρατούσε τα προσχήματα. Μπάντες και καλλιτέχνες επέμεναν να κυκλοφορούν τις δουλειές τους σε βινύλιο, ως δήλωση αισθητικής, και τα underground δισκάδικα στα Εξάρχεια ή στο Μοναστηράκι, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ή στα second hand της Ναυαρίνου έγιναν οι φύλακες – άγγελοι αυτής της κουλτούρας.

Η μετάβαση στη νέα εποχή έγινε σταδιακά αλλά και με μεγάλη ορμή ταυτόχρονα. Το κοινό των ανεξάρτητων δισκοπωλείων άρχισε να ανανεώνεται ηλικιακά, ενώ το φαινόμενο πήρε μαζικές διαστάσεις όταν οι μεγάλες εμπορικές αλυσίδες retail άνοιξαν ξανά τεράστια τμήματα αφιερωμένα στο βινύλιο και άρχισαν να πωλούν σε προσιτές τιμές entry – level πικάπ.

Ξαφνικά το να αγοράσεις δίσκο δεν σήμαινε απαραίτητα ότι έπρεπε να είσαι «ψαγμένος» συλλέκτης. Έγινε ξανά μια προσβάσιμη, καθημερινή επιλογή για κάθε φίλο της μουσικής.

Θεσσαλονίκη: Η πόλη του αναλογικού ήχου

Αν η Αθήνα είναι η μηχανή της αγοράς, η Θεσσαλονίκη είναι η ψυχή της. Μια πόλη με βαθύ, σχεδόν γονιδιακό μουσικό DNA, με τεράστια φοιτητική κοινότητα και παράδοση στο “crate digging” (το ψάξιμο στις κούτες με τους δίσκους), δεν θα μπορούσε παρά να γίνει η πρωτεύουσα της αναλογικής αναγέννησης στην Ελλάδα.

Εδώ, το βινύλιο δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από το προσκήνιο. Από τα ιστορικά underground λημέρια της Ναυαρίνου και τα στενά της Ισαύρων, μέχρι τα εμβληματικά, παραδοσιακά καταστήματα του κέντρου που άντεξαν στις συμπληγάδες της οικονομικής κρίσης και της ψηφιοποίησης, οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης συνεχίζουν να μοσχοβολούν χαρτόνι, βελούδο και κερί. Τα τακτικά επίσης vinyl bazzaars που διοργανώνονται στους πολυχώρους της πόλης, μετατρέπονται σε λαϊκό προσκύνημα, αποδεικνύοντας ότι η ανάγκη για τον ζεστό όμορφο ήχο γεφυρώνει τις γενιές των 50άρηδων με τους 20άρηδες.

Οι άνθρωποι πίσω από τους πάγκους – Τι λένε οι inside storytellers της πόλης

Ποια είναι όμως η πραγματικότητα μέσα στα ίδια τα δισκάδικα της Θεσσαλονίκης; Ποιοι είναι αυτοί που μπαίνουν καθημερινά στα μαγαζιά, τι ψάχνουν και πώς εξηγούν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες αυτή την τρέλα που αρνείται να παραδοθεί αμαχητί;

Μιλήσαμε με τρεις ανθρώπους που περνούν τη ζωή τους πίσω από τους πάγκους καταστημάτων και τους ζητήσαμε να μας μεταφέρουν το κλίμα που βιώνουν οι ίδιοι καθημερινά.

Αριστείδης Κουϊνέλης (Κασσάνδρου): 48 χρόνια στο τιμόνι ενός εκ των παλαιοτέρων δισκοπωλείων της πόλης

Η πρώτη μας στάση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ιστορική. Στην οδό Κασσάνδρου, ο κύριος Αριστείδης Κουϊνέλης διευθύνει ένα από τα παλαιότερα – αν όχι το παλαιότερο – δισκάδικο της Θεσσαλονίκης. Μπαίνοντας στον 48ο χρόνο λειτουργίας του, έχει ζήσει όλες τις εποχές. Από την απόλυτη δόξα και τα πέτρινα χρόνια της «ψηφιοποίησης» στο σήμερα και τη μεγάλη επιστροφή.

«Το ψηφιακό κούρασε τον κόσμο. Το βλέπεις στο κινητό σου, το βλέπεις παντού, αλλά στο σπίτι σου δεν μπορείς να ακούσεις μουσική έτσι», μας λέει με το πάθος του ανθρώπου που δεν πρόδωσε ποτέ αυτό το οποίο πίστευε. «Εμείς, τα κλασικά μαγαζιά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, επιμέναμε στο βινύλιο. Δεν σταματήσαμε ποτέ. Ξέραμε ότι θα έκανε το backup του, γιατί με το βινύλιο έχεις ένα αντικείμενο στα χέρια σου. Είναι όπως το βιβλίο μέσα στο σπίτι, ένα κόσμημα για τη βιβλιοθήκη σου».

Όταν τον ρωτάμε για τις δύσκολες εποχές, τότε που η Ελλάδα γύριζε την πλάτη στον αναλογικό ήχο, θυμάται τις θυσίες, τα ταξίδια, αλλά και την προσωπική του προσπάθεια να κρατήσει την κουλτούρα όρθια στη Θεσσαλονίκη, διοργανώνοντας συναυλίες και events στην πόλη με μεγάλα ονόματα της εποχής.

«Εγώ όργωνα την Ελλάδα δέκα χρόνια για να βρω δίσκους. Με έπιαναν τα χιόνια στην Κατάρα, ερχόταν η νταλίκα από δίπλα, πάθαινα βέρτιγκο από το χιόνι…Κάναμε πράγματα τότε για να κρατηθούμε», εξομολογείται.

Σήμερα, ο κύριος Αριστείδης ζει τη δικαίωση, βλέποντας το μαγαζί του γεμάτο από τη νέα γενιά. «Ζω μια τρίτη γενιά τώρα! Μου αρέσει αυτή η νεολαία, με ανέβασε κι εμένα τελικά. Τα παιδιά μας πλέον είναι ταξιδευτές, πηγαίνουν στην Ευρώπη, όπου το βινύλιο δεν σταμάτησε ποτέ, βλέπουν τις εικόνες εκεί και έρχονται εδώ και ψάχνουν. Ζητούν συνέχεια. Κυρίως rock, metal, αυτά είναι τα πρώτα στα ξένα. Οι κλασικοί ροκάδες και οι μεταλλάδες είναι σταθεροί, αλλά πλέον ο κύκλος έχεις ανοίξει».

Ο ίδιος μας αποκαλύπτει επίσης κι ένα μεγάλο μυστικό της αγοράς που εξηγεί γιατί οι υποψιασμένοι αγοραστές επιμένουν στα μεταχειρισμένα, παρά στα καινούργια βινύλια: «Επειδή τα καινούργια είναι γραμμένα ψηφιακά, ο ήχος τους είναι πιο ηλεκτρονικός, πιο σκληρός. Δεν είναι μαλακός. Ο κόσμος θέλει το παλαιότερο βινύλιο ναι, επειδή ο ήχος του είναι πιο μαλακός, πιο ζεστός.  Γι’ αυτό παρά τις επανεκδόσεις, το παλιό, το αυθεντικό βινύλιο παραμένει ο μεγάλος “βασιλιάς”»

Γιάννης Καψάσκης (Μητροπόλεως): Η γενιά των συλλεκτών και το παράδοξο του «Merch»

Αν ανηφορίσεις προς την οδό Μητροπόλεως, στο ζωντανό κέντρο της Θεσσαλονίκης, συναντάς τη νεότερη ιστορία της αναλογικής αναγέννησης στην πόλη. Εκεί ο Γιάννης Καψάσκης (46 ετών) άνοιξε το δικό του δισκοπωλείο το 2017, σε μια εποχή που η τάση είχε ήδη αρχίσει να δείχνει τα δόντια της. Όντας ο ίδιος συλλέκτης και αγοραστής, είδε την αγορά να αναδύεται ξανά την «απόλυτα νεκρή περίοδο» 1997 – 2005.

Ο Γιάννης, ωστόσο, βάζει τα πράγματα σε μια πολύ ρεαλιστική βάση, ξεχωρίζοντας τον ρομαντισμό από την πραγματικότητα της αγοράς.

«Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι πλέον το βινύλιο απευθύνεται κυρίως σε ανθρώπους που έχουν την ψυχολογία του συλλέκτη» εξηγεί. «Αυτό που έχει χαθεί σε σχέση με τα παλιά χρόνια είναι απόλυτη μαζικότητα. Στα ’80s θα έπαιρνε δίσκο ο καθένας, θα αγόραζε δίσκο ακόμη και η μάνα μου. Σήμερα ο κόσμος δεν ψωνίζει έτσι τυχαία και τακτικά. Αυτή η μαζικότητα δεν υπάρχει πλέον σε κανέναν».

Χωρίζει τους νεότερους αγοραστές σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που είχαν τις υποδομές και τα ερεθίσματα στο σπίτι από τους γονείς τους, και σε εκείνους που ξεκινουν εντελώς από το μηδέν επειδή τους αρέσει επειδή τους αρέσει να συλλέγουν αυτό που αγαπούν, αφιερώνοντας χρόνο και λεφτά.

Συζητώντας μαζί του, ο Γιάννης επιβεβαιώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο ένα παγκόσμιο παράδοξο που καταγράφουν οι στατιστικές. Πολλοί αγοράζουν βινύλια χωρίς καν να έχουν…πικάπ!

«Υπάρχει μια έρευνα που λέει ότι οι μισοί δίσκοι που πουλήθηκαν, δεν θα παιχτούν ποτέ. Είναι ο κόσμος που δεν έχει ενισχυτή, που δεν έχει μηχάνημα. Το αγοράζουν σαν merchadising item, σαν σουβενίρ, σαν ενθύμιο. Έρχονται στο μαγαζί και μου λένε “μου πήραν ένα πικάπ δώρο, το περιμένω να έρθει, θέλω να πάρω τον πρώτο μου δίσκο. Θέλω και την αίσθηση του μεγάλου εξωφύλλου».

Η πιο χαρακτηριστική ιστορία που μας μεταφέρει αποτυπώνει τέλεια το χάσμα ανάμεσα στο ψηφιακό παρόν και το αναλογικό παρελθόν: «Προχθές ήρθε στο μαγαζί ένας νέος καλλιτέχνης, μουσικός. Ήθελε να βγάλει τη δουλειά του και σε βινύλιο, επειδή πλέον η ίδια μουσική βιομηχανία επανεκδίδει τα πάντα. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, έχει φέρει τον δίσκο του εδώ, αλλά δεν έχει δει ποτέ στη ζωή του πώς μπαίνει ένας δίσκος στο πικάπ, πώς γυρίζει, πώς ακούγεται! Το κάναμε μαζί εδώ στο μαγαζί, για την ιδέα. Ήταν μια μοναδική εμπειρία».

Τόλης Τζελεπίδης (Γκαρμπολά): «Δεκαπλάσια Κίνηση» και το βινύλιο ως εμπειρία ζωής

Η έρευνα ολοκληρώνεται στην οδό Γκαρμπολά, σε ένα ακόμη εναλλακτικό σημείο συνάντησης των μουσικόφιλων της πόλης. Ο Τόλης Τζελεπίδης άνοιξε το κατάστημά του το 2019. Όπως μας εξομολογείται, το έκανε παίρνοντας ένα μεγάλο ρίσκο, στηριζόμενος κυρίως στο δικό του μεγάλο, προσωπικό στοκ δίσκων που μάζευε και πουλούσε για χρόνια. Η δικαίωση, όμως, δεν άργησε να έρθει.

«Από το 2019 μέχρι σήμερα βλέπω, να σου πω την αλήθεια, δεκαπλάσια κίνηση. Κάθε χρόνο η ζήτηση ανεβαίνει παραπάνω», αναφέρει ο Τόλης, αποτυπώνοντας την εκρηκτική άνοδο των τελευταίων ετών. «Ο κόσμος πλέον θέλει το χειροπιαστό, θέλει την εμπειρία, να έχει τη μουσική στα χέρια του. Και σε αυτό έχουν βοηθήσει πάρα πολύ οι νέοι καλλιτέχνες που βγάζουν πλέον τα πάντα σε βινύλιο. Έτσι έρχεται σε επαφή ένας νέος με τον χώρο για αρχή. Μετά, όσο μπαίνει και πιο βαθιά, πιο σοβαρά, ψάχνει, βλέπει και ακούει κι άλλη μουσική από αυτή που ξεκίνησε. Και μετά, δεν έχει επιστροφή».

Ο Τόλης παρατηρεί επίσης ότι το βινύλιο έχει ξεφύγει από τα στενά όρια της ακρόασης, κερδίζοντας έδαφος και στην καθημερινή αισθητική των Θεσσαλονικέων. «Πλέον, πάρα πολύς κόσμος το αντιμετωπίζει και σαν είδος διακόσμησης. Το βλέπω πάρα πολύ αυτό, υπάρχει πια παντού, σε κάθε σπίτι».

Όταν πάντως τον ρωτάμε αν αυτή η νέα γενιά αγοράζει δίσκους απλώς για να τους κρατήσει στην άκρη ως επένδυση για τη μεταπώληση, ο Τόλης είναι κατηγορηματικός: «Όχι, οι περισσότεροι τα βάζουν να παίξουν. Ακούν μουσική. Υπάρχουν φυσικά και οι κλασικοί συλλέκτες που κυνηγούν συγκεκριμένες εκδόσεις, όπως κάποιοι άλλοι συλλέγουν νομίσματα, αλλά η πλειοψηφία αγοράζει για να ακούσει.

Από την άλλη και οι εταιρείες βλέπουν αυτή τη μεγάλη ζήτηση, βλέπουν ότι κόβονται πλέον τα πάντα – και οι νέες κυκλοφορίες και οι παλιές που είχαν ξεχαστεί – κι έτσι κινείται όλη η βιομηχανία. Αυτή η πορεία είναι ανοδική εδώ και μια δεκαετία και συνεχίζει. Έρχονται νέοι, έρχονται μεγάλοι άνθρωποι που ξαναξεκινούν τώρα. Δεν είναι μόδα, ήρθε για να μείνει».

Μια βελόνα που δεν θέλει να σταματήσεις να κινείται στα αυλάκια

Σε έναν κόσμο που τρέχει με ιλιγγιώδεις ψηφιακές ταχύτητε, όπου οι αλγόριθμοι των streaming platforms αποφασίζουν για εμάς πριν από εμάς, το βινύλιο μοιάζει με μια μικρή, γοητευτική πράξη αντίστασης και ρομαντισμού. Είτε πρόκειται για παλιούς συλλέκτες που επιμένουν στον «μαλακό» ήχο των μεταχειρισμένων δίσκων της οδού Κασσάνδρου, είτε για τους 20άρηδες που ανακαλύπτουν το μεγάλο, χειροπιαστό εξώφυλλο στην Μητροπόλεως και στην Γκαρμπολά, η ουσία παραμένει ίδια: η συνειδητή απόφαση να επιβραδύνεις τους ρυθμούς.

Το να κάτσεις στον καναπέ, να βγάλεις τον δίσκο από το εσώφυλλο, να καθαρίσεις τη σκόνη με το βουρτσάκι και να τον ακούσεις ολόκληρο – από την αρχή μέχρι το τέλος της κάθε πλευράς – είναι μια ιεροτελεστεία. Μια μουσική μυσταγωγία. Και όσο στην πόλη υπάρχουν άνθρωποι που συγκινούνται από εκείνο το πρώτο, αυθόρμητο “τσακ” της βελόνας, οι μαύροι κύκλοι στα πικάπ της Θεσσαλονίκης δεν πρόκειται να σταματήσουν να γυρίζουν ξανά και ξανά.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα