Θεσσαλονίκη

H άγνωστη μάχη Ελλήνων – Βουλγάρων στο παλιό κτίριο της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ

Πολύ πριν γεμίσει από φοιτητές, βιβλία και αμφιθέατρα, υπήρξε σκηνή μιας αιματηρής και σχεδόν λησμονημένης σήμερα, σύγκρουσης

Ραφαήλ Γκαϊδατζής
h-άγνωστη-μάχη-ελλήνων-βουλγάρων-στο-1424455
Ραφαήλ Γκαϊδατζής

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη χτισμένη πάνω σε στρώματα μνήμης. Κάποια είναι ορατά. Μνημεία, πλατείες, δρόμοι με βαριά ονόματα.

Κάποια άλλα όμως παραμένουν σιωπηλά, σχεδόν αόρατα και όταν τα προσπερνάμε.

Μια τέτοια ιστορία κρύβεται στο παλιό κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, ένα κτίριο που πολύ πριν γεμίσει από φοιτητές, βιβλία και αμφιθέατρα, υπήρξε σκηνή μιας αιματηρής και σχεδόν λησμονημένης σήμερα, σύγκρουσης.

Το 1913 η Θεσσαλονίκη βρισκόταν ακόμη σε μεταβατική κατάσταση. Είχε μόλις απελευθερωθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όμως το μέλλον της δεν είχε ακόμη κριθεί οριστικά.

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος μετέτρεψε την πόλη σε μήλον της έριδος ανάμεσα στους πρώην συμμάχους, με Έλληνες και Βούλγαρους στρατιώτες να συνυπάρχουν σε μια τεταμένη, σχεδόν εκρηκτική καθημερινότητα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα ξέσπασαν συγκρούσεις που δεν καταγράφηκαν ποτέ ως «μεγάλες μάχες», αλλά άφησαν πίσω νεκρούς, τραυματίες και μια πόλη βαθιά τραυματισμένη.

Μια από αυτές τις συγκρούσεις εκτυλίχθηκε στο κτίριο που αργότερα θα φιλοξενούσε τη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ.

Τότε, το κτίσμα δεν είχε καμία σχέση με την πανεπιστημιακή του ταυτότητα.

Ανάλογα με την περίοδο είχε χρησιμοποιηθεί ως οθωμανικό διοικητικό ή εκπαιδευτικό κτίριο και κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους επιτάχθηκε για στρατιωτικές ανάγκες.

Η στρατηγική του θέση και η στιβαρή αρχιτεκτονική του, το μετέτρεψαν σε φυσικό οχυρό και τελικά σε πεδίο μάχης.

Οι συγκρούσεις ανάμεσα σε ελληνικά και βουλγαρικά στρατεύματα μέσα και γύρω από το κτίριο υπήρξαν σφοδρές, αλλά σύντομες.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κτίρια της τότε οδού Χαμιδιέ (σημερινής Εθνικής Αμύνης) ήταν χτυπημένα από σφαίρες.

Mαρτυρίες μιλούν ακόμη και για τρύπες από σφαίρες που ήταν ορατές για δεκαετίες μετά τα συμβάντα στο κτίριο της παλιάς Φιλοσοφικής.

Αυτό αποδεικνύεται, μάλιστα, από  χαιρετισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη προς τους νέους σπουδαστές της Φιλοσοφικής, στις 7 Νοεμβρίου του 1928, επισημαίνοντάς τους τα σημάδια της μάχης.  

Δεν άλλαξαν την έκβαση του πολέμου, όμως αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του χαοτικού χαρακτήρα εκείνων των ημερών, όταν η Θεσσαλονίκη βρέθηκε κυριολεκτικά στο όριο, ανάμεσα σε διαφορετικές διεκδικήσεις, στρατούς και εθνικά αφηγήματα.

Η μάχη αυτή χάθηκε μέσα στη «μεγάλη ιστορία», επισκιάστηκε από τις διπλωματικές εξελίξεις και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, που λίγους μήνες αργότερα θα κατοχύρωνε οριστικά την πόλη στο ελληνικό κράτος.

Σήμερα, το παλιό κτίριο της Φιλοσοφικής στέκει ενσωματωμένο στον πανεπιστημιακό ιστό της πόλης, ελάχιστοι όμως γνωρίζουν ότι οι τοίχοι του δε φιλοξενήσαν μόνο ιδέες και διαλέξεις, αλλά και όπλα, στρατιώτες και στιγμές βίας.

Στο βιβλίο του Τάσου Κουκιόγλου «Το Πανεπιστημιακόν Μέγαρον, Το παλαιό κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» εκδόσεις University Studio Press, 2012, καταγράφονται τα γεγονότα εκείνα.

Όπως σημειώνει το βιβλίο, οι Βούλγαροι εισήλθαν στην πόλη με την άδεια του Πρίγκιπα της Ελλάδας, Νικολάου, Διοικητή της Ελληνικής Στρατιωτικής Διοίκησης.

Τα δύο τάγματα της VII Βουλγαρικής Μεραρχίας στρατωνίστηκαν στα σουλτανικά κτίρια της περιοχής της Λεωφόρου Χαμιδιέ, στο τουρκικό σχολείο Ticaret Mektebi (στη συμβολή των οδών Κασσάνδρου και Ολυμπιάδος), στη Ροτόντα, στην Αγία Σοφία και στο κτίριο της Σχολής Idadi, το σημερινό παλαιό κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής, το οποίο την εποχή αυτή ήταν σχεδόν καινούργιο, μετά τις προσθήκες των δύο πτευρύγων του.

Οι προκλήσεις όμως του βουλγαρικού στρατού, όπως σημειώνει ο Κουκιόγλου στις σελίδες του βιβλίου του, ήταν τέτοιες που ανάγκασαν την Ελληνική Στρατιωτική Διοίκηση (στρατηγός Κωνσταντίνος Καλλάρης 1858-1940) να ζητήσει την παράδοση του οπλισμού και την εγκατάλειψη της πόλης.

Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν και τότε ο ελληνικός στρατός τους απομάκρυνε από τη γύρω περιοχή με μάχη.

Το κτίριο της Σχολής Idadi, περικυκλώθηκε και μετά από μάχη στις 17 Ιουνίου 1913, οι Βούλγαροι στρατιώτες παραδόθηκαν στις 30 Ιουνίου 1913 και ως αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στο Τρίκκερι Βόλου, όπου κρατήθηκαν μέχρι το τέλος του πολέμου.

Τα σημάδια της μάχης αυτής θα μείνουν για περισσότερα από 15 χρόνια στην πρόσοψη του κτιρίου, με τον Κουκιόγλου να αναφέρεται στον «χαιρετισμό» του Μανόλη Τριανταφυλλίδη προς τους νέους του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στις 7 Νοεμβρίου 1928.

Μετά την απομάκρυνση των Βουλγάρων, ο Ελληνικός Στρατός στέγασε εδώ το Β’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (Χειρουργικό) για τις αυξανόμενες ανάγκες των τραυματιών των Βαλκανικών Πολέμων.

Το Νοσοκομείο αυτό ξεκίνησε με 640 κρεβάτια και έφτασε μέχρι και τα 1.300. Ο αριθμός των τραυματιών που κατέφθαναν εκεί στη διάρκεια του Α Παγκοσμίου πολέμου ήταν μεγάλος και το 1918 οι αρχές επέταξαν και το γειτονικό γήπεδο του Ηρακλή για το στήσιμο αντίσκηνων με τραυματίες.

Διευθυντής ήταν ο καθηγητής χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρίνος Γερουλάνος.

Στο πίσω μέρος του κτιρίου, στο βοηθητικό χαμηλό κτίσμα εγκαταστάθηκαν τα μαγειρεία του Νοσοκομείου.

Στο σημείο αυτό, μετά το 1929, θα κατασκευασθεί η ανατολική πλευρά της αίθουσας τελετών και του αμφιθεάτρου.

Εγκαίνια Αίθουσας Τελετών (28-10-1931). Φωτογραφικό αρχείο Τάσου Κουκιόγλου.

Το Β’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο λειτούργησε στο κτίριο της άλλοτε Σχολής Idadi των Οθωμανών ύστερα από ενέργειες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού από το 1913 έως το 1927.

Οι εφημερίδες «Μακεδονία» και «Εμπρός» καταγράφουν στις σελίδες τους, τα γεγονότα των ημερών:

«Επειδή ο Βουλγαρικός στρατός ήρχισε τας εχθροπραξίας έχω την τιμήν να σας παρακαλέσω όπως εγκαταλείψητε την πόλιν της Θεσσαλονίκης εντός μιας ώρας από της λήψεως της παρούσης επιστολής μου. Τα όπλα των στρατιωτών σας θα παραδοθούν εις επί τούτω ορισθησομένους αξιωματικούς. Οι αξιωματικοί δύνανται να διατηρήσωσι τα ξίφη των. Ειδική αμαξοστοιχία θα μεταφέρη τα στρατεύματά σας μέχρι των ημετέρων προφυλακών, θα ληφθώσι δε μέτρα δια την ασφάλειάν των. Μετά την λήξιν της ως ανωτέρω οριζομένης προθεσμίας θα ευρεθώ εις την ανάγκην, προς μεγίστην λύπην μου, όπως διατάξω ίνα τα στρατεύματά σας θεωρηθούν ως εχθρικά στρατεύματα. Δεχθήτε παρακαλώ, την διαβεβαίωσιν της εξαιρέτου υπολήψεως, μεθ’ ης διατελώ» Μακεδονία και Εμπρός 19.6.1913· Κ. Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1875-1920), σ. 177.

«Κανόνια και μυδράλια κατέστρεψαν τα αυτοσχέδια οχυρά, μέσα από τα οποία αμύνονταν οι πολιορκημένοι με πυροβολισμούς και βόμβες. Η αντίσταση ήταν ηρωική. Οι μάχες, που άρχισαν στις επτά το βράδυ, τελείωσαν μόλις στις έξι το πρωί. Όλη την νύχτα, ο τρομοκρατημένος πληθυσμός άκουγε να κροταλίζουν τα τουφέκια και τα μυδράλια, να βροντούν οργισμένα τα κανόνια και οι βόμβες. Ο αριθμός των νεκρών και των τραυματιών ήταν τεράστιος και από τις δυο πλευρές» Π. Ριζάλ (Ιωσήφ Νεχαμά), Θεσσαλονίκη η περιπόθητη πόλη.

«Περί την 5ην μ.μ. της Δευτέρας [17.6], οι εντός του κατά την οδόν Βαρδαρίου Μεγάλου Ξενοδοχείου μετατραπέντος, ως γνωστόν, εις βουλγαρικόν τηλεγραφείον, ευρισκόμενοι πέντε Βούλγαροι στρατιώται και τηλεγραφικοί υπάλληλοι προσκληθέντες να παραδοθούν επυροβόλησαν κατά των ημετέρων χωροφυλάκων, οι οποίοι ενισχυθέντες υπό πεζών και ευζώνων επυροβόλουν ακάλυπτοι εκ της οδού κατά των εντός του ξενοδοχείου ωχυρωμένων Βουλγάρων. Η συμπλοκή διήρκεσε περίπου μίαν ώραν φονευθέντων κατά των συμπλοκήν δύο Βουλγάρων στρατιωτών, οπότε οι ημέτεροι κατώρθωσαν να πλησιάσουν την θύραν του ξενοδοχείου και παραβιάσαντες αυτήν εισήλθον με εφ όπλου λόγχην εις το ξενοδοχείον συλλαβόντες τους λοιπούς Βουλγάρους, ως και τινας υπόπτους. Κατά την συμπλοκήν ταύην ετραυματίσθη ο υπομοίραρχος κ. Χατζηϊωάννου […] Δευτέρα συμπλοκή και σχεδόν σύγχρονος με την του Γκραντ Οτέλ εγένετο εις την Βουλγαρικήν Τράπεζαν διαρκέσασα υπέρ την ημίσειαν ώραν αναγκασθέντων των εν αυτή Βουλγάρων στρατιωτών και τινων τραπεζιτικών υπαλλήλων, οίτινες υπό το πρόσχημα υπαλλήλων ήσαν αξιωματικοί του βουλγαρικού στρατού, μετά τον φόνον μερικών εξ αυτών να παραδοθούν υπό τας ζητωκραυγάς του παρακολουθούντος κόσμου υπέρ του ελληνικού στρατού […] Ως γνωστόν εις την λεωφόρον Χαμηδιέ εντός τεσσάρων μεγάλων οικημάτων της αριστεράς πλευράς όταν ανερχόμεθα την οδόν ταύτην, ήσαν εστρατωνισμένοι πλείστοι Βούλγαροι στρατιώται. Η αντίστασις αυτών υπήρξε πολύ πείσμων, αλλά κατόπιν της ορμητικής επιθέσεως των εν τοις απέναντι οικήμασιν ημετέρων στρατιωτών και της χρήσεως τηλεβόλων και μυδραλιοβόλων περί την 10ην νυκτερινήν ώραν ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν» Μακεδονία, 19.6.1913.

«Εγκαίρως είχον περικυκλωθή τα τουρκικά σχολεία Ιδαδιέ, όπου εστρατωνίζοντο 50 Βούλγαροι στρατιώται, το Πολυτεχνείον (Ισλαχανέ), όπου εστρατωνίζοντο 100 Βούλγαροι στρατιώται. Και εδώ οι Βούλγαροι στρατιώται αντέστησαν ερρωμένως παραδοθέντες οι μεν του Ιδαδιέ μετά δύο περίπου ώρας μετά την έναρξιν της επιθέσεως, οι δε του Ισλαχανέ περί τα εξημερώματα. Επίσης εις το βουλγαρικόν παρθεναγωγείον και τα δύο βουλγαρικά οικοτροφεία είχον οχυρωθή στρατιώται τινες Βούλγαροι και πλείστοι κομιτατζήδες και μαθηταί, οι οποίοι αντέστησαν καθ’ όλην σχεδόν την νύκτα και μόλις την πρωΐαν παρεδόθησαν. Εντός του ναού της Αγίας Σοφίας ήσαν ωχυρομένοι 26 Βούλγαροι στρατιώται οι οποίοι ημύνοντο από τας οπάς του υψηλού μιναρέ του ναού τούτου και των παραθύρων, αλλ’ ότε κατώρθωσαν εκ του ανατολικού μέρους του ναού να εισέλθουν εντός του περιβόλου Κρήτες χωροφύλακες, οι Βούλγαροι εκλείσθησαν εντός του ναού οπότε κατά την 10ην περίπου φονευθέντων υπό των ημετέρων εκ των παραθύρων τινων εξ αυτών ήρχισαν να παραδίδωνται. Μεγάλην όμως αντίστασιν επρόβαλαν οι εντός της οικίας Ρεκανάτη, ολίγον ανωτέρω και απέναντι της Αγίας Σοφίας ήτις εχρησίμευεν ως βουλγαρικόν φρουραρχείον, 40 Βούλγαροι στρατιώται και αρκετοί κομιτατζήδες πυροβολούντες συνεχώς και ρίπτοντες από καιρού εις καιρόν χειροβομβίδας. Αλλά μετά τα ρήγματα τα οποία ήνοιξαν αι οβίδες του κατά την νοτιοανατολικήν πλευράν της Αγίας Σοφίας στηθέντος τηλεβόλου εις το φρουραρχείον ήρχισε πυρ πυκνόν, όπερ επήνεγκε πολλάς ζημίας εις τους Βούλγαρους, αναγκασθέντας επί τέλους ολίγον προ του μεσονυκτίου να παραδοθούν. Όλοι οι Ισραηλίται της συνοικίας εκείνης παρακολουθούντες τας συμπλοκάς ταύτας μετά την παράδοσιν εζητωκραύγασαν υπέρ του Ελλ. στρατού […] Η αντίστασις των 580 Βουλγάρων των εστρατωνισμένων εις το ανατολικώς του Διοικητηρίου και όπισθεν του τζαμίου του Αγίου Δημητρίου κείμενον τουρκικόν Παρθεναγωγείον και το παρ’ αυτό τζαμίον υπήρξε πολύ πείσμων διαρκέσασα 13 σχεδόν ολοκλήρους ώρας. Οι χίλιοι περίπου ημέτεροι στρατιώται μετά των οικείων αξιωματικών και υπαξιωματικών περικύκλωσαν πανταχόθεν τον σημαντικόν τούτον Βουλγαρικόν στρατωνισμόν συγκεντρώσαντες μεγάλας προσπαθείας προς εκπόρθησιν αυτού. Ανά πάσαν στιγμήν χιλιάδες ομοβροντίαι των μάνλιχερ και πλείσται οβίδες τηλεβόλων και βλήματα πολυβόλων και επί τέλους την 6ην πρωϊνήν της χθες εξανάγκασαν τους ανθισταμένους Βούλγαρους προς παράδοσιν μετά την κατερείπωσιν σχεδόν του στρατώνος τούτου συνεπεία των ραγδαίων και συνεχών βλημάτων» Μακεδονία, 19.6.1913.

Να σημειωθεί πως οι βουλγαρικοί λόχοι είχαν στρατοπεδεύσει εκεί, μετά από άδεια του πρίγκιπα Νικόλαου. Οι Βούλγαροι για να εξασφαλίσουν την άδεια παραμονής των λόχων αυτών, είχαν επικαλεστεί την δικαιολογία ότι στις δύο αυτές μονάδες υπηρετούσαν οι πρίγκιπες του Βουλγαρικού Θρόνου. Οι Βούλγαροι στρατιώτες που βρίσκονταν στην πόλη δημιουργούσαν συνεχώς προστριβές και επεισόδια στις Ελληνικές Αρχές. Κύριος αντίπαλος του ήταν ο Βούλγαρος στρατηγός Χασσαψήεφ.

Από την Σχολή Idadi στη Φιλοσοφική

Στα τέλη του 19ου αιώνα και μετά την κατεδάφιση των ανατολικών τειχών, οι Τούρκοι αποφασίζουν να μετατρέψουν την πόλη της Θεσσαλονίκης σε ένα ισχυρό διοικητικό κέντρο. Και στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της προχωρούν στην οικοδόμηση πολλών δημόσιων κτιρίων. Από τα 1876, ο Αβδούλ Χαμίτ Β’ διαδέχεται στο θρόνο τον αδελφό του Μουράτ Ε΄. Ο Αβδούλ Χαμίτ ήταν ένας σουλτάνος με φιλελεύθερες απόψεις και έκανε πολλές μεταρρυθμίσεις. Ένας από τους αρχιτέκτονες που κατέφθασε στην Κωνσταντινούπολη όταν μαθεύτηκε ότι ο σουλτάνος ζητούσε αρχιτέκτονες ήταν και ο Βιταλιάνο Ποζέλι. Ευχαριστημένος από τη δουλειά του, ο σουλτάνος, τον στέλνει στη Θεσσαλονίκη, το 1886 για να χτίσει την Σχολή Idadi (προπαρασκευαστική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), με πρόσοψη στη λεωφόρο Χαμιδιέ, η οποία είχε διανοιχθεί μετά την κατεδάφιση του βόρειου τμήματος των Ανατολικών τειχών.

Η λεωφόρος (πρώην Βασιλίσσης Σοφίας, σημερινή Εθνικής Αμύνης) είχε πάρει το όνομα του Σουλτάνου που κατείχε και τα κτίρια στη δυτική πλευρά της λεωφόρου (τα λεγόμενα σουλτανικά), στην πλειοψηφία τους δημόσια κτίρια, που κτίστηκαν την ίδια χρονική περίοδο (τα λεγόμενα “Βασιλικά”, όπως ονομάζονταν τα κτίρια της ανατολικής πλευράς κτίστηκαν μεταγενέστερα). Το όνομα Χαμιδιέ η λεωφόρος το κράτησε μέχρι την επικράτηση της επανάστασης των Νεότουρκων, οπότε και μετονομάστηκε σε Λεωφόρο της Ενώσεως.

Το 1880, ο Ποζέλι  εγκαθίσταται μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και κτίζει πολλά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια στην πόλη μεταξύ αυτών το Διοικητήριο, το Γενί Τζαμί, η Καθολική και η αρμένικη εκκλησία, το Γ ́ Σώμα Στρατού, η Βίλλα και ο Μύλος Αλλατίνι, το Ιταλικό Νοσοκομείο (σημερινό Λοιμωδών), η βίλλα Ίντα  και η Οθωμανική Τράπεζα στη Φράγκων (Κρατικό Ωδείο).

Πρωτολειτούργησε το 1886 και τον επόμενο χρόνο προστέθηκε και νυχτερινό τμήμα. Μετακόμισε στο νεόκτιστο κτίριο της Λεωφόρου Χαμιδιέ το 1888. Το κτίριο τότε διέθετε 42 αίθουσες, πάνω από 200 μαθητές και περίπου 30 καθηγητές.

Στην αρχική του μορφή το κτίριο ήταν τριώροφο ενώ γύρω του είχε κατασκευαστεί περιτείχισμα που όριζε το οικόπεδο της Σχολής. Στο πίσω μέρος υπήρχε ένα μικρό κτίσμα για βοηθητική χρήση. Το 1908 προστέθηκαν δεξιά και αριστερά δύο επιπλέον διώροφες πτέρυγες για να να καλυφθούν οι ελλείψεις σε χώρους λόγω του μεγάλου αριθμού των σπουδαστών. Την ίδια χρονιά στο κτίριο λειτούργησε και Πανεπιστημιακή Τουρκική Σχολή με σκοπό την εκπαίδευση ανωτέρων υπαλλήλων και κυρίως δικαστικών.

Μετά την απελευθέρωση, το 1912 στο κτίριο, όπως και σε πολλά άλλα στρατωνίστηκαν βουλγαρικά στρατεύματα. Στις 17 Ιουνίου του 1913 η ελληνική στρατιωτική διοίκηση έστειλε τελεσίγραφο με το οποίο ζητούσε να παραδώσουν τα όπλα και να επιστρέψουν στη χώρα τους. Η άρνησή τους οδήγησε σε πολεμικές συρράξεις εντός της πόλης. Το κτίριο της Σχολής περικυκλώθηκε από στρατιώτες και κρητικούς χωροφύλακες, ενώ οι Έλληνες οχυρώθηκαν στα κτίρια της Μελενίκου και πίσω από τα μνήματα των εβραϊκών νεκροταφείων που εκτείνονταν στο πίσω μέρος της Σχολής.

Μετά από μάχη οι Βούλγαροι παραδόθηκαν και το κτίριο πέρασε στην ελληνική διοίκηση και λίγο αργότερα ιδρύθηκε εκεί το Β’ Στρατιωτικό νοσοκομείο (το Πρώτο ήταν στη θέση του παλιού 424). Ο αριθμός των τραυματιών που κατέφθαναν εκεί στη διάρκεια του Α Παγκοσμίου πολέμου ήταν μεγάλος και το 1918 οι αρχές επέταξαν και το γειτονικό γήπεδο του Ηρακλή για το στήσιμο αντίσκηνων με τραυματίες. Η Σχολή, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκε από το 1913 ως το 1927 ως στρατιωτικό νοσοκομείο και μετά παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, που μετεγκαταστάθηκε στο κτίριο από την πρώτη του έδρα, στη βίλλα Αλλατίνι.

Όταν το 1927 μεταφέρθηκε εκεί το Πανεπιστήμιο, το κτίριο επισκευάστηκε και φιλοξένησε αρχικά τη φιλοσοφική σχολή, μετά το Δασολογικό Τμήμα του Φυσικού και  την επόμενη χρονιά λειτούργησε Φυσικό, Μαθηματικό και Γεωπονικό και αργότερα Σχολή Νομικών και οικονομικών επιστημών. Με την πάροδο των χρόνων άρχισε να φιλοξενεί περισσότερες σχολές και φοιτητές οπότε κρίθηκε απαραίτητη η προσθήκη τρίτου ορόφου στις παράπλευρες διώροφες πτέρυγες, αλλά και μια πρόσθετη πίσω πτέρυγα που στέγασε το Αμφιθέατρο, ενώ τα υπόγεια διαμορφώθηκαν σε εργαστήρια χημείας. Το κτίριο πήρε την τελική του μορφή, που διατηρεί ως σήμερα, το 1932. Τις περισσότερες επεμβάσεις ανέλαβαν οι αρχιτέκτονες Α. Δραγούμης, Ι. Δημητριάδης και Α. Μεταξάς.

Το επίγραμμα του αετώματος του κτιρίου γράφει «ΜΟΥΣΑΙΣ ΧΑΡΙΣΙ ΘΥΕ» (Να θυσιάζεις για τις Μούσες και τις Χάριτες) και εμπνευστής του είναι ο πρώτος καθηγητής των αρχαίων ελληνικών Χαρίτων Χαριτωνίδης (1878-1954) που διετέλεσε κοσμήτορας της Σχολής τις ακαδημαϊκές χρονιές 1928-29 και 1938-39. Στις 9 Απριλίου του 1941 επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο, ενώ για τις ανάγκες των φοιτητών παραχωρήθηκαν μόνο το Αμφιθέατρο και τα εργαστήρια χημείας.

Τα βοηθητικά μικρά κτίρια που είχαν κτιστεί στα σύνορα με το γήπεδο του Ηρακλή διατηρήθηκαν μέχρι το 1961, οπότε και κατεδαφίστηκαν για τη διάνοιξη της πλατείας Χημείου. Στο πίσω μέρος της σχολής και νότια λειτούργησε επίσης για κάποια χρόνια και γήπεδο του ΠΑΟΚ. Τελευταία του περιπέτεια το 1978 που εκκενώθηκε λόγω εκτεταμένων ζημιών από το σεισμό. Το 1986 επαναλειτούργησε πλήρως ανακαινισμένο.

*με πληροφορίες από:

Τάσος Κουκιόγλου «Το Πανεπιστημιακόν Μέγαρον, Το παλαιό κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» εκδόσεις University Studio Press, 2012

Οδομαχίες στη πόλη (1913), Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη – alterthess.gr

**πηγή κεντρικής εικόνας: Φωτογραφικό αρχείο Ι. Μέγα – Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ, Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα