Θεσσαλονίκη

Η διηγήσιμη ζωή του Χρίστου Ζαφείρη

Μια ζωή σαν μυθιστόρημα. Μια πορεία στην οποία όσα σκοτάδια κι αν συνάντησε, τα ξόρκισε με το πνεύμα και την πίστη του.

Σόνια Ταλαντινού
η-διηγήσιμη-ζωή-του-χρίστου-ζαφείρη-939498
Σόνια Ταλαντινού

Η ζωή του σαν μυθιστόρημα. Την έχει εξιστορήσει αποσπασματικά σε συγγενείς, φίλους, δημόσια, μέσα από τα βιβλία του. Μια πορεία στην οποία όσα σκοτάδια κι αν συνάντησε, τα ξόρκισε με το πνεύμα και την πίστη του. Ο Χρίστος Ζαφείρης συστήθηκε με θάρρος -και ίσως λίγο θράσος- στη ζωή…

Δίνουμε ραντεβού σ’ ένα μοντέρνο καφενείο. Κύριος όπως πάντα, στην ώρα του.  Με περιμένει. Η χρονοκάψουλά μου σταματάει. Αντικρίζω τον ίδιο άνθρωπο με το  ζεστό βλέμμα, τη γλυκιά φωνή, το σκανδαλιάρικο -σαν παιδιού- βλέμμα. Τον ίδιο  άνθρωπο που γνώρισα ως προϊστάμενό μου στον Αγγελιοφόρο πριν τρεις περίπου  δεκαετίες. Αυτήν την τόσο σημαντική, αλλά τόσο χαμηλών τόνων, προσωπικότητα της Θεσσαλονίκης, για την οποία αισθάνομαι μόνο σεβασμό, θαυμασμό κι ευγνωμοσύνη. Και μόνο να μαθητεύσεις λίγο κοντά του και να πάρεις κάτι από το ήθος και την αγωνιστικότητά του, εμποτίζεσαι δια βίου από αυτά τα συστατικά που σπάνια πλέον συναντάς. Παλαιάς κοπής άνθρωπος, άντρας και δημοσιογράφος. Με την καλή έννοια. Την παραδοσιακή.     

Πτυχιούχος του Τμήματος Αρχαιολογίας και Ιστορίας του Α.Π.Θ., εργάστηκε στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τον Τύπο. Ασχολήθηκε με το ντοκιμαντέρ, ως ερευνητής και σεναριογράφος. Τιμήθηκε με το κορυφαίο δημοσιογραφικό βραβείο της χώρας του Ιδρύματος Μπότση και διατέλεσε μέλος δημοσιογραφικών συμβουλίων και κοινωνικών φορέων της Θεσσαλονίκης. Δηλώνει «ισόβιος  δημοσιογράφος». Κι ενώ ο Χριστιανόπουλος είχε γράψει ότι κάποια βιβλία του «αποτελούν ένα είδος δημοσιογραφικής λογοτεχνίας», ο ίδιος δε θεωρεί ότι ανήκει στο λογοτεχνικό σινάφι. Διευκρινίζει, όμως: «Σε βιβλία όπως «Ο έρως σκέπει την πόλη» ή «Εμείς του ‘60 οι εκδρομείς» επιλέγω αυτά που μου αρέσουν και θέλω να φωτίσω. Κάνω προβολή σε θέματα και γεγονότα της πόλης, που με συγκινούν και είναι χρήσιμα για τον αναγνώστη». Κι ευτυχώς που τον συγκινούσαν ανέκαθεν δεκάδες θέματα κι έχει σήμερα μια σπουδαία παρακαταθήκη δημιουργική και αγωνιστική.   

Πιο πρόσφατο επίτευγμά του, η συμμετοχή του στη δημιουργία του Χώρου Μνήμης της Αντιδικτατορικής Αντίστασης στη Θεσσαλονίκη, που φιλοξενείται στο Πολεμικό Μουσείο -διατελεί πρόεδρος της Εταιρίας Φίλων του Χώρου Μνήμης της Αντιδικτατορικής Αντίστασης. «Το σημαντικότερο που θέλουμε να κάνουμε είναι να προλάβουμε να καταγράψουμε τις μνήμες των ανθρώπων. Ξεκινήσαμε από τις γυναίκες που εμπλέκονται στην ιστορία της Αντίστασης, με έμμεσο ή άμεσο τρόπο. Να δώσουμε τη μοίρα της γυναίκας, την έμφυλη διάσταση της  Αντίστασης. Αυτές οι βιντεοσκοπημένες μαρτυρίες θα αρχειοθετηθούν και θα αποτελούν αντικείμενο για έρευνα», μου εξηγεί. Παράλληλα, είναι τακτικός συνεργάτης του Θεσσαλονικέων Πόλις, με τη «Μάγισσα Θεσσαλονίκη», όπου γράφει για διάφορα θέματα, ετοιμάζει έναν τρίτο οδηγό για την πόλη -μπαίνει στο τυπογραφείο στις αρχές του νέου έτους- «Η Θεσσαλονίκη των Βυζαντινών», έχει ετοιμάσει τα κείμενα σ’ ένα νέο φωτογραφικό λεύκωμα και είναι συντονιστής σ’ έναν επετειακό τόμο για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της ΈΣΗΕΜ-Θ. Παράλληλα, απολαμβάνει, και μάλιστα πολύ ενεργά, τους ρόλους του συζύγου, πατέρα και παππού. Το τελευταίο του βιβλίο, «Ο καιρός του χρόνου», από τις Εκδόσεις Επίκεντρο, είναι μια καταγραφή προσωπικών στιγμών, αλλά και σταθμών μιας διαδρομής που αφορούν στον τόπο και στη χώρα. 

«Έχω μια διηγήσιμη ζωή και χαμηλών τόνων. Δε διεκδίκησα τίποτα παραπάνω από αυτά που μπορούσα, αλλά δεν άφησα και τίποτα από αυτά που μπορούσα να κάνω», μου εκμυστηρεύεται. Και κάπως έτσι ξεκινάει η διήγησή του. Και αναρωτιέται κανείς… «Μπορεί, αλήθεια, μια ζωή σαν του Χρίστου Ζαφείρη να χωρέσει σ’ ένα κείμενο»; 

Γεννήθηκα στην Κρανιά Ελασσόνας, ένα ορεινό χωριό των Χασίων με βασική απασχόληση των κατοίκων την Κτηνοτροφία. Κτηνοτροφική ήταν και η οικογένειά μου. Σε μια στάνη γεννήθηκα την Πρωτοχρονιά του 1945, χωρίς βοήθεια μαμής, φυσικά, όπως τα αρνάκια. Ήμουν το τέταρτο παιδί από εφτά αδέρφια. Γεννημένος και ζώντας από βρέφος στο δάσος, ήμουν άφοβος, αλλά με τρόμαζε η παρουσία ανταρτών που κινούνταν τις βραδινές ώρες στο βουνό και αναζητούσαν τροφή. Είχε γενικευτεί πια ο Εμφύλιος. Μοναδικό βιβλίο μας ήταν το αναγνωστικό της τάξης του Δημοτικού. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα στις μικρές τάξεις ήταν ένας ποντικοφαγωμένος τόμος των Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ, χωρίς εξώφυλλα, που μου άρεσε πολύ και τον διάβαζα σε συνέχειες στην αγράμματη μάνα μου. Από μικρός είχα κλίση στην ανάγνωση. Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, συνειδητοποίησα ότι δε θα μπορούσα να μείνω πια στο χωριό, στα 12, είδα ότι μόνο με τις δικές μου επιλογές και δυνάμεις θα το έκανα. Δε θα μπορούσα να στηριχτώ σε κανέναν. 

Το 3τάξιο Γυμνάσιο το έβγαλα στην Ελασσόνα, με δυσκολίες και στερήσεις.  Μια μέρα, μ’ έναν συμμαθητή μου ανεβήκαμε στην καρότσα ενός φορτηγού για να πάμε εκεί το πρωί και να δώσουμε εξετάσεις, στις οποίες περάσαμε! Μετά την πρώτη χρονιά, αποφασίζω -με τη βοήθεια του πατέρα μου- να πάω σ’ ένα δωμάτιο με άλλους συμμαθητές. Τρία άτομα, ένα τραπέζι και μαγειρεύαμε μόνοι μας σε μια γκαζιέρα. Είχαμε ένα τζάκι, μαζεύαμε ξύλα από το δάσος για να ζεσταθούμε. Αποφασίζουμε να πάω καλοκαίρι στην Αθωνιάδα Σχολή, επειδή  είχαμε εκεί τον ηγούμενο Παπά Γρηγόρη -ήταν εκκλησιαστικός διοικητής-, έναν  γλυκό άνθρωπος. Δε μου άρεσε το περιβάλλον και μελετούσα χάρτες για να φύγω από τα βουνά πεζός. Τελικά, λίγο πριν την έναρξη του σχολικού έτους, εγκατέλειψα το Άγιον Όρος. Μετά τον θάνατο του έμαθα ότι μάζευε χρήματα για τις σπουδές μου, τα οποία δεν έφτασαν ποτέ σε μένα, καθώς δεν είχε κάνει διαθήκη. Η φωτογραφία του είναι κρεμασμένη στο γραφείο μου, δίπλα στους γονείς μου. Μεσολάβησε, όμως, στον μητροπολίτη Ελασσόνας Ιάκωβο και μπήκα στο οικοτροφείο στη Μονή Ολυμπιώτισσας κι εκεί τελείωσα το Γυμνάσιο. Είχα αγγέλους φύλακες τον διευθυντή του οικοτροφείου, που μετά έγινε μητροπολίτης Γρεβενών, κι έναν ξάδελφό μου μεγαλύτερο κι έτσι απέφυγα τις κακοτοπιές. Παρά τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, εγώ δεν τα πήγαινα καλά με το εκκλησιαστικό  περιβάλλον. Η συνολική και πολύχρονη εμπειρία μου μ’ έκανε αρνητή οτιδήποτε εκκλησιαστικού και άθεο. Πιστεύω σε κοινωνικές ιδέες, στην ατομική δράση και συμμετοχή για να πετύχουμε. Και σέβομαι απόλυτα την πίστη των άλλων.  

Ήμουν άριστος στην έκθεση ιδεών και η κλίση μου ήταν προσανατολισμένη στη φιλολογία. Δεν υπήρχαν, όμως, οι οικονομικές δυνατότητες από την οικογένεια. Ήθελα να πάω φροντιστήριο και διάλεξα του Βασίλη Κωνσταντινίδη,  κοντά στην Καμάρα. Πήγα δοκιμαστικά, έβλεπε ότι είμαι καλός και μου ζήτησε να κάνω τον γραμματέα. Τελικά, έδωσα εξετάσεις στη Φιλοσοφική και τη Νομική Θεσσαλονίκης, το καλοκαίρι του 1963. Πέρασα και στις δύο, αλλά γράφτηκα στη Φιλοσοφική, με σκοπό να σπουδάσω Ιστορία και Αρχαιολογία. Έφτασα να μην έχω να φάω, κάτι που στους συμφοιτητές μου ήταν αυτονόητο, αλλά δεν έχω κάποια τραυματικά συναισθήματα ή απωθημένα. Ακόμα κι όταν στάθηκα στα πόδια μου, δεν έβγαλα κακία ή κόμπλεξ. Ό,τι κέρδιζα το θεωρούσα βήμα και όχι αυτονόητο. 

Τον πρώτο καιρό, ένας αδερφός μου ζούσε στη Θεσσαλονίκη και με φιλοξένησε. Δούλευε σερβιτόρος στη Ρέμβη. Ακολούθησα ως βοηθός του, βγάζοντας καλό μεροκάματο. Ήταν ένα είδος ψαροταβέρνας, αλλά πολύ κοσμικό, όπου σύχναζαν οι αστοί της Θεσσαλονίκης με αυτοκίνητα. Ήταν ένα είδος πασαρέλας για εκείνη την εποχή, για να «δειχθούν». Είχε φαγητό, ζωντανή μουσική και πίστα για χορό. Για μένα ήταν μια αποκαλυπτική εμπειρία. Δεν είχε καμία σχέση με ό, τι είχαμε εμείς κατά νου ως κοινωνική ζωή. Το καλό ήταν ότι δημιουργούσα  συμπάθειες. Το αφεντικό μου ετοίμαζε κάθε Κυριακή μια σακούλα με τρόφιμα για όλη την εβδομάδα. Έκανα εκεί μια σεζόν, που ήταν πολύ χρήσιμη για μένα. Έκανα κι άλλες δουλειές του ποδαριού. Έτρωγα κάποια διαστήματα με πιστοποιητικό απορίας στη φοιτητική λέσχη, διέμενα με ενοίκιο σε φτωχόσπιτα, κάποια διαστήματα σε φοιτητικό οικοτροφείο… 

Ο παππούς μου, Θεόδωρος Παπαγιάννης, που ήταν αγαπημένος μου κι εγώ δικός του, ήταν κληρωτός -μπήκε στον στρατό το 1916 στην Εθνική Άμυνα, συνέχισε στη Μ. Ασία, ώσπου έγινε η ανακωχή και γύρισε στο χωριό. Ήταν ο κτηνοτρόφος της οικογένειας και ο πατέρα μου ο γεωργός. Τα καλοκαίρια, με έπαιρνε κοντά του και μου άνοιξε τα μάτια. Μου έδιωξε κάθε φόβο και με εκπαίδευσε, με τον τρόπο του, να προσέχω τις κακοτοπιές. Στα φοιτητικά μου  χρόνια, πήγε κι έγινε τσοπάνος στα 65 του, στη Ρούμελη, για να μου στέλνει χρήματα. Ο παππούς έφυγε 93 ετών και τα χάρηκε όλα και όλους μας! 

Εκείνη την εποχή μας έκλεισε ραντεβού στην πλατεία Ελευθερίας ένας κοινός γνωστός μας με τον Χριστιανόπουλο -το όνομά του ήταν Κωνσταντίνος Δημητριάδης και το είδα από το μπλοκάκι της εφορίας-, που είχε μαζί του και τον ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου. Πήραμε το λεωφορείο για να πάμε στη Μονή Βλατάδων. Κι όταν ρώτησα που πάμε, μου εξήγησε ότι με προόριζε για βοηθό του ηγούμενου στο μοναστήρι. Φυσικά και αρνήθηκα και του εξήγησα. Το σεβάστηκε κι εκτίμησε τη ειλικρίνεια κι ευθύτητά μου. Από εκείνη την ημέρα γίναμε φίλοι ζωής οι τρεις μας.   

Το πανεπιστήμιο με κέρδισε. Είχα την τύχη να έχω και άξιους δασκάλους, που τους θυμάμαι με αγάπη και νοσταλγία όλους: Γιάννη Κακριδή, Στυλιανό Καψωμένο, Αγαπητό Τσοπανάκη, Μανόλη Ανδρόνικο, Στυλιανό Πελεκανίδη, Γιώργο Μπακαλάκη, Μιχάλη Σακελλαρίου, Ιωάννη Καραγιαννόπουλο, Απόστολο Βακαλόπουλο, Λίνο Πολίτη κι Εμμανουήλ Κριαρά. Μελετούσαμε στα σπουδαστήρια των σχολών, καθώς τα σπίτια μας δεν είχαν θέρμανση και πήγαινα εκεί από το πρωί για να πιάνω σειρά. Συμμετείχα στις φοιτητικές δραστηριότητες και κινητοποιήσεις, ήταν η εποχή του Ένα-Ένα-Τέσσερα. Ζητούσαμε συνταγματικές ελευθερίες και προίκα 15% για την παιδεία. Ήταν μια ξεχωριστή περίοδος. Μια δεκαετία ανοιχτή και καινοτόμα στα νέα ρεύματα, στον έρωτα, στις νέες ιδέες, στη μουσική. 

Τα φοιτητικά χρόνια συμμετείχαμε στις καλλιτεχνικές φοιτητικές εκδηλώσεις, σε ό,τι καλό γινόταν στην πόλη. Το σημαντικότερο πνευματικό φυτώριο ήταν η «Τέχνη» με πρωτεργάτες τους Παύλο Ζάννα, Λίνο Πολίτη, Μανόλη Ανδρόνικο, Κώστα Λαχά και Μωρίς Σαλτιέλ. Ήμουν σταθερό μέλος του Φοιτητικού Ομίλου Θεάτρου και Κινηματογράφου (ΦΟΘΚ), με αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές προβολές. Στις κινηματογραφικές λέσχες της «Τέχνης» και του ΦΟΘΚ μάθαμε τον πρωτοποριακό κινηματογράφο, βλέποντας και αναλύοντας Αϊζενστάιν, Μπρεσόν, Τριφό, Γκοντάρ, Μπέργκμαν. Εκείνη την εποχή το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου ήταν στο φόρτε του. Το ζούσαμε από τον περίφημο Β’ Εξώστη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, τις μεταμεσονύκτιες παρέες και τις ολονύχτιες συζητήσεις με καλλιτέχνες και διανοούμενους στο «Ντορέ». Στο -πρωτοποριακό τότε- ΚΘΒΕ, με είχε συναρπάσει μια παράσταση σε σκηνοθεσία του Βολανάκη, Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ. 

Τα στέκια μας ήταν οι μπουάτ, με τα τραγούδια του Νέου Κύματος. Αν και ήρθαν με καθυστέρηση στη Θεσσαλονίκη, λειτουργούσαν αρκετές, όπως το Λιόγερμα, οι Βάτραχοι, η 107, ο Εσπερινός, οι Φαιδριάδες, οι Σκιές, τα Σκαμιά, ο Λευκός Πύργος. Ξενύχτια με νεανικές παρέες και σφοδροί έρωτες. Η Θεσσαλονίκη είχε έντονη διασκέδαση -κυρίως γι’ αυτούς που είχαν μια οικονομική άνεση ή ήταν Θεσσαλονικείς. Υπήρχαν κλαμπς, όπως το Αριγκάτο. Κάποια ήταν στο κέντρο, πολλά στη Σοφούλη ως και την Αρετσού.     

Η ζωή μου άλλαξε με τη Χούντα. Από κείνη τη μέρα μετακινήθηκαν οι στόχοι μου: πρώτα να φύγουν οι δικτάτορες και ύστερα το πτυχίο. Εγκατέλειψα το  πανεπιστήμιο, αν και είχα φτάσει στα πτυχιακά. Η ζωή μας έγινε μαύρη. Παρακολούθηση από χαφιέδες, κλήση στο αστυνομικό τμήμα «δι’ υπόθεσιν σας», βία. Βοηθούσα τον αντιδικτατορικό αγώνα και είχα εμπλακεί σε μια αντιστασιακή οργάνωση, με συνέπεια να συλληφθώ και να μείνω αρκετό καιρό στα κρατητήρια. 

Τον Ιανουάριο του 1969, πήγα στρατό ως υποψήφιος έφεδρος αξιωματικός. Στην Κόρινθο αρχικά, με δελτίο επιβίβασης. Δεν είχα καθόλου λεφτά και δανείστηκα  από έναν φίλο για να πάρω τα ξυριστικά μου. Ζήτησα μετάθεση στη Θεσσαλονίκη και ήρθα στου Παύλου Μελά. Πρόσεχα που σύχναζα και με ποιους. Έπαιρνα άδειες και συναντιόμασταν με την Τασούλα -τη μετέπειτα  σύζυγό μου. Με παρακολουθούσαν. Κι όταν ήρθε εντολή για μετάθεσή μου εκτός, ο στρατοπεδάρχης με κράτησε εκεί για ένα 8μηνο λόγω της καλής συμπεριφοράς μου. Μετά, βρέθηκα στη Γιάννενα κι εκεί γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους. Ήταν μια κοιτίδα πνευματική για μένα. Ήταν δύσκολη θητεία, ως χαρακτηρισμένος «δι’ αντιεθνικήν δράσιν» με «βαρύ» φάκελο από την προηγούμενη περιπέτεια με τους δικτάτορες. Τελικά, όμως, πέρασα πολύ καλύτερα απ’ όσο νόμιζα. Γύρισα μετά από δυο χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αλλά ούτε σκέψη να επιστρέψω στο πανεπιστήμιο. 

Τότε αναζήτησα δουλειά στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη. Με τη βοήθεια του συναδέλφου και αγαπημένου φίλου μου Κλέαρχου Τσαουσίδη, με πήρε ο διευθυντής Αντώνης Κούρτης για ρεπόρτερ και κυρίως υλατζή, εσωτερικό συντάκτη. Σύντομα, ανέλαβα το φοιτητικό ρεπορτάζ κι έγινα υπεύθυνος στη φοιτητική σελίδα, που είχε μεγάλη απήχηση. Η σάλα της εφημερίδας έμοιαζε με παιδική χαρά. Ακούγονταν φωνές, γινόταν πλάκες, ήμασταν όλοι νεαροί. Αυτή η διαφορά ηλικίας και νοοτροπίας των ομάδων στις δύο εφημερίδες του συγκροτήματος Βελλίδη αποτυπωνόταν και στα φύλλα, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο εύρωστο και μπαγιάτικο, με μεγάλη κυκλοφορία, το άλλο δροσερό και δυναμικό, με βασικούς αναγνώστες τη νεολαία. Ο Αντώνης Κούρτης ακολουθούσε τη δημοσιογραφική τακτική της συγκαλυμμένης κριτικής του καθεστώτος στα όρια της νομιμότητας. Μας άφηνε ελεύθερους στα ρεπορτάζ και μάς συμβούλευσε να μην παρατραβάμε το σχοινί για να μη μπλέξει η εφημερίδα με το καθεστώς. 

Εκεί βρήκα παλιούς γνώριμους, Χρήστος Μεμής, Γιώργος Λιάνης, Γιάννης Μυλαράκης, Θόδωρος Ιωαννίδης, Κώστας Τσαρούχας, Παναγιώτης Μπακατσής, Σταύρος Ρεπανάς, Γιώργος Τουρώνης κ.ά. Η στενή παρέα μου, μέσα κι έξω από την εφημερίδα, ήταν ο Κλέαρχος Τσαουσίδης και ο Μεμής, με τους οποίους αργότερα δεθήκαμε και με σχέσεις κουμπαριάς. Κολλητός μου ήταν ο Θωμάς Βασιλειάδης, φοιτητής της Πολυτεχνικής, στέλεχος του Ρήγα Φεραίου και ηγετική προσωπικότητα στο φοιτητικό κίνημα της Θεσσαλονίκης. 

Η δουλειά μας στην εφημερίδα άρχιζε πριν τα μεσάνυχτα και τέλειωνε το πρωί. Γύρω στα μεσάνυχτα περνούσε η «κλούβα», ένα κλειστό βαν αυτοκίνητο με δυο ξύλινους πάγκους για καθίσματα και μας έπαιρνε από κεντρικούς δρόμους της πόλης. Έμενα τότε στη Γούναρη και κατέβαινα χειμώνα-καλοκαίρι στην Καμάρα για να πάρω την «κλούβα». Δεν είχε ανοίξει και διαπλατυνθεί ακόμη το τμήμα του δρόμου πάνω από τη Ροτόντα με τα παραδοσιακά σπίτια και ήταν σκοτεινά κι επικίνδυνα από τις πιθανές επιθέσεις των τραμπούκων, που γνώριζαν τη λεωφορειακή στάση μας και τα ρεπορτάζ μας, που τους ήταν ενοχλητικά. Μετά τη δουλειά, φεύγαμε από την εφημερίδα το πρωί, αν δεν είχε ουρά κανένα μεγάλο ρεπορτάζ της νύχτας, που μας κρατούσε ως τις 11:00, για τη δεύτερη έκδοση. Η  εφημερίδα κυκλοφορούσε στις 12 το μεσημέρι στα περίπτερα και υπήρχαν και πάγκοι. Ο πάγκος της Διαγωνίου, του Συντριβανίου, της Εγνατίας και ο πάγκος στα Διονύσια -φανάρι Τσιμισκή με Αγίας Σοφίας. Στην κορυφή ήταν και τα αθλητικά, αφού είχαμε μέχρι και την ερασιτεχνική  κατηγορία ποδοσφαίρου ανάμεσα στα χωριά! Οι δημοσιογράφοι είχαν τότε ακόμα καλή φήμη. Στην Ένωση μπαίναμε με εξετάσεις… Τότε, κυκλοφορούσε ο Ελληνικός Βορράς, η Μακεδονία και κάποιες βραχύβιες, όπως οι Ελεύθερος λαός, το Φως, Η Εσπερινή.  

Με τα αιχμηρά ρεπορτάζ μου μπήκα στις μύτες των χουντικών, οι οποίοι πίεσαν τον εκδότη Γιάννη Βελλίδη να με απολύσει, αφού πέρασα προηγουμένως δύο μήνες στα κρατητήρια, κατηγορούμενος «δι’ υποκίνησιν των φοιτητών», την άνοιξη του 1973. Το βράδυ της σύλληψής μου, οι συνάδελφοι κινητοποιήθηκαν κι έστειλαν την είδηση στα μεγάλα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία κι έτσι γλίτωσα τον βασανισμό. Σε αυτό το διάστημα, διάβασα και πήρα το πτυχίο μου κι έτσι δούλεψα σε φροντιστήρια και σχολεία. Τον Νοέμβριο του 1973, ήμουν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου της Θεσσαλονίκης και βοήθησα διακριτικά στην οργάνωση. 

Η πτώση της Χούντας με βρήκε φιλόλογο σ’ ένα ιδιωτικό γυμνάσιο, στην Πτολεμαΐδα. Είχε προηγηθεί η γυναίκα μου, που ως νεαρή φαρμακοποιός δούλευε σ’ ένα κληρονομικό φαρμακείο. Ήταν μια πόλη με καλό βιοτικό επίπεδο, λόγω της απασχόλησης στα εργοστάσια της ΔΕΗ και της ΑΕΒΑΛ, αλλά με συντηρητική κοινωνία. Εκεί, πέρα από το εκπαιδευτικό έργο, δραστηριοποιήθηκα σε μια οικολογική οργάνωση, που προκάλεσε με τις αποκαλύψεις για τη ρύπανση των εργοστασίων πολλές αντιδράσεις. Εκεί έγραψα το πρώτο μου βιβλίο «Το μονοτονικό σύστημα, αναγκαιότητα της ελληνικής παιδείας», που, όπως μου έλεγαν, συνετέλεσε στη τονική μεταρρύθμιση της νεοελληνικής γλώσσας. 

Στις βουλευτικές εκλογές του 1977 ήμουν υποψήφιος με το ΚΚΕ Εσωτερικού στο ψηφοδέλτιο της Συμμαχίας, στον νομό Κοζάνης. Πήρα ένα μήνα άδεια για την προεκλογική περίοδο, αλλά όταν επέστρεψα στο σχολείο βρήκα την πόρτα κλειστή. Με είχαν απολύσει χωρίς αιτιολόγηση, «αυτοδικαίως», όπως σημειωνόταν στο έγγραφο. Είμαι ο μοναδικός ίσως εργαζόμενος που απολύθηκε από τη θέση του με επίσημο έγγραφο γιατί άσκησα τα συνταγματικά μου δικαιώματα. 

Επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη. Το μυαλό μου ήταν στη δημοσιογραφία, αλλά δεν έβρισκα δουλειά. Έτσι, δούλεψα για δυο χρόνια στις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις ως υπεύθυνος του εκδοτικού τμήματος, όπου γνώρισα αρκετούς λογοτέχνες: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Νίκος Μπακόλας, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος Μάρκογλου, Αναστάσης Βιστωνίτης, Θανάσης Γεωργιάδης. Ήταν μια παραγωγική περίοδος, γιατί είδα από κοντά τα εκδοτικά πράγματα.  

Το 1979 ξαναγύρισα σε δημοσιογραφικό περιβάλλον, στο γραφείο ανταπόκρισης των εφημερίδων Βήμα και Νέα στη Θεσσαλονίκη. Το συγκρότημα Λαμπράκη ήταν κραταιό, προβαλλόταν η δουλειά μας, μάς δίνονταν οι προϋποθέσεις για καλά ρεπορτάζ στη Β. Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Το να δουλεύεις στο Βήμα και τα Νέα εκείνη την εποχή, που στο πηδάλιο της επιχείρησης ήταν ο αείμνηστος Χρήστος Λαμπράκης, άνοιγε πόρτες. Εγώ έκανα όλα τα ρεπορτάζ, αλλά, λόγω των ενδιαφερόντων μου, είχα το πολιτιστικό και ιδιαίτερα το αρχαιολογικό ρεπορτάζ. Δεν έπαυε, όμως, να είναι ένα σκληρό μαγαζί, γι’ αυτό όταν άνοιξε το 1981 η εφημερίδα του Βουδούρη, η Εγνατία, πήγα. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό και προνομιούχο που έζησα τη Δημοσιογραφία αυτήν την εποχή. Μετά από ένα εξάμηνο, η εφημερίδα έκλεισε. Με το πτυχίο και τα φροντιστήρια ελληνικών έζησα την οικογένειά μου. Ξαναγύρισα στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη το 1984. Έμεινα εκεί 14 χρόνια, οπότε μετακόμισα στον Αγγελιοφόρο και παρέμεινα ως διευθυντικό στέλεχος μέχρι τη συνταξιοδότησή μου το 2006. Έζησα σε σμίκρυνση όλη τη θαυμαστή εξέλιξη των μέσων ενημέρωσης, από την παραδοσιακή τυπογραφία του Γουτεμβέργιου ως την ψηφιακή τεχνική, την ηλεκτρονική εφημερίδα και το διαδίκτυο! 

Εκτός από την έντυπη δημοσιογραφία ασχολήθηκα και με την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Έκανα για χρόνια το ρεπορτάζ στη σειρά «Η ΕΡΤ στη Βόρειο Ελλάδα», που κρατούσε για χρόνια ο φίλος μου -δημοσιογράφος και συγγραφέας- Χρίστος Χριστοδούλου. Αργότερα, έγραψα το σενάριο για μια σειρά ντοκιμαντέρ για την ΕΤ3. Είχα την τύχη να συνδέσω την επαγγελματική μου μοίρα με την «άνοιξη της ραδιοφωνίας στην Ελλάδα», γύρω στα 1988. Συνεργάστηκα με τον Πέτρο Παπασαραντόπουλο και στήσαμε το «Ράδιο Παρατηρητής». Από την εκπομπή «Εκ βαθέων» είχαν περάσει όλες οι προοδευτικές πολιτικές και καλλιτεχνικές προσωπικότητες της εποχής. Δημιουργική ραδιοφωνική δουλειά έκανα επί χρόνια στον 9,58 της ΕΡΤ3, με θέματα κυρίως ιστορίας και πολιτισμού του μείζονος ελληνισμού, της Θεσσαλονίκης, των αλησμόνητων πατρίδων. Έμαθα πολλά, συγκίνησα και συγκινήθηκα. Χρωστάω ευγνωμοσύνη στην αγαπητή συνάδελφο και καλή φίλη Βάνα Χαραλαμπίδου, που έκανε κουμάντο στον σταθμό και με τραβούσε από το μανίκι να μη σταματήσω. 

Όταν ανέλαβα θέση ευθύνης στον Αγγελιοφόρο, αποσύρθηκα. Από τα επεξεργασμένα κείμενα αυτών των εκπομπών γεννήθηκαν τρία βιβλία: ο  Βαλκάνιος Πραματευτής, το Εμείς του ’60 οι εκδρομείς και το Μνήμης Οδοιπορία – Ανατολική Θράκη. Ο εκδοτικός οίκος Παρατηρητής το 1988 εξέδωσε το μηνιαίο περιοδικό Λογοτεχνικός Παρατηρητής. Ήμουν στον σχεδιασμό του και σύμβουλος έκδοσης. Σε κάθε τεύχος έγραφα κι ένα πολιτιστικό ρεπορτάζ. Μια επιλογή αυτών των ρεπορτάζ, το 1990, είναι το πρώτο μου βιβλίο  «Θεσσαλονίκης Τοπιογραφία», εγκαινιάζοντας τη σειρά των βιβλίων, για τη  Θεσσαλονίκη, όπως Ο Έρως σκέπει την πόλη, Εμείς του ’60 οι εκδρομείς, Εν Θεσσαλονίκη 1900-1960, Αντεθνικώς δρώντες, Θεσσαλονίκη – η παρουσία των απόντων. Το πρώτο μου βιβλίο, με χειρόγραφη εισαγωγή του αγαπητού Ντίνου Χριστανόπολου, το αφιέρωνα στον παππού μου. Την πρώτη αγάπη για τη Θεσσαλονίκη μου την εμφύσησε εκείνος, καθώς μικρό παιδί μου διηγούνταν ιστορίες από την εποχή του 1916-17.  

Για μένα η Θεσσαλονίκη, που έγινε ουσιαστικά η πατρίδα μου, είναι ένα παλίμψηστο βιβλίο∙ ξύνεις τη μια επιφάνεια και από κάτω βλέπεις πολλές ακόμη πολύπτυχες εκδοχές ιστορίας και πολλές ζωές. Είναι μια πόλη που διαθέτει ένα άγνωστο και παρεξηγημένο παρελθόν, το οποίο χρειάζεται πολύ χρόνο, κόπο και ανθρώπινο δυναμικό για να φανερώσει τα μυστικά του. Αυτό το ανεξερεύνητο παρελθόν με τραβάει και η πλοήγηση στα άδυτά της με συγκινεί και με γαληνεύει. 

Η Θεσσαλονίκη έχει αλλάξει και θετικά και αρνητικά. Υπήρξαν κάποιες προοδευτικές δράσεις, κυρίως το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, θεατρικά σχήματα, υποδομές, θεατρικές σκηνές κλ.π. Υπήρχε πρωτοπορία. Το μόνο που διασώζεται προς τη σωστή κατεύθυνση είναι το Φεστιβάλ. Τα υπόλοιπα είτε έχουν περιθωριοποιηθεί είτε υποβαθμιστεί. Εδώ, προκύπτει το ζήτημα του πνευματικού προσωπικού της πόλης, που πρέπει να βρεθούν τρόποι και υποδομές να μη μεταναστεύει στην Αθήνα. Είναι μια πόλη σε καθίζηση. Κυρίως λόγω έλλειψης οράματος. Όλα αυτά που βλέπουμε δεν είναι για μια πόλη του 21ου αιώνα και κυρίως συμβατά με αυτό που θέλουμε να δούμε: μια μεγαλούπολη που θα παίζει κεντρικό ρόλο. Μπορεί να έχει το δυναμικό, αλλά υπάρχουν πολλές αγκυλώσεις. 

Μετά τη συνταξιοδότησή μου, το 2006, συνέχισα να προσεγγίζω την πόλη και το ιστορικό παρελθόν άλλων περιοχών και με άλλους τρόπους, πέρα από τα βιβλία και την τηλεόραση. Με λευκώματα, μουσειακές εκθέσεις ιστορίας και πολιτισμού. Έγραψα τα κείμενα σε αρκετά φωτογραφικά λευκώματα. Κάνω ερευνητική δουλειά και γράφω κείμενα για εκθέσεις και μουσεία.  

Για επίλογο 

Έζησα μια καλή ζωή. Χωρίς πολέμους, με καλό βιοτικό επίπεδο, με καλές σπουδές, με γεμάτη επαγγελματική πορεία, με καλή υγεία και μια ευτυχισμένη οικογένεια. 

Εξηγώντας τον τίτλο του βιβλίου του «Ο καιρός του χρόνου», αναφέρει πώς ο «καιρός» στη Μυθολογία ήταν μια θεότητα που προσωποποιούσε την κατάλληλη στιγμή, αυτή που ο καθένας αξιοποιεί για τον εαυτό του. Αν και στον μέχρι τώρα απολογισμό του δηλώνει ότι δεν είναι βέβαιος αν άδραξε κάθε ευκαιρία που του  παρουσιάστηκε, οι πράξεις και τα λόγια του αποδεικνύουν ότι ο δικός του χρονοτροχός κύλησε όμορφα και με ουσία, κάνοντας σημαντικά κάθε λεπτό και ανάσα αυτής της τροχιάς, που ακόμα βρίσκεται εν κινήσει… 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα