Θεσσαλονίκη

Η γειτονιά με τα κλειστά ρολά και τις ανοιχτές αναμνήσεις – Περπατώντας στην Εδμόνδου Ροστάν

Κατεβασμένα ρολά, επιγραφές μιας άλλης εποχής, σε μια γωνιά του κέντρου που κάποτε ήξερες τους πάντες με το μικρό τους όνομα

Μαρία Μαντατζή
η-γειτονιά-με-τα-κλειστά-ρολά-και-τις-αν-1472650
Μαρία Μαντατζή

Κατεβασμένα ρολά, σκονισμένες βιτρίνες, ταμπέλες με επιγραφές κλειστών καταστημάτων που σε γυρίζουν πίσω δεκαετίες.

Πολλές γειτονιές στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, λίγα μόλις βήματα από το πολύβουο κέντρο της, έχουν αρχίσει να σβήνουν στο πέρασμα των χρόνων.

Μια από αυτές είναι και η Εδμόνδου Ροστάν.

Μια γειτονιά που κάποτε ήταν ένα μικρό εμπορικό κέντρο, όπως κάθε άλλη γειτονιά του κέντρου της Θεσσαλονίκης.

Μια γειτονιά στην οποία μπορούσες να βρεις τα πάντα και δε χρειαζόταν να φύγεις μακριά για τίποτα.

Η Ροστάν τη δεκαετία του 80′ ήταν γεμάτη φωνές μικρών και μεγάλων. Παιδιά που έπαιζαν μέχρι να πέσει το σκοτάδι, πατεράδες που όλοι μαζί σε μια παρέα συζητούσαν για τις μεγάλες ποδοσφαιρικές και μπασκετικές μάχες των ομάδων της Θεσσαλονίκης, μαμάδες μαζεμένες στα σαλόνια να πίνουν τον ελληνικό τους καφέ, ηλικιωμένοι να νοσταλγούν τα χρόνια στο χωριό και να ενοχλούνται από το πώς γεμίζουν πλέον οι πόλεις. Που να ήξεραν τι θα ακολουθούσε…

Περπατώντας σήμερα στην Εδμόνδου Ροστάν, το πρώτο που νιώθει κανείς είναι μια αίσθηση γαλήνης και ηρεμίας. Μια μεγάλη αντίθεση σε σύγκριση με τους γειτονικούς δρόμους, Δελφών και Βασιλέως Γεωργίου. Εδώ, ο χρόνος είναι λες και κυλά πιο αργά. Είναι ένα μικρό διάλειμμα από το χάος της πόλης, μια αναπνοή.

Δεξιά και αριστερά βρίσκονται σκονισμένες βιτρίνες και ξεθωριασμένες πινακίδες από καταστήματα που κάποτε είχαν φώτα αναμμένα μέχρι αργά.

Είναι σαν σκηνικό από πλάνο ταινίας που δείχνει μια περιοχή που έχει εγκαταλειφθεί εξαιτίας μιας φυσικής καταστροφής ή μιας πανδημίας.

Σουβλατζίδικα, σέρβις αυτοκινήτων, φροντιστήρια, κρεοπωλεία που κάποτε μεγαλούργησαν, αλλά τώρα αποτελούν μακρινή ανάμνηση.

Μια γειτονιά γεμάτη με πανύψηλες πολυκατοικίες από τις δύο της πλευρές και μια μικρή λωρίδα ουρανό ανάμεσα τους.

Οι κληματαριές από τα μπαλκόνια και οι πολύχρωμες γλάστρες σπάνε τη μονοτονία του γκρίζου.

Και όμως περπατώντας στην Ροστάν, νιώθεις ότι κάτι επιμένει. Σαν η περιοχή να έχει κρατήσει ακόμα τις φωνές των ανθρώπων που μεγάλωσαν εδώ.

Ήρθαν από τα χωριά τους, έφτιαξαν τις οικογένειες τους, αλλά στη δεκαετία του 90′ μετακόμισαν για την Καλαμαριά και τον Εύοσμο.

Κάποιοι ρομαντικοί παραμένουν εκεί.

Όπως το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς, μια οικογενειακή επιχείρηση που λειτουργεί αδιάκοπα από το 1965,

«Η γειτονιά ήταν στα καλύτερά της τη δεκαετία του ’80. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι το 2000 – 2005. Αργότερα, ό,τι μαγαζί και να άνοιγε, δεν έμεινε για καιρό ανοιχτό», είπε ο κύριος Τάσος, ο οποίος εργάζεται στο ζαχαροπλαστείο εδώ και 30 χρόνια.

Λίγο παρακάτω, ακούγεται αραιά και πού ο μεταλλικός θόρυβος από ένα συνεργείο αυτοκινήτων, χωρίς όμως να διαταράσσει την ηρεμία του δρόμου. Ο ήχος αυτός συνοδεύεται με τον κρότο από το τίναγμα των χαλιών, καθώς οι κυρίες της γειτονιάς κάνουν το πρωινό συμμάζεμα του σπιτιού.

Τα μαγαζιά που λειτουργούν πλέον είναι κυρίως φαγάδικα, συνεργεία, ένα κατάστημα αρωμάτων, ένα γραφείο τελετών και μερικά ακόμη. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένα πλήρως ανακαινισμένο AirBnB, εξ ολοκλήρου στο γκρι.

«Όσα AirBnB ανοίγουν μένουν για πολύ λίγο καιρό ανοιχτά», δήλωσε ο κύριος Πέτρος, ιδιοκτήτης καταστήματος με υφάσματα εδώ και 13 χρόνια.

«Δεν υπάρχει ιδιαίτερη διαφορά στην κίνηση της γειτονιάς την τελευταία δεκαετία… η δουλειά έχει τα σκαμπανεβάσματά της, όπως κάθε άλλη».

Ανέφερε επίσης πως δεν υπάρχει έντονη εγκληματικότητα και ότι πρόκειται, σε γενικές γραμμές, για έναν ασφαλή δρόμο.

«Πολλά μαγαζιά έχουν μείνει ανέγγιχτα επειδή οι ιδιοκτήτες έφυγαν από τη ζωή και δεν τα ανέλαβε κανείς μετά. Και όταν περνούσαν σε άλλα χέρια, συνήθως δεν άλλαζε τίποτα».

Αξίζει να αναφερθεί πως στο παρελθόν ήταν μια εβραιοκρατούμενη γειτονιά, λόγω του εβραϊκού σχολείου δίπλα στη Φλέμινγκ.

Στη χρυσή εποχή του δρόμου, τότε που όλοι γνώριζαν τα ονόματα όλων και οι καθημερινές κουβέντες στις πόρτες κρατούσαν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, ξεχώριζαν αρκετά καταστήματα που οι παλιοί θυμούνται ακόμη με νοσταλγία.

Το παντοπωλείο της γειτονιάς στη γωνία με την Αθανασίου Διάκου, ένα κορνιζάδικο, το προποτζίδικο του Σπύρου και του Γιώργου, το κουρείο «Πρώτο Μπόι», η σχολή οδηγών, το κοτοπουλάδικο, το παλιό κτίριο του ΟΤΕ.

Μικρές επιχειρήσεις που μπορεί να χάθηκαν, αλλά συνεχίζουν να επιβιώνουν στις αφηγήσεις όσων έζησαν τη Ροστάν.

Για άλλους ένας δρόμος που σβήνει και για άλλους ένα ζωντανό μουσείο αναμνήσεων, η οδός Ροστάν αρνείται να ακολουθήσει τους ρυθμούς της πόλης.

Δεν ταιριάζει με την καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αυτή η οδός επιβάλλει τη δική της, διαφορετική μεν, ησυχία.

Είναι μια υπενθύμιση πως, είτε τα πράγματα αλλάζουν γύρω μας, είτε μένουν στάσιμα, χρειάζεται που και που να σταματάμε, να παίρνουμε μια ανάσα και να εκτιμάμε το που βρισκόμαστε.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα