Ο «χάρτινος πύργος» της Θεσσαλονίκης: Η τραγωδία της οδού Κατακάλου που συγκλόνισε την Ελλάδα
Η κατάρρευση μιας νεόδμητης πολυκατοικίας το 1971, το εγκληματικό λάθος για έναν αγωγό αποχέτευσης ο νεκρός 19χρονος εργάτης και μια προσωπική μαρτυρία από τη «διπλανή πόρτα»
Για πολλούς, η 11η Ιανουαρίου του 1971 είναι απλώς μια ημερομηνία σε κάποιο κιτρινισμένο αρχείο εφημερίδας ή μια υποσημείωση στην πλούσια ιστορία της Θεσσαλονίκης. Μια ημέρα σαν όλες τις άλλες. Για την οικογένειά μου, είναι η μέρα που ο θάνατος πέρασε ξυστά από το κατώφλι, αφήνοντας πίσω του μια ανατριχιαστική βοή και τη βαριά μυρωδιά της σκόνης, του υγρού τσιμέντου.
Ο πατέρας μου ζούσε τότε στην τριώροφη οικοδομή που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το νούμερο 6 της οδού Κατακάλου, σε μια γειτονιά που τότε άλλαζε πρόσωπο μάλλον γοργά αλλά και βίαια. Εκείνο το απόγευμα της Δευτέρας, η ατμόσφαιρα ήταν η συνηθισμένη για έναν κρύο Γενάρη. Την ώρα που η γειτονική εξαώροφη πολυκατοικία κατέρεε σαν χάρτινος πύργος, εκείνος βρισκόταν στο μπάνιο του πατρικού του διαμερίσματος.
Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε πολλές φορές γι’ αυτό το περιστατικό, όπως και για άλλα βέβαια, που θα σημάδευαν αργότερα την ιστορία της οικογένειάς μου, όπως ο σεισμός του 1978, όπως το αεροπορικό δυστύχημα στη Σάμο το καλοκαίρι του 1989 κ.ο.κ.
Μου περιέγραφε αργότερα πως η ηρεμία του σπιτιού διαλύθηκε από έναν ήχο που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχε ακούσει ως τότε. Δεν ήταν η έκρηξη που περιμένει κανείς, αλλά ένας απόκοσμος τριγμός, ένας ήχος σαν να σχίζεται χίλιες φορές το ίδιο χαρτί, ο οποίος ακολουθήθηκε από έναν υπόκωφο γδούπο που ταρακούνησε από τα θεμέλια και το πατρικό διαμέρισμα που διέμενε.
Βγήκε έντρομος από τον μπάνιο, τυλιγμένος πρόχειρα με μια πετσέτα και μέσα στην απίστευτη σκόνη που προκάλεσε η κατάρρευση, προσπάθησε να συνέλθει και να διαπιστώσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Όταν έφτασε στο πίσω παράθυρο της κουζίνας δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι θα αντίκριζε το απόλυτο κενό εκεί που δευτερόλεπτα πριν υψωνόταν ένας τεράστιος τοίχος.
Η διπλανή πολυκατοικία είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω της μόνο έναν άμορφο σωρό από ερείπια κι έναν 19χρονο εργάτη, τον Γεώργιο Μπούρα θαμμένο κάτω από τόνους μπετόν και ανθρώπινης απληστίας.

Το χρονικό μιας καταστροφής
Στις 17.15 το απόγευμα, η περιοχή της Ανάληψης στη Θεσσαλονίκη, πολύ κοντά στον κεντρικό οδικό άξονα της Βασιλίσσης Όλγας, βίωσε κάτι που έμοιαζε με σκηνή από θρίλερ ή πολεμική ταινία αν προτιμάτε. Η πολυκατοικία της οδού Κατακάλου αριθμός 6 δεν έγειρε, ούτε παρουσίασε κάποια κλίση που θα προειδοποιούσε τους περαστικούς. Υποχώρησε κατακόρυφα, «κάθισε» πάνω στα θεμέλιά της και εξαϋλώθηκε μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης που έκανε τα πάντα να χαθούν από τα μάτια των εμβρόντητων γειτόνων.
Κατά την πτώση της, η οικοδομή λειτούργησε σαν φονικός τυφώνας, σαν ωστικό κύμα, συμπαρασύροντας ένα μεγάλο τμήμα της διπλανής πολυκατοικίας του αριθμού 4. Η τύχη μέσα στην ατυχία ήταν πως το κτίριο ήταν νεόδμητο – για την ακρίβεια μόλις είχε αποπερατωθεί – και πολλά διαμερίσματα παρέμεναν ακόμη απούλητα ή ξενοίκιαστα. Αν η κατάρρευση ερχόταν μόλις λίγους μήνες αργότερα, ο αριθμός των θυμάτων θα ήταν σίγουρα εφιαλτικά μεγαλύτερος.
Παρ’ όλα αυτά τα σωστικά συνεργεία θα εργαστούν εκείνη την ημέρα επί ώρες στα ερείπια και θα καταφέρουν να ανασύρουν ζωντανούς τον εργάτη μωσαϊκών Απ. Αθανασίου, ο οποίος στη συνέχεια θα διακομιστεί στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ σοβαρά τραυματισμένος και την ένοικο Ειρήνη Καδογιαννάκη, η οποία για περισσότερο από δύο ώρες βρέθηκε παγιδευμένη κάτω από τα ερείπια.

Η εποχή της αντιπαροχής: Το χρυσάφι και «βασιλιάδες» της οικονομίας
Για να καταλάβει κανείς πως φτάσαμε στην Κατακάλου, πρέπει να κατανοήσει το κλίμα της εποχής. Βρισκόμαστε στην καρδιά της δικτατορίας, σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα οικοδομούνταν όπως – όπως και η «αντιπαροχή» αποτελούσε το μαγικό εισιτήριο που γκρέμιζε τις παλιές μονοκατοικίες με τις αυλές και τις μετέτρεπε σε τσιμεντένια μεγαθήρια.
Οι εργολάβοι ήταν οι νέοι «βασιλιάδες» της οικονομίας. Την ίδια ώρα η ανάγκη για στέγαση ήταν τεράστια και οι έλεγχοι από την πολεδομία συχνά ανύπαρκτοι. Στο κυνήγι του γρήγορου κέρδους που πολλές φορές ανταλάσσονταν με αυτό της ασφάλειας, οι εκπτώσεις στα υλικά αποτελούσε κοινό μυστικό. Η ποιότητα του μπετόν, η ποσότητα του σιδήρου και η τήρηση των στατικών μελετών έρχονταν συχνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην ταχύτητα αποπεράτωσης.
Η πολυκατοικία της οδού Κατακάλου στον αριθμό 6 ήταν η σκοτεινή κορύφωση αυτής της ανεξέλεγκτης ανοικοδόμησης, το σημείο όπου εκτός από της μοίρας το γραφτό, η προχειρότητα της κατασκευής συνάντησε την εγκληματική αμέλεια.

Η αυτοψία της ντροπής: Ένας αγώνας πάνω από την ανθρώπινη ζωή
Όταν οι πραγματογνώμονες άρχισαν να σκάβουν στα ερείπια, τα στοιχεία που εντόπισαν ξεπέρασαν κάθε φαντασία. Το κτίριο δεν έπεσε από την «κακιά στιγμή». Έπεσε γιατί οι βάσεις του είχαν σχεδόν «πειραχτεί» σκόπιμα.
Στη μηχανική, το «πέλμα θεμελίωσης» είναι το τμήμα εκείνο που μεταφέρει το βάρος ολόκληρου του κτιρίου στο έδαφος. Είναι το πιο κρίσιμο σημείο για τη στατικότητα. Στην οδό Κατακάλου αριθμός 6, διαπιστώθηκε ότι οι υπεύθυνοι είχαν «τροποποιήσει» τα πέλματα θεμελίωσης στη μία πλευρά της οικοδομής.
Ο λόγος; Διότι από το σημείο εκείνο περνούσε ο αποχετευτικός αγωγός της διπλανής πολυκατοικίας.
Αυτή η παρέμβαση μετέτρεψε ουσιαστικά την οικοδομή σε έναν γίγαντα με πήλινα πόδια. Τώρα αν σε όλα αυτά, προσθέσουμε και το προβληματικό υπέδαφος της περιοχής (παλιά ρέματα και μαλακό χώμα, καθώς σε κοντινή απόσταση ήταν η θάλασσα), καθώς επίσης και τη χρήση υποβαθμισμένου σκυροδέματος που θρυμματιζόταν σαν άμμος αλλά και τον ελλιπή οπλισμό, η κατάρρευση έμοιαζε να είναι μαθηματικά βέβαιη ενώ οι υπεύθυνοι έδειχναν να έχουν επιλέξει το κέρδος, μετατρέποντας το κτίριο σε μια ωρολογιακή βόμβα.

Η δίκη και η οργή του Τύπου
Οι τοπικές εφημερίδες της εποχής, αφιέρωσαν πρωτοσέλιδα επί σειρά εβδομάδων. Τίτλοι που έκαναν λόγο για «έγκλημα στην Κατακάλου» και ζητούσαν παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων. Ο κόσμος, που τότε ένιωθε ασφαλής μέσα στα νεόδμητα διαμερίσματά του, άρχισε να φοβάται.
Στη δίκη που ακολούθησε των γεγονότων δε, το κλίμα ήταν εκρηκτικό. Οι συγγενείς του άτυχου 19χρονου εργάτη, καθώς και οι ένοικοι που έχασαν τις περιουσίες τους ζητούσαν επιτακτικά απαντήσεις.
Ο εργολάβος, ο αρχιτέκτονας και ο πολιτικός μηχανικός κάθισαν στο εδώλιο, κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και παραβάσεις του οικοδομικού κανονισμού. Οι δικαιολογίες τους περί «αστάθμητων παραγόντων» κατέρρευσαν μπροστά στις τεχνικές εκθέσεις των πραγματογνώμων. Οι ποινές φυλάκισης που τους επιβλήθηκαν ήταν μια προσπάθεια της δικαιοσύνης να κατευνάσει την οργή της κοινής γνώμης, αλλά η εμπιστοσύνη είχε ήδη κλονιστεί.
Επίσης η τραγωδία αυτή έγινε αφορμή για να αυστηροποιηθούν οι έλεγχοι στις οικοδομικές άδειες, αν και το τίμημα αυτής της πρόληψης κόστισε μια ανθρώπινη ζωή.

Το παράδοξο της Θεσσαλονίκης και ο σεισμός του ’78
Στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, μόνο δύο φορές ο αστικός ιστός «λύγισε» με τόσο ολοκληρωτικό τρόπο. Η μία – και πιο γνωστή – ήταν το 1978 στην Πλατεία Ιπποδρομίου, όπου η πολυκατοικία στη συμβολή των οδών Νικηφόρου Φωκά και Γ. Θεοχάρη, σωριάστηκε κάτω από το βάρος του φονικού σεισμού 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, παίρνωντας μαζί της 29 ψυχές.
Η άλλη ήταν στην οδό Κατακάλου στον αριθμό 6. Όμως εδώ κρύβεται και ένα τραγικό παράδοξο: Στην Κατακάλου δεν χρειάστηκε ο εγκέλαδος. Η πολυκατοικία κατέρρευσε σε μια ήσυχη ημέρα με απόλυτη νηνεμία, αποδεικνύοντας ότι η ανθρώπινη αμέλεια μπορεί να είναι εξίσου καταστροφική με έναν μεγάλο σεισμό.

Υπάρχει και μία τρίτη περίπτωση η οποία καταγράφηκε στις 24 Οκτωβρίου του 1960 όταν το μπροστινό τμήμα πολυκατοικίας στη συμβολή των οδών Τσιμισκή με Κούσκουρα κατέρρευσε, χωρίς ευτυχώς να υπάρξουν ανθρώπινες απώλειες ή σοβαροί τραυματισμοί. Όπως αναφέρουν ρεπορτάζ της εποχής, στο ισόγειο του κτιρίου είχαν κατεδαφιστεί όλοι οι τοίχοι προκειμένου να κατασκευαστούν καταστήματα.

Ο αριθμός 6 της οδού Κατακάλου σήμερα
Σήμερα, στον αριθμό 6 της οδού Κατακάλου, όπως και στο «πληγωμένο» 4 υψώνεται πλέον μια άλλη, νεότερη πολυκατοικία. Τίποτα στην όψη της δεν προδίδει ότι εκεί κάποτε γράφτηκε μια από τις πιο πικρές σελίδες της πόλης. Οι περαστικοί βιάζονται είτε να φτάσουν στην παραλία για την καθιερωμένη τους βόλτα, είτε να πιάσουν την πολύβουη Βασιλίσσης Όλγας, ενώ οι νέοι ένοικοι πιθανόν να αγνοούν το παρελθόν του τετραγώνου όπου διαμένουν.
Για εμάς όμως που μεγαλώσαμε με αυτές τις ιστορίες (πολλές φορές και τους μύθους), για μένα που άκουγα τον πατέρα μου να περιγράφει αυτό το μοιραίο απόγευμα, η Κατακάλου παραμένει ένα σημείο μνήμης.
Ο πατέρας μου δεν είναι πια εδώ για να μου διηγηθεί με το ίδιο πάθος τον θόρυβο που προκάλεσε η πτώση, αλλά το κείμενο αυτό είναι ο δικός μου τρόπος να διασώσω τη μαρτυρία του. Η ιστορία της Κατακάλου είναι από αυτές ακριβώς της ιστορίες που λειτουργούν ώς σύγχρονα «ποτέ ξανά» προς όσους κρατούν στα χέρια τους τις ζωές των άλλων.

