Υπάρχουν «καθαροί» πολιτισμοί;

Όλες οι θρησκείες, οι ιστορίες, οι γλώσσες και οι νόρμες μας μπλέχτηκαν και αναμείχθηκαν μέσω της κινητικότητας και της ανταλλαγής καθ' όλη την ιστορία.

Parallaxi
υπάρχουν-καθαροί-πολιτισμοί-1115508
Parallaxi

Στην δεκαετία του 1990 μια ολόκληρη γενιά αφέθηκε χωρίς ιστορική συνείδηση από ένα ισχυρό και φαινομενικά ανεπανάληπτο «παραμύθι».

Δημιουργήθηκε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν τα όρια όπως τα γνωρίζαμε παλαιότερα και οι άνθρωποι δεν περιορίζονταν πλέον στις παλιές γεωγραφικές τους περιοχές ή ταυτότητες. Τώρα κατοικούσαν σε έναν νέο κόσμο που φαινόταν να έχει αποσυνδεθεί από την κανονική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας.

Η έννοια που επιλέχθηκε για να αποτυπώσει αυτή τη μεταμορφωτική στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία ήταν η “παγκοσμιοποίηση”.

Περιέγραφε πως οι νέες τεχνολογίες και τα δίκτυα συνδεσιμότητας είχαν ξαφνικά φέρει τις ανθρώπινες κοινότητες πιο κοντά την μία στην άλλη και τις είχε καταστήσει διαπερατές σε μια ανεξέλεγκτη ροή από ανθρώπους, ιδέες, αγαθά και πολιτισμικές πρακτικές που κινούνταν ελεύθερα σε όλες τις ενσωματωμένες αγορές της παγκόσμιας οικονομίας.

Σαν επακόλουθο αυτής της μεταμόρφωσης, εμφανίστηκε νέος όρος, εκφράζοντας νέες ανησυχίες: ο κόσμος είχε πραγματικά γίνει ένα “παγκόσμιο χωριό” που ο Marshall McLuhan προέβλεψε την δεκαετία του 1960 αλλά ήταν ένας κόσμος διαμορφωμένος από πολυεθνικές εταιρείες και “παγκόσμιες ελίτ” που μιλούσαν μια κοινή, ηγεμονική “παγκόσμια αγγλική γλώσσα” και ηγούνταν μιας καταστροφικής “ομογενοποίησης” των ανθρώπινων πολιτισμών, που τα εθνικά σύνορα ήταν πολύ ευάλωτα για να την αντέξουν.

Στις τρεις προηγούμενες δεκαετίες, περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τον “παγκόσμιο” κόσμο μας ως καταραμένο πεπρωμένο. Με την ασφυκτική συμπίεση χρόνου-χώρου, η παγκοσμιοποίηση φαίνεται να μας έχει αποσυνδέσει από τη λογική και τη ροή της ιστορίας.

Οι ύποπτες, παράνομες ταυτότητές μας -που έχουν συγκολληθεί από ένα μίγμα πολιτισμών- φαίνεται να είναι ασύμβατες με τις “αυθεντικές” παραδόσεις και τον τρόπο ζωής των προγόνων μας. Έχουμε γίνει ξένοι στα μέρη που αποκαλούσαν σπίτι τους, στους τρόπους που ντύνονταν, έτρωγαν ή επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Και χωρίς κανένα πρότυπο για το πώς να ζήσουμε και καμία εμπειρία από την οποία να μάθουμε, τα εκκωφαντικά σαγηνευτικά τραγούδια των κινημάτων κατά της παγκοσμιοποίησης τώρα μας παρασύρουν ξανά στις ασφαλέστερες ταυτότητες και στα όρια ενός χαμένου, χρυσού παρελθόντος.

Αυτό το παραμύθι της παγκοσμιοποίησης είναι η πιο επιτυχημένη τρομαχτική ιστορία των καιρών μας. Και όπως όλες οι τρομαχτικές ιστορίες, διεγείρει τον φόβο μας για ένα άγνωστο που σε κατακλύζει.

Αλλά είναι μία ψευδαίσθηση. Δεν υπάρχει νέος παγκόσμιος κόσμος.

Το παρόν μας φαίνεται έτσι μόνο γιατί έχουμε ξεχάσει το κοινό μας παρελθόν. Η παγκοσμιοποίηση δεν ξεκίνησε την δεκαετία του 1990, ούτε καν την προηγούμενη χιλιετία. Η ανάμνηση αυτής της παλαιότερης κοινής ιστορίας είναι ένας δρόμος για μια διαφορετική αφήγηση, που ξεκινά πολύ, πολύ νωρίτερα. Το παραμύθι της παγκοσμιοποίησης γράφτηκε σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Οπότε, γιατί συνεχίζουμε να λέμε την ιστορία τόσο λάθος;

Περιηγείσαι σε μια υπαίθρια αγορά, την Grote Markt, στην ολλανδική πόλη Γκρόνινγκεν, κάποια στιγμή την δεκαετία του 2020. Μια κυρία σε έναν πάγκο ρωτά έναν πελάτη αν θέλει το χούμους του “φυσικό” εννοώντας με αυτό “απλό”.  Φαίνεται αμήχανος καθώς αυτή δείχνει τις ποικιλίες χούμους σε πορτοκαλί, πράσινο και μωβ χρώμα που προσφέρονται.

Του πήρε λίγη ώρα να δοκιμάσει το αρχικό υλικό -εκείνη την ανοιχτόχρωμη πάστα που τον έκανε να τρώει περισσότερα ρεβίθια, σουσάμι και ελαιόλαδο απ’ ό,τι όλοι οι πρόγονοί του μαζί- οπότε το μωβ χούμους θα πρέπει να περιμένει για άλλη μέρα. Μουρμουρίζει: “το αυθεντικό παρακαλώ” και βιάζεται για τον απέναντι πάγκο για το τελευταίο αντικείμενο της λίστας με τα ψώνια του: πατάτες, το πιο βασικό υλικό της ολλανδικής κουζίνας. Κάπου αλλού στην αγορά, κάποιοι άλλοι πελάτες ψάχνουν τα αγαπημένα τους υλικά. Μερικοί αναζητούν ολικής άλεσης για ένα ψωμί γαλλικού στιλ Σουρντό ή ρύζι Basmati για μια ιρακινή συνταγή· άλλοι ψωνίζουν αλεύρι καλαμποκιού για ένα νιγηριανό επιδόρπιο, ντομάτες για μια φρέσκια ιταλική σάλτσα ζυμαρικών ή ελιές για μια ελληνική σαλάτα.

Οι αγορές όπως αυτή είναι τέλεια μέρη για να παρατηρήσει κανείς τη ροή και την ανάμειξη ανθρώπων, αγαθών, ιδεών και ηθών που τώρα ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση. Είναι επίσης μέρη όπου μπορούμε να αρχίσουμε να φανταζόμαστε την μακρύτερη ιστορία αυτής της διαδικασίας.

Πολλές ιστορικές αγορές ιδρύθηκαν πολύ πριν την παγκόσμια εποχή μας. Όταν η Grote Markt ξεκίνησε να λειτουργεί στα τέλη της μεσαιωνικής εποχής, λίγα από τα προϊόντα που είναι τώρα διαθέσιμα στη διεθνή κοινότητα του Γκρόνινγκεν είχαν εκτεθεί τότε. Τότε, οι άνθρωποι που επισκέπτονταν την αγορά προέρχονταν επίσης από λιγότερες και πιο κοντινές περιοχές, οι περισσότεροι από τους οποίους μιλούσαν ακόμα τις τοπικές τους διαλέκτους. Το 1493 ωστόσο, οι φανταστικοί ορίζοντες της καθημερινής ζωής σε αυτήν και άλλες ευρωπαϊκές αγορές ξαφνικά διευρύνθηκαν καθώς άρχισαν να κυκλοφορούν ειδήσεις για μια εξαιρετική ανακάλυψη: ένας προηγουμένως άγνωστος ανθρώπινος κόσμος υπήρχε πέρα από τις ακτές της Ευρώπης. Ήταν ένας κόσμος τόσο απροσδόκητος και φαινομενικά τόσο διαφορετικός που συγκλόνισε την ευρωπαϊκή συνείδηση μέχρι τα βάθη της.

Οι φιλοσοφικές μας έννοιες για τον “εαυτό” γεννήθηκαν από το σοκ των Ευρωπαίων όταν ανακάλυψαν την “διαφορετικότητα”

Αφού έφτασε ο Χριστόφορος Κολόμβος στις μετονομαζόμενες “Αμερικές” το 1492, η ανθρωπότητα βίωσε μια τετρακοσίων ετών διαδικασία εντατικής παγκόσμιας ενσωμάτωσης που καθοδηγήθηκε από τον ιμπεριαλισμό, το εμπόριο, τη θρησκεία, μια νέα κουλτούρα κινητικότητας και μια πνευματική περιέργεια απελευθερωμένη από τα δεσμά της παράδοσης. Καθώς δημιουργήθηκαν ασφαλείς δίκτυα θαλάσσιας και χερσαίας συνδεσιμότητας, οι λαοί του “Παλιού” και του “Νέου” Κόσμου ενώθηκαν με τον πιο βίαιο και μεταμορφωτικό τρόπο. Αυτή η διαδικασία εγκαινίασε αυτό που ο ιστορικός Alfred W Crosby Jr το 1972 ονόμασε “Κολομβιανή ανταλλαγή”: μια τεράστια, ανθρώπινη, διηπειρωτική μετακίνηση ζώων, φυτών και μικροοργανισμών που μεταφέρουν ασθένειες, η οποία άλλαξε για πάντα το βιολογικό προφίλ της Γης και τη κοινωνικοοικονομική, πολιτιστική και πολιτική ζωή των κατοίκων της.

Για πολλούς ιστορικούς, αυτή η “πρώιμη νεωτερική εποχή” που εκτείνεται περίπου από το 1500 ως το 1800, σηματοδοτεί το πρώτο στάδιο της παγκοσμιοποίησης.

Σύμφωνα με αυτούς, αυτή η περίοδος γέννησε την πρώτη παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία και ενσωματωμένη παγκόσμια αγορά, ξεκίνησε έναν πρωτοφανή συνδυασμό τοπικών πολιτισμών και εθνοτήτων και κρυστάλλωσε την πρώτη παγκόσμια συνειδητοποίηση ενός κοινού κόσμου. Ήταν τόσο ισχυρή που οι επιδράσεις της εξακολουθούν να υφίστανται έως σήμερα στις δίαιτες, τις γλώσσες, τις οικονομίες, τα κοινωνικά και νομικά καθεστώτα, τις διεθνείς ισορροπίες πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης, καθώς και στα επιστημονικά πλαίσια και θεσμούς. Η πρώιμη νεωτερική εποχή διαμόρφωσε ακόμη και τις φιλοσοφικές μας έννοιες για τον “εαυτό” που γεννήθηκαν από το σοκ των Ευρωπαίων όταν ανακάλυψαν την “διαφορετικότητα”.

Αλλά ακόμη και σε αυτή την εποχή δεν ήταν η πρώτη παγκόσμια περίοδος στην ανθρώπινη ιστορία. Ήταν επίσης το προϊόν προγενέστερων παγκόσμιων κινημάτων, συναντήσεων και ανταλλαγών. Στην πραγματικότητα, η πρώιμη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση ήταν απλώς ένα επιταχυνόμενο επεισόδιο μιας γενικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Η συλλογική ανθρώπινη μνήμη είναι ένας μερικός και ατελής θησαυρός των συναντήσεων μεταξύ μας μέσα στον χρόνο. Δεν είμαστε καλοί στο να θυμόμαστε, πόσο μάλλον να αναγνωρίζουμε, τους τρόπους με τους οποίους αυτές οι συναντήσεις έχουν διαμορφώσει τις σύγχρονες κοινωνίες, κουλτούρες και οικονομίες μας. Λοιπόν, πως τις ξεχάσαμε;

Οι θεωρητικοί της παγκοσμιοποίησης, που ακολουθούν τον κοινωνιολόγο Roland Robertson, χρησιμοποιούν τον όρο “παγκοσμιοτοπικοποίηση” για να περιγράψουν πώς οι τοπικοί πολιτισμοί αφομοιώνουν τα προϊόντα της παγκόσμιας αγοράς και τα μετατρέπουν σε κάτι φαινομενικά νέο.

Μέσα από αυτή την διαδικασία, τα εισερχόμενα αγαθά -τεχνολογίες, ιδέες, σύμβολα, καλλιτεχνικά στιλ, κοινωνικές πρακτικές ή θεσμοί- απορροφώνται, μεταμορφώνονται σε υβριδικές αναπαραστάσεις που αποκτούν νέες σημασίες. Αυτές οι αναπαραστάσεις επαναχρησιμοποιούνται στη συνέχεια ως νέα σημάδια πολιτιστικής ή ταξικής διάκρισης, καθιζάνοντας δανεισμένα πολιτιστικά προϊόντα στη συλλογική συνείδηση έως το σημείο της παρερμηνείας. Και έτσι το παγκόσμιο γίνεται τοπικό, το ξένο γίνεται γνωστό και οι άλλοι γίνονται εμείς. Η παγκοσμιοτοπικοποίηση είναι πως και γιατί ξεχνάμε συλλογικά. Τέτοιο είναι το σιωπηλό τέχνασμα κάθε μορφής παγκοσμιοποίησης στην ιστορία μας: η λήθη μας για αυτήν είναι η μέθοδος και το σημάδι της επιτυχίας της.

Κάθε γενιά υιοθετεί τις κληρονομιές των παγκόσμιων ανταλλαγών και τις αναδιαμορφώνει ως δικές της. Η εξέταση των ιζημάτων που άφησαν οι πρόγονοί μας στη συλλογική μας συνείδηση δεν είναι ένα έργο που είμαστε φυσικά προορισμένοι να εκτελέσουμε. Είναι πράξη μνήμης και αυτοκατανόησης που μπορεί να αποσταθεροποιήσει τις ταυτότητές μας, επειδή αντιτίθεται στις διαδικασίες που τους προσδίδουν αυθεντικότητα.

Κανένα πολιτισμικό σύστημα με οποιαδήποτε σημασία για την ύπαρξή μας δεν ξεφεύγει από αυτό το πρότυπο της παγκόσμιας εξέλιξης.

Σκέψου τα συστήματα τροφίμων που στηρίζουν την ύπαρξή μας και τις μαγειρικές μας πρακτικές. Όταν συνδέουμε την πατάτα με “παραδοσιακές” ευρωπαϊκές κουζίνες ή την ιρλανδική λιμοκτονία, ξεχνάμε την ανδική της προέλευση και τα παγκόσμια ταξίδια που τελικά την έκαναν διαδεδομένη στις κουζίνες των σπιτιών και στα εστιατόρια γρήγορου φαγητού σε όλο τον κόσμο.

Παρόμοιες ξεχασμένες ιστορίες μπορούν να ειπωθούν για άλλα παγκοσμιοποιημένα βασικά τρόφιμα, όπως οι ντομάτες και το καλαμπόκι που προήλθαν από την Αμερική, το ρύζι από την Ανατολική Ασία και την Αφρική, και το σιτάρι, το κριθάρι και οι ελιές της Νοτιοδυτικής Ασίας.

Αυτή η λήθη είναι ο λόγος που πολλά τοπικά γαστρονομικά σύμβολα, όπως το γαλλικό κρασί ή τα αμερικανικά χάμπουργκερ, μετατρέπονται εύκολα σε τοτέμ και μυθολογίες της εθνικής ταυτότητας. Τα “τοπικά” σταφύλια για κρασί και τα βοοειδή που κατακλύζουν σήμερα την παγκόσμια αγορά είναι τα τελικά προϊόντα των παγκόσμιων μεταναστεύσεων που ξεκίνησαν ήδη από τη νεολιθική εποχή.

Τα πολιτισμικά σημάδια ταυτότητας που φυλάμε με τη μεγαλύτερη ζήλια -οι κουζίνες, οι θρησκείες, οι γλώσσες και τα κοινωνικά ήθη μας- είναι προϊόντα προηγούμενων παγκοσμιοποιήσεων. Όταν γιορτάζουμε τέτοια πολιτισμικά σημάδια σαν “αυθεντικά” στοιχεία των ταυτοτήτων μας, ουσιαστικά γιορτάζουμε τον κοινό μας ανθρώπινο πολιτισμό, που γεννήθηκε από μια μακρά αλυσίδα συναντήσεων και ανταλλαγών.

Η παγκοσμιοποίηση παρατηρείται σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Δείχνει τέτοιο βαθμό σταθερότητας που πρέπει να είναι θεμελιώδης για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Μακριά από το να είναι απλώς ένας τρόπος ζωής ή μια κοσμοθεωρία -ή μια εφεύρεση της ελίτ- η παγκοσμιοποίηση μπορεί να θεωρηθεί ως η μαζική διαδικασία μέσω της οποίας η ανθρώπινη κουλτούρα εξελίσσεται και διατηρείται.

Ο πολιτισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο έχουμε προσαρμοστεί στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον μας για να επιβιώσουμε και να ευδοκιμήσουμε. Οι κουλτούρες, στον πληθυντικό, είναι οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις του ανθρώπινου πολιτισμού σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και μέρη. Αυτές οι δύο κατηγορίες -ο ανθρώπινος πολιτισμός και οι κουλτούρες- είναι περίπου ισοδύναμα με την βιολογική έννοια του “γονοτύπου” (ο βασικός μας κώδικας) και του “φαινοτύπου” (οι μεταβλητές εκφράσεις του). Η ιστορία των παγκοσμιοποιήσεων μας είναι η ιστορία του πώς οι φαινοτυπικές παραλλαγές στην ανθρώπινη κουλτούρα έχουν κυκλοφορήσει και έχουν συσσωρευτικά μετασχηματίσει το πολιτισμικό μας γονότυπο.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα