Καλαμαριά: Εκεί όπου το τραύμα έγινε κοινότητα
Οι αλησμόνητες πατρίδες, η προσφυγιά, τα Απολυμαντήρια, τα Τσαμούρια, οι κεμεντζέδες, ο Απόλλων, αλλά και τα θρυλικά στέκια στο Καραμπουρνάκι και στην Αρετσού
Υπάρχουν περιοχές που χτίστηκαν πάνω σε σχέδια πόλης. Υπάρχουν και εκείνες που χτίστηκαν πάνω σε μνήμες. Η Καλαμαριά ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν γεννήθηκε ως προάστιο. Γεννήθηκε ως ανάγκη. Ως καταφύγιο για τους πρόσφυγες που άφησαν τις αλησμόνητες πατρίδες και έφτασαν στη Θεσσαλονίκη με ό,τι απέμεινε πίσω από τη ζωή εκεί που διακόπηκε βίαια στη Σμύρνη, στον Πόντο, στην Ανατολική Θράκη.
Σε μια λωρίδα γης που έμοιαζε περισσότερο με εξορία παρά με υπόσχεση, στήθηκαν παράγκες, αντίσκηνα και πρόχειρα καταλύματα. Εκεί όπου σήμερα απλώνονται πολυκατοικίες και καφέ, κάποτε υπήρχε χώμα, υγρασία και μια διαρκής αναμονή για κάτι καλύτερο.
Από τη μία τα «Τσαμούρια», μια περιοχή που έγινε συνώνυμη της φτώχειας και της λάσπης και από την άλλη οι επαύλεις και οι εξοχικές κατοικίες εύπορων Θεσσαλονικιών που έβλεπαν τον Θερμαϊκό σαν καλοκαιρινή απόδραση. Μια αντίθεση όχι απλώς χωρική, αλλά κοινωνική, σχεδόν υπαρξιακή.

Στην άκρη της δύσκολης αρχής, τα Απολυμαντήρια. Ένας από τους πρώτους σταθμούς των προσφύγων που έφταναν στην Καλαμαριά.
Σημάδεψαν το σώμα, αλλά και την ψυχή όσων πέρασαν από εκεί. Μια νέα ζωή που ξεκινούσε με απώλεια αξιοπρέπειας ως συνέχεια των δεινών που είχαν περάσει, αλλά ταυτόχρονα και με μια πεισματική ελπίδα.
Μέσα σε αυτήν τη σκληρή εκκίνηση η Καλαμαριά δεν έμεινε μόνο τραύμα. Έγινε κοινότητα. Έγινε γειτονιά με έντονη ταυτότητα. Με ποντιακές λύρες να αντηχούν σε αυλές και συλλόγους, με μυρωδιές κουζίνας που θύμιζαν πατρίδα και «σκέπαζαν» τον πόνο του ξεριζωμού.
Έγινε ποδόσφαιρο μέσα από το καμάρι του Απόλλωνα, αλλά και συλλογικότητες. Έγινε καλοκαίρι στην Πλαζ Αρετσούς, με τη θάλασσα να παύει να είναι σύνορο, αλλά να γίνεται ανάσα.
Και κάπου ανάμεσα στις αυλές, στα καφενεία και τα σχολεία της περιοχής γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Χάρρυ Κλυνν. Η πιο σαρκαστική φωνή μιας Ελλάδας που έμαθε να επιβιώνει γελώντας με τις αντιφάσεις της. Ίσως γιατί η Καλαμαριά έμαθε από νωρίς ότι η ειρωνεία είναι άμυνα και η μνήμη ευθύνη.
Η ιστορία της Καλαμαριάς είναι μια διαδρομή από τη λάσπη στο μπετόν. Από την προσφυγιά στην ταυτότητα. Από την περιφέρεια στο κέντρου του χάρτη της Θεσσαλονίκης. Είναι η ιστορία μιας περιοχής που ξεκίνησε ως καταυλισμός αλλά κατάφερε να εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς. Η Καλαμαριά του χτες δεν είναι νοσταλγικές φωτογραφίες. Είναι μια ακόμη απόδειξη του τρόπου με τον οποίον η πόλη θυμάται ποια είναι.
Τα Απολυμαντήρια – Η πρώτη πληγή
Η Καλαμαριά δεν δημιουργήθηκε. Επιβλήθηκε από την ιστορία. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 χιλιάδες πρόσφυγες κατέφτασαν στη Θεσσαλονίκη και ένα μεγάλο τους μέρος κατευθύνθηκε ανατολικά σε μια ακατοίκητη σχεδόν έρημη έκταση. Μέχρι τότε χρησίμευε ως στρατόπεδο των συμμάχων και των δυνάμεων της Αντάντ στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Και μάλιστα λειτουργούσαν τρία αεροδρόμια, ένα στο Καραμπουρνάκικαι δύο στη Μίκρα.
Εκεί όπου ο άνεμος από τον Θερμαϊκό σάρωνε τη γη, στήθηκε ένας από τους βασικούς προσφυγικούς πυρήνες. Πριν καν εγκατασταθούν, πέρασαν από τα Απολυμαντήρια. Ένας σταθμός «υγειονομικού ελέγχου» που σήμανε απολύμανση ρούχων, υποχρεωτικό κούρεμα ανδρών και γυναικών, καραντίνα, καταγραφή. Στην πράξη όμως ήταν ένα σοκ. Άνθρωποι που είχαν χάσει τα σπίτια τους και την πατρίδα τους καλούνταν να απογυμνωθούν (ξανά) κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα Απολυμαντήρια, στην πλαζ Αρετσούς, ήταν δύο μεγάλα ξύλινα παραπήγματα. Από εκεί πέρασαν τουλάχιστον 355.000 ξεριζωμένες ψυχές, ενώ περίπου 22.000, ανάμεσα τους και πολλά παιδιά, δεν τα κατάφεραν και ξεψύχησαν εκεί. Και όσοι περνούσαν από εκεί έπρεπε να περιμένουν σε διαδικασία καραντίνας για τουλάχιστον επτά μήνες μέχρι να βρουν μόνιμη στέγη. Οι εγκαταστάσεις παρέμειναν εκεί μέχρι τη δεκαετία του 60’ οπότε και γκρεμίστηκαν για να δημιουργηθεί η πλαζ του ΕΟΤ.
Τσαμούρια – Μια λέξη που έγινε ταυτότητα
Για δεκαετίες η λέξη «Τσαμούρια» κουβαλούσε σχεδόν ταξικό στίγμα. Ήταν η περιοχή των πιο φτωχών προσφυγικών κατοικιών. Δρόμοι χωρίς ασφαλτόστρωση, παιδιά που έπαιζαν στις λάσπες τον χειμώνα και στη σκόνη το καλοκαίρι. Δεν ήταν απλώς θέμα υποδομών, ήταν θέμα κοινωνικού διαχωρισμού. Η λέξη «Καλαμαριώτης» δεν είχε το κύρος που έχει σήμερα.

Και όμως στα Τσαμούρια αναπτύχθηκε μια έντονη αλληλεγγύη. Οι αυλές γινόταν προεκτάσεις των σπιτιών. Ο πόνος, οι μνήμες, οι κακουχίες ένωναν τους ανθρώπους. Οι γειτονιές έγιναν οικογένεια. Μετά τη δεκαετία του 50’, ξεκίνησαν κάποια βελτιωτικά έργα όπως ο ηλεκτροφωτισμός, η ασφαλτόστρωση και τα δίκτυα υδροδότησης και αποχέτευσης.
Ξεκινώντας μια νέα ζωή
Οι δουλειές ήταν δυσεύρετες. Οι όποιες διαθέσιμες θέσεις αφορούσε χειρωνακτικές και βαριές εργασίες. Πολλοί πρόσφυγες στράφηκαν στη Θεσσαλονίκη για να αναζητήσουν ένα μεροκάματο. Άλλοι πήραν την τύχη στα χέρια τους και εργάστηκαν ως ναυτικοί και ψαράδες εκμεταλλευόμενοι την άριστη σχέση τους με τη θάλασσα από τη ζωή που άφησαν πίσω. Η σημερινή αγορά της Καλαμαριάς φυσικά και δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα των πρώτων εκείνων χρόνων. Καταστήματα φτιαγμένα στο «πόδι» στεγασμένα σε παράγκες, μανάβικα, καφενεία, λευκοσιδηρουργεία, πεταλωτήρια, ξυλουργεία και στο πέρασμα των χρόνων τσαγκαράδικα, ραφτάδικα, ποδηλατάδικα. Αρκετοί πλανόδιοι πωλητές, γαλατάδες, λούστροι. Αλησμόνητες και οι πρώτες λαϊκές αγορές που στήθηκαν προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘40 και ξεκίνησαν στην περιοχή του Ντεπό κάθε Τρίτη με οπωρολαχανικά και γαλακτοκομικά είδη, όπως γράφει ο Σταμάτης Παραράς στο βιβλίο «Η Καλαμαριά όπως τη ζήσαμε» (Εκδόσεις Δέσποινα Κυριακίδη). Το περιβόητο στρατί (δρόμος) για το Ντεπό που μνημονεύει ο Καββαδίας ξεκινούσε από την Καλαμαριά και ήταν ανάμεσα στα χωράφια και τις λάσπες.
Από τη λάσπη στις επαύλεις
Την ίδια στιγμή που στα Τσαμούρια η καθημερινότητα ήταν αγώνας επιβίωσης, λίγα μέτρα πιο πέρα αναπτύσσονταν εξοχικές κατοικίες και επαύλεις εύπορων Θεσσαλονικιών. Η ανατολική πλευρά της πόλης άρχισε να γίνεται ένας χώρος θερινής κατοικίας για την αστική τάξη. Η αντίθεση ήταν σχεδόν θεατρική. Από τη μία παράγκες και δημόσιες βρύσες, από την άλλη κήποι, θέα στη θάλασσα και κοσμικές συγκεντρώσεις. Η κοινωνική διαστρωμάτωση αποτυπώνονταν γεωγραφικά. Αυτή η διπλή εικόνα καθόρισε για χρόνια τη φυσιογνωμία της περιοχής. Η Καλαμαριά ισορροπούσε ανάμεσα σε δύο κόσμους. Της ανέχειας και της άνεσης.
Η «Συνοικία των Επαύλεων» αποτελείτο από τουλάχιστον 30 εξοχικές κατοικίες επιφανών Θεσσαλονικέων. Ελάχιστες σώζονται μέχρι σήμερα. Η αρχιτεκτονική τους απηχούσε τις ευρωπαϊκές τάσεις της εποχής με αναφορές στο art-deco ,στο νεοελβετικό και νεοβυζαντινό ύφος. Η έπαυλη Πανέτσου – Καλίτση είναι μια από τις περιπτώσεις αυτές. Χτίστηκε γύρω στα 1930 σε σχέδια Ρώσου αρχιτέκτονα και υπήρξε η εξοχική κατοικία του πλούσιου έμπορου Πανέτσου. Μια όμορφη κατασκευή με πυργοειδή απόληξη και κόκκινο διακοσμητικό τούβλο που παραπέμπει σε νεοβυζαντινό ύφος. Η έπαυλη Γωγουσόπουλου, χτισμένη το 1937 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Μεταξά, ανήκει και αυτή στην συγκεκριμένη κατηγορία. Κτίσμα εκλεκτικιστικού ρεύματος στην Καλαμαριά επί της Αδαμαντίου Κοραή που σήμερα στεγάζει την Μοντεσσοριανή Σχολή Ζαφρανά. Τον τίτλο της… στοιχειωμένης βίλας της Αρετσού κουβαλούσε η έπαυλη Κωνσταντουλάκη-Μελετίου που κατασκευάστηκε στα 1930 σε σχέδια άγνωστου, επί της Μιαούλη 3 & Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’. Σε λεύκωμα που εκδόθηκε από τον Δήμο Καλαμαριάς περιγράφεται ως «σπάνιο δείγμα αρχιτεκτονικής». Ξεχώριζε για την εντυπωσιακή κλιμάκωση των όγκων με την υπερύψωση του κεντρικού τμήματος που καταλήγει σε σοφίτα με τριπλό παράθυρο και η μορφή του κτιρίου που είναι έξοχο δείγμα του λεγόμενου « ελληνοελβετικού στυλ».
Τα δύο πρόσωπα της πλαζ Αρετσούς
Η ιδανική γεωγραφική θέση της Αρετσούς, δίπλα στη θάλασσα και κοντά στη Θεσσαλονίκη, την κατέστησε ήδη από τον Μεσοπόλεμο τόπο αναψυχής για τους κατοίκους της πόλης. Στη δεκαετία του 1960 δημιουργήθηκε η Πλαζ της Αρετσούς από τον ΕΟΤ και στη δεκαετία του 1970, η περιοχή αποτελούσε πλέον ένα σημείο με μαγευτικά παραθαλάσσια εξοχικά κέντρα, με μαρίνα ελλιμενισμού σκαφών και αποβάθρες, με ασφαλτοστρωμένους δρόμους, καλή ρυμοτομία, με μόνιμη και τακτική συγκοινωνία, με κίνηση και ζωή, με νυχτερινή διασκέδαση και χορούς. Μέχρι και σήμερα μνημονεύονται τα ατελείωτα beach parties των δεκαετιών 1960 – 1970.

Από την προσφυγιά και τη λειτουργία των Απολυμαντηρίων, η πλαζ Αρετσούς μετατράπηκε στον απόλυτο πόλο έλξης τις επόμενες δεκαετίες. Το κέντρο της πόλης άδειαζε τα καλοκαιρινά βράδια και ο παλμός της ζωής «χτυπούσε» στα γνωστά εξοχικά κέντρα της περιοχής. «Ακρόπολις», του Δ. Καλλέ, «Ακτή», του Λάζαρου Κωνσταντίνου, «Αστακηνός Κόλπος» και μετέπειτα «Ποσειδών» του Ανέστη Σακάρογλου, «Βόσπορος», του Βασίλειου Πενόπουλου, «Παράδεισος» του Παν. Κωνσταντάκου, «Χαμόδρακας» του Λέοντα Χαμόδρακα και «Μαϊάμι» του Δημήτρη Μαμάη. Ο «Χαμόδρακας» μετρά 100 χρόνια ζωής. Ήταν στα 1926 όταν ο Λεωνίδας Χαμόδρακας ανοίγει ένα μικρό ταβερνάκι που μετατρέπεται στο απόλυτο στέκι για ψάρι και ουζάκι. Όλη η Θεσσαλονίκη έχει περάσει από εκεί. Και φυσικά λαμπεροί αστέρες που επισκέπτονται την πόλη. Από την Αλίκη Βουγιουκλάκη έως τη Ζωζώ Σαπουντζάκη που γιορτάζει εκεί τα γενέθλια της. Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή έως τον Ανδρέα Παπανδρέου και από την Μαρινέλα μέχρι τον Πούτιν. Η διεθνής πολιτική σκηνή, από τον Γιούνκερ μέχρι την Τιμοσένκο, πρέσβεις, πολιτικοί, ολυμπιονίκες, ιεράρχες, κοσμοναύτες, υπουργοί παρελαύνουν από τα τραπέζια του και φεύγουν γοητευμένοι από την κουζίνα του.
Το διάσημο εξοχικό κέντρο «Παράδεισος» για δεκαετίες αποτελούσε… talk of the town και συγκέντρωνε την αφρόκρεμα της σαλονικιώτικης κοινωνίας. Στα τραπέζια του έφαγαν πολλά γνωστά άτομα του καλλιτεχνικού στερεώματος. Γιώργος Φούντας, Έλενα Ναθαναήλ, Ξένια Καλογεροπούλου, Γιάννης Φέρτης, Πόλυ Πάνου. Από τον Μεσοπόλεμο, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης έκαναν εκεί τα μπάνια τους, προσεγγίζοντας από την Καλαμαριά ή με ψαρόβαρκες, καθώς η Σοφούλη δεν είχε διανοιχτεί ακόμη. Ως μαγευτικό παραλιακό θέρετρο των Θεσσαλονικέων, ήταν πασίγνωστη για τρία πράγματα: τα φρέσκα ψάρια της, τη θαλασσινή αύρα της και την πατροπαράδοτη φιλοξενία των κατοίκων της. Τότε ήταν που δημιουργήθηκε η Πλαζ της Αρετσούς από τον ΕΟΤ, στα τέλη της δεκαετίας του 60’. Τη δεκαετία του 1970, η Αρετσού αποτελούσε πλέον ένα θαυμάσιο οικισμό, με τα ωραία του σπίτια κρυμμένα στα δέντρα και στο πράσινο και με λιγοστές πολυκατοικίες. Η Πλαζ της Αρετσούς χρησιμοποιήθηκε συχνά ως σκηνικό ταινιών. Ένα παράδειγμα είναι η ταινία «Παρένθεση» (1968) σε σκηνοθεσία Τάκη Κανελλόπουλου με τον Άγγελο Αντωνόπουλο και την Αλεξάνδρα Λαδικού.

Από τη λύρα και τον κεμεντζέ, στους Olympians, τον Τσιτσάνη και την metal
Η άφιξη των προσφύγων από τον Πόντο στην Καλαμαριά, ιδιαίτερα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, δεν σήμαινε μόνο τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές εστίες, αλλά και τη μεταφορά μιας βαθιάς και ζωντανής πολιτιστικής παράδοσης. Κεντρική θέση σε αυτήν κατείχε η ποντιακή λύρα, γνωστή και ως κεμεντζές. Για τους Ποντίους της Καλαμαριάς, η λύρα δεν ήταν απλώς μουσικό όργανο ήταν φορέας μνήμης και ταυτότητας, ένας τρόπος να διατηρηθεί ζωντανή η συλλογική εμπειρία του χαμένου τόπου. Στις γειτονιές της Καλαμαριάς – σε συνοικίες όπως η Αρετσού και ο Καραμπουρνάκι – ο ήχος της λύρας αντηχούσε στα πρώτα προσφυγικά σπίτια και στις αυλές, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στο «εκεί» και στο «εδώ». Μέσα από πολιτιστικούς συλλόγους και ποντιακά σωματεία της περιοχής, η παράδοση της λύρας πέρασε στις νεότερες γενιές, εδραιώνοντας την Καλαμαριά ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα ποντιακού ελληνισμού. Σημαντικοί λυράρηδες συνέβαλαν στη διάδοση και διατήρηση της ποντιακής μουσικής παράδοσης, όπως ο Γιάννης Τσανάκαλης, Χρύσανθος Θεοδωρίδης και ο Γώγος Πετρίδης, των οποίων το έργο σημάδεψε τις μουσικές αναφορές των προσφύγων και των απογόνων τους. Αν και δεν συνδέονται αποκλειστικά με την Καλαμαριά, η επιρροή τους ήταν έντονη στις ποντιακές κοινότητες της Θεσσαλονίκης. Σήμερα, η λύρα και ο κεμεντζές εξακολουθούν να αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο των εκδηλώσεων μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων και των πολιτιστικών δρώμενων της πόλης. Ο ήχος τους δεν λειτουργεί μόνο ως καλλιτεχνική έκφραση, αλλά και ως πράξη ιστορικής συνέχειας και συλλογικής αυτογνωσίας.
Ακόμα και το κομμάτι αυτό όμως δε θα μπορούσε να μην διακατέχεται από αντιθέσεις. Όπως άλλωστε όλη η ιστορία της Καλαμαριάς. Το Καραμπουρνάκι φιλοξενούσε μαγαζιά που άφησαν εποχή στη νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης. Όπως το Καλαμάκι, εκεί όπου είναι σήμερα το Le Zazous, εκεί όπου ο Γαβαλάς έπαιζε με το μπουζούκι του. Η Χαβάη ήταν το απόλυτο στέκι με γνωστά συγκροτήματα της εποχής να παίζουν ζωντανά μουσική. Olympians και Βόρειοι συγκεντρώνουν όλα τα βλέμματα σε νύχτες ατελείωτες που κρατούσαν μέχρι το επόμενο πρωί. Βερμούτ, ξηροί καρποί και αγωνία για να προλάβουν το τελευταίο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη, διαφορετικά ποδαράτοι ή με ωτοστόπ για την επιστροφή. Η Χαβάη απλώνονταν σε ένα κτίσμα τριών, τεσσάρων επιπέδων. Στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Κρήνης άλλωστε φιλοξενούνταν όλα τα top μουσικά σχήματα της εποχής. Οι Vips που έπαιζαν στην Κουίντα, οι Brahms, κ.α.
Και από εκεί στον Τσιτσάνη. Και όμως γίνεται. «Πέντε μήνες βρίσκομαι μεσ’ στη Θεσσαλονίκη. Στο τάγμα τηλεγραφητών εκεί που μου ανήκει». Μόνο τυχαίοι δεν είναι οι στίχοι από το τραγούδι του κορυφαίου συνθέτη, καθώς υπηρέτησε μεγάλο μέρος της στρατιωτικής του θητείας στο Τάγμα Τηλεγραφητών στη Θεσσαλονίκη. Ηχογραφήθηκε στις 14 Ιουνίου του 1938 και κυκλοφόρησε σε δίσκο 78 στροφών (Odeon GA – 7127). Τραγουδούν ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Δημήτρης Περδικόπουλος. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Τσιτσάνης έπαιζε στην ταράτσα ενός ακόμη μαγαζιού – στεκιού του θρυλικού Βερβελίδη. Τη δική του ιστορία στη νυχτερινή ζωή στο Καραμπουρνάκι έγραψε και το Arigato που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 60’ έχοντας αποκλειστικά νεανικό πρόγραμμα με τοπικές και αθηναϊκές μπάντες.
Βρισκόταν κάτω από το 2ο Γυμνάσιο-Λύκειο Καλαμαριάς, ανάμεσα στο Les Zazous και τον ΝΟΘ. Όσο περνούσαν τα χρόνια κυριάρχησε τελικά το λαϊκό του προφίλ, με την Καλαμαριώτισσα, Λιζέττα Νικολάου να κάνει εκεί την εμφάνιση της στα 16 της χρόνια και να ανοίγεται ο δρόμος για να κατέβει στην Αθήνα και να συνεργαστεί με την δισκογραφική της Columbia.
Στα μουσικά δρώμενα της Καλαμαριάς το δικό της κεφάλαιο έχει φυσικά και το στούντιο Polytropon του Γιώργου Καζαντζή. Ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες της γενιάς του, γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός, και συγκεκριμένα Καλαμαριώτης που μετέτρεψε παλιό του παιδικό δωμάτιο, με θέα στην οδό Κομνηνών της Καλαμαριάς σε έναν χώρο όπου έχουν περάσει τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Η μουσική ταυτότητα της Καλαμαριάς είναι πολυπρόσωπη. Εκεί αναπτύχθηκε μια κοιτίδα της metal μουσικής κοινότητας με υπόγεια πολυκατοικιών και πιλοτές να φιλοξενούν studio όπως αυτά των Deceptor και Vavel. Το μακροβιότερο αυτοσχέδιο στούντιο της Καλαμαριάς φαίνεται να ήταν εκείνο των Moot Point. Ο Αγαμέμνων Μάρδας μετέτρεψε το υπόγειο του σπιτιού του σε studio και εν συνεχεία σε ένα πλήρως εξοπλισμένο, υβριδικό προβάδικο, εξαιτίας και της ιδιαίτερης αγάπης που είχε για την ηχοληψία. Εκεί ηχογραφήθηκε και η πρώτη κασέτα των Moot Point, Gonna Blast! Ya Fulla Lead, με την τεχνική υποστήριξη του Μπάμπη Αργυρίου, ο οποίος είχε φέρει το 1984 από τις ΗΠΑ μια τετρακάναλη κονσόλα ηχογράφησης κασέτας.
Στην Καλαμαριά έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του και πέθανε ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης Σταύρος Κουγιουμτζής, το όνομά του οποίου έχει δοθεί στο κλειστό γήπεδο επί της οδού Χηλής.
Το πολιτικό αποτύπωμα της Καλαμαριάς
Το Μπλόκο της Καλαμαριάς αποτελεί μία από τις πιο δραματικές στιγμές στην ιστορία της περιοχής και αποτυπώνει έντονα το πολιτικό και κοινωνικό της στίγμα κατά την περίοδο της Κατοχής. Στις 13 Αυγούστου 1944, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής, με τη συνδρομή ταγματασφαλιτών, περικύκλωσαν την Καλαμαριά, προχωρώντας σε συλλήψεις, βασανισμούς και εκτελέσεις κατοίκων, με στόχο την καταστολή της αντιστασιακής δράσης. Το γεγονός εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των αντιποίνων που εφάρμοζε η Βέρμαχτ σε πολλές περιοχές της κατεχόμενης Ελλάδας.
Η τραυματική αυτή εμπειρία δεν υπήρξε μόνο πράξη βίας, αλλά και σημείο πολιτικής αφύπνισης για την τοπική κοινωνία, η οποία είχε ήδη έντονη παρουσία στο αντιστασιακό κίνημα, κυρίως μέσα από τις γραμμές του Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Το Μπλόκο ενίσχυσε τη συλλογική μνήμη και συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας ταυτότητας συνδεδεμένης με την αντίσταση, τη θυσία και τη διεκδίκηση δημοκρατικών αξιών στη μεταπολεμική πορεία της Καλαμαριάς.
Σημείο αναφοράς ο Απόλλων που γίνεται 100
Ο Απόλλων Καλαμαριάς αποτελεί αθλητικό και πολιτισμικό σύμβολο για την περιοχή και τον Πόντο. Ιδρύθηκε το 1926 από πρόσφυγες της του Πόντου και της Μικράς Ασίας, μεταφέροντας στην Καλαμαριά τη μνήμη, τις αξίες και την αγωνιστικότητα των χαμένων πατρίδων.

Υπάρχουν αναφορές ότι ο σύλλογος προϋπήρχε και ως Απόλλων Τραπεζούντας. Δεν είναι μόνο αθλητικός σύλλογος, αλλά και φορέας συλλογικής ταυτότητας για τη προσφυγική κοινότητα, λειτουργώντας ως σημείο αναφοράς και συνοχής. Οι αγώνες της, ιδιαίτερα στα χρόνια παρουσίας της στην Α΄ Εθνική, ενίσχυσαν το τοπικό αίσθημα υπερηφάνειας. Ο Απόλλων συνδέθηκε διαχρονικά με την κοινωνική ζωή της Καλαμαριάς, εκφράζοντας το πνεύμα αντοχής και δημιουργίας που χαρακτήρισε την ιστορική της διαδρομή.
Η ποδοσφαιρική ομάδα του ‘50 και του ’60 αποτέλεσε σήμα κατατεθέν. Τα θρυλικά «τσαμούρια» του Μεντεκίδη, του Μηταριώτη, του Αβραμίδη, του Σφαιρόπουλου κι άλλων σημαντικών ποδοσφαιριστών της εποχής κατάφεραν να πάρουν πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης μπαίνοντας στο… μάτι των πιο ισχυρών της πόλης και να καταταγούν τέταρτοι πανελληνίως. Οι νίκες προκαλούσαν γλέντι σε όλη την περιοχή.
Ο Απόλλων επί προεδρίας Χάρρυ Κλυνν τη δεκαετία του ΄80 είχε σημαντική παρουσία στην Α΄ Εθνική, κάτι που συνεχίστηκε για μερικές ακόμη χρονιές τη δεκαετία του ΄90 και του 2000.
Παράλληλα, ως σύλλογος, αποτελεί αθλητική κυψέλη για όλη την περιοχή, σε όλα τα αθλήματα.
Ο ιστορικός σύλλογος γιορτάζει το 2026 τα 100 χρόνια ζωής, με χρώματα το κόκκινο και το μαύρο, που παραπέμπουν στο αίμα και στο πένθος για τον ποντιακό ξεριζωμό.
Παράλληλα, το ορφανοτροφείο «Αριστοτέλης» στην Καλαμαριά, λειτούργησε από το 1926 έως το 1983, παρέχοντας στέγη και φροντίδα σε ορφανά και άπορα παιδιά. Ιδρύθηκε αρχικά ως «Άσυλο Αλητοπαίδων» κοντά στα «Κτηνοτροφικά» και αποτέλεσε ιστορικό τοπόσημο της περιοχής.
Η πορεία του ορφανοτροφείου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία του Απόλλωνα καθώς κάθε Κυριακή έσπευδαν στα γήπεδα της Θεσσαλονίκης για να παρακολουθήσουν τους αγώνες του. Πολλά παιδιά μάλιστα του «Αριστοτέλη» έγιναν μετέπειτα μέλη της ομάδας με μεγάλη επιτυχία όπως οι Μηταριώτης, Ρατσίσκας, Μανταμαδιώτης, Ελευθεριάδης κ.α.

Χάρρυ Κλυνν – Το χιούμορ που γεννήθηκε από την αντίφαση
Αν υπάρχει μια φιγούρα που συμπυκνώνει τη διαδρομή από τη δυσκολία στην αυτογνωσία, αυτή είναι ο Χάρρυ Κλυνν, κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Καλαμαριά, κουβάλησε μέσα στη σάτιρά του όλη την ελληνική μεταπολεμική αντίφαση: φτώχεια και φιλοδοξία, επαρχιωτισμό και μεγαλείο, λαϊκότητα και κριτική ματιά.
Το χιούμορ του δεν ήταν ελαφρύ. Ήταν κοινωνικό σχόλιο. Ίσως γιατί μεγάλωσε σε μια περιοχή που έμαθε να βλέπει τις αντιθέσεις κατάματα. Η Καλαμαριά τον διαμόρφωσε, όπως και εκείνος — με τον τρόπο του — επέστρεψε κάτι πίσω: μια φωνή που έδειχνε ότι μπορείς να γελάς με όσα σε πλήγωσαν χωρίς να τα ξεχνάς. Υπήρξε και εμβληματικός πρόεδρος του Απόλλωνα, εξ ου και το γήπεδο έχει το όνομά του.

Προσωπικότητες που επίσης από το πολιτικό μετερίζι θεωρούνται εμβληματικές για τον τόπο είναι ο δήμαρχος και αγωνιστής της Αριστεράς, Μενέλαος Αλεξιάδης, αλλά και ο διάδοχός του Θρασύβουλος Λαζαρίδης, που από τις αρχές του ’80 συνετέλεσε στην ανάπτυξη της περιοχής.
Από τη λάσπη στη μνήμη
Η Καλαμαριά σήμερα δεν θυμίζει σε τίποτα την ακατοίκητη γη που υποδέχτηκε πρόσφυγες με τον άνεμο και τη σκόνη ως μοναδικούς «οικοδεσπότες». Δεν θυμίζει τα αντίσκηνα, ούτε τις παράγκες, ούτε τις λάσπες των Τσαμουριών. Οι δρόμοι είναι ασφαλτοστρωμένοι, τα σπίτια πολυώροφα, τα καφέ γεμάτα φωνές. Πίσω από όλα αυτά όμως υπάρχει η σιωπή των απολυμαντηρίων, οι χαμένες πατρίδες που δεν μπήκαν ποτέ σε τίτλους ιδιοκτησίας αλλά έμειναν σε τραγούδια. Υπάρχουν οι αυλές όπου η φτώχεια έγινε κοινό τραπέζι. Υπάρχει η περηφάνια που χτίστηκε αργά, με δουλειά, με επιμονή, με το πείσμα να μην είσαι για πάντα «ο πρόσφυγας», αλλά ο κάτοικος, ο πολίτης, ο άνθρωπος αυτού του τόπου.
Η Καλαμαριά δεν είναι απλώς μια από τις top συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Είναι ένα παράδειγμα του πώς μια τραυματική μετακίνηση πληθυσμού μετατρέπεται σε ταυτότητα. Πώς η απώλεια γίνεται ρίζα. Από τα Τσαμούρια μέχρι την παραλία, από τις παράγκες μέχρι τις πολυκατοικίες, από την ανάγκη μέχρι τη διεκδίκηση.
Και αν σήμερα περπατήσεις στην πλατεία της ή στην παραλία της δύσκολα θα φανταστείς τη λάσπη που κάποτε υπήρχε. Θα δεις παιδιά να τρέχουν, παρέες να συζητούν, ηλικιωμένους να κοιτούν προς τη θάλασσα. Κάποιοι από αυτούς ίσως θυμούνται ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ. Άλλοι τις έμαθαν ως ψίθυρο από τους παππούδες τους.
Η Καλαμαριά του χτες δε ζητά νοσταλγία. Ζητά μνήμη. Άλλωστε, μόνο όταν θυμάσαι από πού ξεκίνησες, καταλαβαίνεις πραγματικά πού βρίσκεσαι.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο όμορφο κομμάτι της ιστορίας της Καλαμαριάς.
Ότι μέσα από τη λάσπη κατάφερε να κοιτάζει τη θάλασσα χωρίς να ξεχνά το χώμα.
Η αρχαία ταυτότητα της Καλαμαριάς
Πολύ πριν η περιοχή κατοικηθεί κυρίως από πρόσφυγες, σε μία έκταση στην περιοχή της Καλαμαριάς, στο σημερινό στρατόπεδο Κόδρα, ανακαλύφθηκε πως υπήρχε οικισμός που προϋπήρχε της ίδρυσης της Θεσσαλονίκης. Ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από τους Κωνσταντίνο Ρωμαίο και Μιχάλη Τιβέριο, που προσδιόρισε τη συγκεκριμένη περιοχή ως την Αλία Θέρμη, την παραλία, το επίνειο της Θέρμης. Ίσως πρόκειται για την αρχαία Θερμαϊδα του 3.000 πΧ της οποίας, μάλιστα, οι κάτοικοί ήταν θαρραλέοι και κατέβαιναν στην Κρήτη με βάρκες για να πάρουν κρασί, καθώς έχουν βρεθεί βρέθηκαν αμφορείς. Ο χώρος έχει χαρακτηριστεί ως αρχαιολογικός, έχουν βρεθεί αρχαιότητες και κτερίσματα. Οι Αγγλογάλλοι που στρατοπέδευαν εκεί στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, όμως, είναι πιθανό, να έχουν ανασκάψει και να έχουν πάρει αντικείμενα αξίας.
11 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ
1. Καλαμαριά-Γιάννης Πουλόπουλος (Μουσική/Στίχοι: Κουγιουμτζής Σταύρος/Μαργαρίτης Θ)
2. Καλαμαριά-Ρένα Κουμιώτη (Μουσική/Στίχοι: Σουρμαΐδης Γρηγόρης/ Καλαμαριώτης Γιώργος)
3. Της Καλαμαριάς τ’ αγόρια-Αλέκα Μαβίλη (Μουσική/Στίχοι: Γλέζος Γιάννης/Κινδύνης Κώστας)
4. Εγώ είμαι απ΄την Καλαμαριά (Μουσική/Στίχοι: Τσερέλης Β./Μπαλαμπανίδης Χρ./ Κλεφτογιώργος Γ.)
5. Πήρε φωτιά η Καλαμαριά-Μανώλης Αγγελόπουλος (Μουσική/Στίχοι: Κουγιουμτζής Σταύρος/Μαργαρίτης Θ)
6. Όμορφη Θεσσαλονίκη-Τσαουσάκης Πρόδρομος & Ρένα Ντάλλια & Αθανάσιος Γιαννόπουλος (Μουσική/Στίχοι: Τσιτσάνης Βασίλης)
7. Εδώ δεν είναι Σαλονίκη-Γιώργος Νταλάρας (Μουσική/Στίχοι: Νικολόπουλος Χρήστος/ Χαψιάδης Λευτέρης)
8. Θεσσαλονίκη-Γιάννης Κούτρας (Μουσική/Στίχοι: Μικρούτσικος Θάνος/ Καββαδίας Νίκος)
9. Είμαι μάγκας-Δημήτρης Μητροπάνος (Μουσική/Στίχοι: Κουγιουμτζής Σταύρος/ Τεάζης Λάκης)
10. Στο Λευκό Πύργο-Ζαμπέτας Γιώργος (Μουσική/Στίχοι: Ζαμπέτας Γιώργος/Φιλέρης Ξενοφών)
11. Μοναξιά-Κατερίνα Γώγου (Μουσική/Στίχοι: Κυριάκος Σφέτσας Κατερίνα Γώγου)
