Θεσσαλονίκη

Mεγάλοι έρωτες στη Θεσσαλονίκη

Μυθικοί έρωτες της πόλης.

Κύα Τζήμου
mεγάλοι-έρωτες-στη-θεσσαλονίκη-168090
Κύα Τζήμου

Ως ερωτική πόλη “διαφημίζεται” η Θεσσαλονίκη και αυτό είναι ένα απ΄τα επίθετα που τη συνοδεύει που μάλλον μας έχουν κολλήσει οι εξωτερικοί θεατές και επισκέπτες της πόλης. Εμείς πάλι οι Θεσσαλονικείς μάλλον σαν καλαμπούρι το έχουμε. Ένα προσωνύμιο που το αναφέρουμε λίγο με ειρωνεία όταν όλα αυτά που θα έπρεπε να προχωρούν μπροστά σ΄αυτήν την πόλη χρονίζουν ακίνητα. Μας έμεινε ο έρωτας λοιπόν. Και καθώς σε λίγες μέρες θα εορταστεί μετά κόκκινων καρδιών και αρκούδων ο ξενόφερτος Άγιος του Έρωτα, εμείς θυμόμαστε μεγάλους έρωτες που σημάδεψαν την φυσιογνωμία της πόλης, τότε που αυτός ο Άγιος ήταν άγνωστος εδώ. Μερικοί συνδεδεμένοι με εμβληματικά κτίρια της πόλης. Άλλοι με τραγούδια και άλλοι με ποιήματα και βιβλία.

Βασίλης Τσιτσάνης – Ζωή Σαμαρά

zeygariΚατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942-1946) έστησε ένα δικό του μαγαζί, το ‘Ουζερί ο Τσιτσάνης’ στην οδό Παύλου Μελά 22. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, όπως την “Συννεφιασμένη Κυριακή”. Τον Ιούλιο του 1942 παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά με καταγωγή από τα Γρεβενά, όντας αρραβωνιασμένοι επί 19 μήνες. Κουμπάρος ήταν ο κολλητός του Τσιτσάνη, Νικόλαος Μουσχουντής, διοικητής Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, αλλά και θαυμαστής του ρεμπέτικου. Απέκτησαν δυο παιδιά, τη Βικτώρια και τον Κώστα.

Γιώργος Βαφόπουλος – Ανθούλα Σταθοπούλου

VAFOPOULOS-1924-horz

«Η Ανθούλα τώρα με γερμένο το κεφάλι της μιλούσε με το θάνατο. Στεκόμουν στη μέση της κάμαρας, τρελός μέσα στην απελπισία μου….

Δεκάξι του μηνός Απριλίου Αγάπης, Ειρήνης, Χιονιάς, μαρτύρων. Εν αγάπη μένε Εν ειρήνη αναπαύσου. Λευκότερα χιόνος

Ένα πάθος είχε πεθάνει», γράφει ίδιος ο Βαφόπουλος όταν έχασε τον μεγάλο του έρωτα, πριν προλάβει ο χρόνος να τον φθείρει στο παραμικρό. Ο Γιώργος Βαφόπουλος γνωρίστηκε με την 15χρονη (τότε) Ανθούλα Σταθοπούλου, το 1924 και την παντρεύτηκε το 1931. Εκείνος τότε ήταν 28 χρονών κι εκείνη 22. Σε ηλικία 26 ετών, το 1935, πέθανε από φυματίωση η ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου. Φοίτησε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο και στη Γαλλική Σχολή Καλογραιών. Για σύντομο χρονικό διάστημα εργάστηκε στη Δημαρχία Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια στράφηκε στο θέατρο και γράφτηκε Δραματική Σχολή του Ωδείου της πόλης. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις στίχων της σε λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας (Μακεδονικές Ημέρες, Νέα Αλήθεια, Νέα Εστία κ.α.). Το 1932 κυκλοφόρησε η πρώτη και μοναδική της ποιητική συλλογή με τίτλο Νύχτες αγρύπνιας, ενώ τα δύο έργα της για το θέατρο (“Ντίνα Πέλλη” και “Την τελευταίαν στιγμή”) παραστάθηκαν από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη. Το έργο της συγκεντρώθηκε σε έναν τόμο με τον τίτλο Έργα από το σύζυγό της και με πρόλογο Γρηγορίου Ξενόπουλου. Ένα ενδιαφέρον σημείο της ιστορίας αυτής είναι η χρησιμοποίηση ενός τετράστιχου απ΄τα ποιήματά της σε διάσημο τραγούδι του Τσιτσάνη.

Μπορεί να με πλανέψουν κι άλλες ακρογιαλιές και δειλινά, κι αγάπες, να βρω πιο μεγάλες, σκλάβα σ’ αυτές παντοτεινά (1933)

Σε εκπομπή της ΕΡΤ ο κος Ντίνος Χριστιανόπουλος δήλωσε σχετικά ότι όταν ο Τσιτσάνης έμεινε στο σπίτι που έμενε η Ανθούλα Βαφοπούλου, βρήκε τα ανέκδοτα ποιήματά της και από αυτά χρησιμοποίησε κάποια στα τραγούδια του.

Μπορεί να τό ‘χουν πλανέψει ακρογιαλιές δειλινά και σκλαβωμένη κρατάνε για πάντα τη δόλια καρδιά,

τραγουδούσε η Στέλλα Χασκίλ στην πρώτη ηχογράφηση του «Ακρογιαλιές δειλινά» το 1948. Χρόνια αργότερα, το 2004, τέθηκε ως θέμα η πατρότητα του τραγουδιού και σχολιάστηκε αλλά κανείς δεν «κυνήγησε» (και πολύ σωστά) περαιτέρω το θέμα.

Σπύρος Αλιμπέρτης – Αλίνη Φερνάντεζ

f3b735e3300faff0e348331a5413d4d3_XL Ίσως η πιο γνωστή ιστορία της πόλης. Συνδεδεμένη άρρηκτα με μια από τις ωραιότερες επαύλεις της Παλιάς Συνοικία των Εξοχών. Το απόλυτο ρομάντζο της εποχής. Η Κάζα Μπιάνκα έγινε ακόμη πιο διάσημη χάρις στον έρωτα που τη σφράγισε. Ο ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού Σπύρος Αλιμπέρτης γνωρίζει στο βαγόνι του τραμ την Αλίνη. Σύμφωνα με τον μύθο που κυκλοφορεί ευρέως, η Αλίνη λιποθυμάει από τη ζέστη, ο Σπύρος της παρέχει τις πρώτες βοήθειες και την κουβαλάει αγκαλιά σπίτι της. Έρωτας κεραυνοβόλος και κόντρα σε όλο το κοινωνικό κατεστημένο. Χριστιανός με Εβραία; Αδύνατον. Οι δύο ερωτευμένοι κλέβονται και πάνε Αθήνα, όπου παντρεύονται τελικά σε ουδέτερο τόπο… σε Καθολική Εκκλησία. Και μετά μετακομίζουν στο Παρίσι. Τελικά η καρδιά του πατέρα Ντίνο Φερνάντεζ μαλακώνει και τελικά τους δέχεται πίσω. Ξέρει και ο ίδιος από μεγάλους έρωτες. Η βίλα που διαμένουν είναι αφιερωμένη και γαμήλιο δώρο στη λατρεμένη του σύζυγο, την Μπιάνκα σε σχέδια του μεγαλύτερου Αρχιτέκτονα της εποχής στην Θεσσαλονίκη, του Πιερό Αριγκόνι και στέγη της οικογένειας Φερναντέζ από το 1912. Το «αμαρτωλό» ζευγάρι επιστρέφει στη μισογκρεμισμένη βίλα, μετά τον Β’ Π. Π. Φεύγουν και οι δύο από τον μάταιο τούτο κόσμο την ίδια χρονιά, το 1960. Μετά τον θάνατο του ζευγαριού, η βίλα περνάει στην οικογένεια Μαλάχ κι αργότερα στην οικογένεια Τριάρχου. Η αποκατάσταση του κτιρίου ολοκληρώνεται το 1997 (Πολιτιστική Πρωτεύουσα), υπό την επίβλεψη του καθηγητή Ν. Μουτσόπουλου. Σήμερα, ανήκει στον Δήμο Θεσσαλονίκης και λειτουργεί ως Δημοτική Πινακοθήκη.

Δημήτρης Ιωαννίδης Τσακιρντέκης – Ευτυχία

392_0
Ο Πύργος της Ευτυχίας από τον κήπο της οικίας Χασά Ασίζ Καπαντζή την εποχή που στέγαζε τα εκπαιδευτήρια Αγλαϊάς Σχινά (περιοχή Ανάληψη)

Ο Κόκκινος Πύργος ή Πύργος της Ευτυχίας μου (Chateau mon Bonheir) ρημάζει εδώ και χρόνια πάνω στην Βασ. Όλγας. Είναι το παλαιότερο σωζόμενο κτίριο, από την παλιά Συνοικία των Εξοχών αλλά οι πολλοί κληρονόμοι δεν αφήνουν περιθώρια εξέλιξης στο θέμα αποκατάστασής του. Το όνομα του σπιτιού φαίνεται ότι σίγουρα κάποιοι στέγασαν εκεί την ευτυχία τους. Η παραπομπή είναι διπλή όμως και αφορά και στην ευτυχία που ένιωθε αναμφίβολα ο ιδιοκτήτης αλλά και επειδή η Ευτυχία με το όνομα ήταν  ο μεγάλος έρωτας και σύζυγος του Δημήτρη Ιωαννίδη Τσακιρντέκη από την Σιάτιστα. Για αυτήν την αγόρασε ο Ιωαννίδης,το 1895, από τους Δημ. Γιοβαννό και Γ. Μιχαήλ, ενώ η χρονολογία κατασκευής είναι από το 1890 σε σχέδια του Φρεντερίκ Σαρνό και αρχικό ιδιοκττη τον Δειράν Αβδουλάχ. Ο ερωτευμένος σύζυγος τοποθέτησε στην εξώπορτα επιγραφή με τη φράση: ‘Πύργος η Ευτυχία μου’ (Châteaumonbonheur), σφραγίζοντας για πάντα τον δεσμό του Πύργου με την καλή του.  Για λόγους που δεν γνωρίζουμε πάντως μαρτυρία του 1913 αναφέρει ότι τον Πύργο μισθώνει η Οικογένεια Ευγενίδου. (Πηγή: Η Θεσσαλονίκη εκτός των τειχών του Βασίλη Κολώνα, εκδ. University Studio Press). Δεν ήταν τελικά και τόσο ασυνήθιστο να δίνουν οι πλούσιοι σύζυγοι της εποχής στις επαύλεις του τα ονόματα των ωραίων γυναικών που παντρεύονταν. Να μνημονεύσουμε και την περίφημη Βίλλα Ίντα (1890) που κατεδαφίστηκε το 1960 και έδωσε της θέση της στο κτίριο του Ιταλικού Μονοπωλίου καπνού (Όλγας με Φλέμινγκ). Η Ίντα ήταν σύζυγος του πάμπλουτου τραπεζίτη Λεβή Σαούλ Μοδιανό και διάσημη καλλονή της εποχής.