Θεσσαλονίκη

Οδογραφίες: Ιουστινιανού, αλλεπάλληλα στρώματα ιστορίας μήκους 500 μέτρων

Στην Οθωμανική Θεσσαλονίκη υπήρχε ένα χιλιόμετρο δρόμου στο κέντρο της πόλης, αρκετό για να διασχίσει ταυτόχρονα πέντε συνοικίες, τρεις εθνότητες και μερικούς αιώνες

Σοφία Δημουλά
οδογραφίες-ιουστινιανού-αλλεπάλληλ-1449896
Σοφία Δημουλά

Στην Οθωμανική Θεσσαλονίκη υπήρχε ένα χιλιόμετρο δρόμου στο κέντρο της πόλης, αρκετό για να διασχίσει ταυτόχρονα πέντε συνοικίες, τρεις εθνότητες και μερικούς αιώνες: Από τη Λέοντος Σοφού ως την Αγίας Σοφίας, η πρώτη παράλληλη οδός πάνω από την Εγνατία.

Από τα δυτικά, άρχιζε από τις μουσουλμανικές συνοικίες Kara Ηaci Oglu, Balat και Hamza Bey όπου λεγόταν Abdi Hafiz Mektebi (σχολείου του Abdi Hafiz) και Atik Postahane (παλαιού ταχυδρομείου). Συνεχίζοντας στη μοναδική εβραϊκή συνοικία βόρεια της Εγνατίας, τη Rogos, λεγόταν Yanik Cinar (καμένου πλάτανου) και Bedaron Havrasi (της συναγωγής Beth Aron). Και σταματούσε στη χριστιανική συνοικία του Αγίου Νικολάου, μια από τις πολυπληθέστερες ελληνικές γειτονιές, όπου ονομαζόταν Klisa (εκκλησίας). Πέντε ονόματα, ένας δρόμος. Κάθε εθνότητα τον ονόμαζε με βάση αυτό που έβλεπε η ίδια — το σχολείο, το ταχυδρομείο, τη συναγωγή, την εκκλησία. Ο δρόμος δεν ήταν προορισμός, ήταν το σκηνικό μιας παράλληλης επιβίωσης.

Το 1914, με την ελληνική ονοματοδοσία, ο δρόμος απέκτησε ενιαίο όνομα: Πτολεμαίων. Πιθανώς επειδή δυτικά της οδού είχε εντοπιστεί — ή υπήρχε ήδη η υποψία — το Σεραπείο, ναός αφιερωμένος στον αιγυπτιακό θεό Σέραπι, που αποκαλύφθηκε επίσημα μετά την πυρκαγιά του 1917. Σέραπις και Πτολεμαίοι πάνε πακέτο στην ιστορία — η λατρεία του θεού ιδρύθηκε από τη δυναστεία τους στην Αλεξάνδρεια. Το όνομα ταίριαζε ιδανικά με την αρχαιολογική φαντασία της εποχής.

Για την εποχή που αναφερόμαστε, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, η επιλογή του ονόματος δεν ήταν μια απλή γραφειοκρατική πράξη, αλλά μια βαθιά ιδεολογική εισβολή στον αστικό ιστό. Ο δρόμος έπαψε να ορίζεται περιγραφικά από το «τι είναι» (ένα σχολείο, μια συναγωγή) και άρχισε να ορίζεται ιστορικά από το «τι οφείλει να θυμίζει». Ήταν μια προσπάθεια επιβολής μιας μακράς ελληνικής συνέχειας πάνω σε ένα πολυπολιτισμικό παρόν. Η Μακεδονική δυναστεία ερχόταν να πάρει την εκδίκησή της από την Οθωμανική διοίκηση, ανακαταλαμβάνοντας τον χώρο μέσα από τις λέξεις.

Τρία χρόνια αργότερα, η πυρκαγιά του 1917 έκανε ένα βίαιο format στον χάρτη της περιοχής, αφανίζοντας το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου.

Το δυτικό τμήμα καταργήθηκε και ό,τι απέμεινε μετονομάστηκε σε Ιουστινιανού το 1923. Η επιλογή του Βυζαντινού αυτοκράτορα ήταν το τελειωτικό χτύπημα στη μνήμη του οθωμανικού και εβραϊκού παρελθόντος: ο Ιουστινιανός επιστρατεύτηκε για να «σβήσει» οριστικά την οθωμανική κυριαρχία. Βυζάντιο – Οθωμανική αυτοκρατορία, 1- 0. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο ίδιος δρόμος πέρασε από τρεις ιστορικές αφηγήσεις: οθωμανική, ελληνιστική και βυζαντινή.

Το όνομα «Πτολεμαίων» ταξίδεψε νοτιότερα, σε μια νέα χάραξη της καμένης περιοχής. Ο δρόμος μετακινήθηκε, το όνομα επέμεινε, ο συμβολισμός έμεινε όρθιος.

Η περιοχή γύρω από την οδό Ιουστινιανού στις αρχές του 20ου αι. (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Ως την πυρκαγιά του 1917 η Ιουστινιανού, ο παλιός δρόμος με το καινούριο όνομα, ευρισκόμενος στο κέντρο της πόλης λειτουργούσε ως κοινωνικός μεσολαβητής. Οι μουσουλμανικές συνοικίες του κέντρου λειτουργούσαν ως φράγμα ανάμεσα στις χριστιανικές και τις εβραϊκές περιοχές. Στη συνοικία Balat έμεναν πολλοί επιφανείς και εύποροι Ντονμέδες (εξισλαμισθέντες Εβραίοι), που ανήκαν στην ελίτ της πόλης. Καμιά σχέση με τους φτωχούς ομοθρήσκους τους που ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας σε ανήλια σπίτια νότια της Εγνατίας. Στη συνοικία του Αγίου Νικολάου έμεναν πλούσιοι Χριστιανοί, πολλοί εκ των οποίων σημαντικοί έμποροι. Ο δρόμος περνούσε μέσα από όρια που δεν ήταν πάντα ορατά, αλλά ήταν υπαρκτά.

Πλέον, μετά τις πολύχρονες ρυμοτομικές μεταβολές, η Ιουστινιανού εκτείνεται από την Ι. Δραγούμη ως την Πλάτωνος – με ένα μεγάλο κενό ενδιάμεσα, τον χώρο της Πλατείας Δικαστηρίων. Σε σχέση με τον αρχικό άξονα της παλιάς Πτολεμαίων, το λειτουργικό της μήκος είναι κάτι παραπάνω από 300 μέτρα – και όπως θα δούμε, αυτή δεν είναι η μόνη δραματική αλλαγή στον χαρακτήρα της οδού.

Στην αρχή της, περίπου στο σημείο Ι. Δραγούμη και Ιουστινιανού, υπήρχε η «Σχολή Θηλέων Alliance», το Παρθεναγωγείο, το οποίο άρχισε να λειτουργεί το 1874, μόλις έναν χρόνο μετά την ίδρυση του πρώτου σχολείου (αρρένων) της Alliance Israelite Universelle. Για την εποχή του ήταν μια εξαιρετικά προοδευτική πρωτοβουλία και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Κατά το πρώτο έτος οι εγγεγραμμένες μαθήτριες ήταν 186 ενώ πριν το 1917 είχαν φτάσει πάνω από 600. Το κτίριο κάηκε ολοσχερώς το 1917.

Μαθήτριες της Σχολής θηλέων Alliance το 1916 κατά την επίσκεψη ξένων δημοσιογράφων (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Και ακριβώς απέναντι από το Παρθεναγωγείο, βρισκόταν το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης.

Το 1887 ο Δήμος Θεσσαλονίκης αγόρασε «την μεγαλοπρεπή οικοδομήν την επί ενοικίω κρατουμένην μέχρι τούδε υπό του Αυστριακού Προξενείου» για να μετεγκατασταθούν όλες οι υπηρεσίες του Δήμου. Μέχρι τότε το Δημαρχείο στεγαζόταν «σε στενόχωρο και λίαν ακατάλληλο κατάστημα» σε κτίριο που βρισκόταν στην Εγνατία, απέναντι από το Χάμζα Μπέη τζαμί (Αλκαζάρ).

Το νέο κτίριο βρισκόταν στο δυτικό άκρο της Ιουστινιανού με Ι. Δραγούμη. To Δημαρχείο, ο λεγόμενος “μπελεδιές” (Belediye: Δημαρχία) παρέμεινε εκεί μέχρι την καταστροφή του το 1917, πριν αρχίσει την περιπλάνησή του ανά την πόλη.

Το κτίριο του Δημαρχείου Θεσσαλονίκης από το 1887 ως την πυρκαγιά του 1917 (Αρχείο Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης)
Το κτίριο του Δημαρχείου μετά την πυρκαγιά του 1917 (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Μετά από 40 χρόνια, το Δημαρχείο επέστρεψε στην οδό, στο κτίσμα που ήταν γνωστό για αιώνες ως Καραβάν Σαράι, σημείο αναφοράς στο κέντρο της πόλης για αιώνες – όχι πάντα με θετικό πρόσημο.

Χτίστηκε στα τέλη του 15ου αι. ως χάνι, βόρεια από το τζαμί του Χάμζα Μπέη. Ήταν ένα τεράστιο διώροφο συγκρότημα με εσωτερική αυλή, ποτίστρα για τα υποζύγια στο ισόγειο και δωμάτια για τους ταξιδιώτες στους ορόφους. Καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο μεταξύ των οδών Βενιζέλου – Ιουστινιανού – Βαμβακά – Ρέμπελου. Στο πρώτο μισό του 19ου αι. ονομαζόταν Yamaklar Hanı. Λόγω του μεγέθους του, το 1834 προτάθηκε η μετατροπή του σε στρατώνα, προοπτική που τελικά απορρίφθηκε επειδή θα απαιτούνταν η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων νερού (δυσεύρετο αγαθό τότε) για τη διαμονή των στρατιωτών και επίσης δεν υπήρχαν οι απαραίτητοι χώροι εκπαίδευσης για τον οθωμανικό στρατό.

Συνέχισε να λειτουργεί ως πανδοχείο αλλά με φθίνουσα πορεία. Στις αρχές του 20ου αι. ήταν ήδη σε κακή κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε με την πυρκαγιά του 1917. Συνεχίζοντας να καταρρέει, κατά την διάρκεια του Εμφύλιου αποτέλεσε καταφύγιο για πολλές οικογένειες από χωριά της Μακεδονίας, σε μια Ελλάδα που επίσης κατέρρεε. Παρά την κακή κατάσταση του κτίσματος, στις αρχές της δεκαετίας του 1930 στην ταράτσα του λειτουργούσε ο θερινός κινηματογράφος Καραβάν Σαράι.

Το κτίριο αποκαταστάθηκε τη δεκαετία του 1950 και από το 1958 στέγασε το Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης μέχρι το 2009. Το 1983 ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο της πόλης. Σήμερα η βασική χρήση του κτιρίου είναι ως χώρος parking.

Με απλά μαθηματικά, βλέπουμε ότι από το 1869 που ιδρύθηκε ο Δήμος Θεσσαλονίκης, οι Δημοτικές Υπηρεσίες της πόλης βρισκόταν στον συγκεκριμένο δρόμο για 80 χρόνια!

Το Καραβάν Σαράι ήδη φθαρμένο το 1916. (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)
Το ερειπωμένο Καραβάν Σαράι το 1926, ανάμεσα στα νεοαναγειρόμενα κτίρια της περιοχής. (Πρακτικά του ετήσιου συνεδρίου «Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και την Θράκη, 2007»)

Το οθωμανικό Bey hamam (κάτι παλιό), το παροπλισμένο Καραβάν Σαράι – Δημαρχείο (κάτι δανεικό), το σύγχρονο μετρό (κάτι καινούριο) και το γαλάζιο του ουρανού, όλα σε ένα πλάνο.

Φωτογραφία από το.Facebook group «Άγνωστη Θεσσαλονίκη»

Δίπλα στο Καραβάν Σαράι, στη γωνία Βενιζέλου με Ιουστινιανού, στον μεσοπόλεμο καταγράφτηκε το αιματηρό προοίμιο του Μάη του 1936. Στις 15 Φεβρουαρίου 1933 στο Ενωτικό (ή Κομμουνιστικό σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής) Εργατικό Κέντρο που βρισκόταν στο μέγαρο Σαλτιέλ., μία βίαιη προσπάθεια της αστυνομίας να διαλύσει προεκλογική συγκέντρωση εργατών κατέληξε σε μακελειό. Επτά εργάτες νεκροί. Τρία χρόνια αργότερα η πόλη θα ζούσε τις μεγάλες εργατικές εξεγέρσεις του 1936.

Εφημερίδα ΦΩΣ (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Μετά τη Βενιζέλου η Ιουστινιανού διέσχιζε την εβραϊκή συνοικία Rogos η οποία καταλάμβανε όλη την περιοχή της σημερινής πλατείας Δικαστηρίων, από την Εγνατία ως την Φιλίππου. Αν και ήταν εβραϊκή συνοικία, περιλάμβανε μεγάλο πολιτισμικό κομμάτι της ιστορίας της πόλης που αφορούσε όλες τις εθνότητες: τρεις συναγωγές, την Παναγία Χαλκέων ως Καζαντζιλάρ τζαμί (το τζαμί των χαλκωματάδων), το Bey hamam και, το χαμένο ελληνιστικό μνημείο της Θεσσαλονίκης, τις Μαγεμένες (Incantadas).

Η συνοικία Rogos στις αρχές του 20ου αι. (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Las Incantadas, Sureth maleh (μορφές αγγέλων), Είδωλα: μια ονομασία για κάθε εθνότητα της Θεσσαλονίκης, για τις οκτώ αγαλμάτινες φιγούρες που ως το 1864 ατένιζαν την πόλη πάνω σε μια διώροφη κιονοστοιχία που βρισκόταν σε ένα εβραϊκό σπίτι. Ο Διόνυσος, η Αριάδνη, η Λήδα, ο Γανυμήδης, η Αύρα, η Νίκη, ένας Διόσκουρος και μια Μαινάδα, όλες οι μορφές σε φυσικό μέγεθος, αποτελούσαν βασικό αξιοθέατο της Θεσσαλονίκης για αιώνες, καθώς χρονολογούνται πριν από τον 5ο μ.Χ. αι., πιθανά ως τμήμα στοάς ενός συγκροτήματος λουτρού – γυμνασίου. Μέχρι που ο ξύπνιος Γάλλος παλαιογράφος Εμανουέλ Μιλέρ, για λογαριασμό του Ναπολέοντα Γ’ και με τη συναίνεση του Σουλτάνου τις ξερίζωσε από τον φυσικό τους χώρο και τις μετέφερε στην πιο πολιτισμένη τότε Ευρώπη.

Έκτοτε, τα πρωτότυπα αγάλματα αναπαύονται στο Λούβρο, τα αντίγραφα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και οι σχετικές ιστορίες και οι θρύλοι συνεχίζουν να αναπαράγονται ευχάριστα.

Οι Μαγεμένες στην αυλή του σπιτιού. Λιθογραφία του 1762 από το βιβλίο «The Αntiqvities of Athens»
Τα αντίγραφα των Μαγεμένων στην αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης

Μετά την πυρκαγιά του 1917 όλη η περιοχή εκατέρωθεν της Ιουστινιανού που αποτελούσε τον κεντρικό δρόμο της συνοικίας Rogos, αποψιλώθηκε. Η άδεια έκταση έγινε ιδανικό μέρος για να στεγαστούν προσωρινά εκατοντάδες πυρόπληκτοι αρχικά, και στη συνέχεια και οι πρόσφυγες μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Ελλείψει πολεοδομικού σχεδιασμού, η προσωρινή διαμονή μονιμοποιήθηκε για χρόνια, δημιουργώντας έναν μεγάλο καταυλισμό από ξύλινα αυτοσχέδια παραπήγματα που διατηρήθηκαν ως τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Η Ιουστινιανού παρέμεινε χωματόδρομος για χρόνια και η περιοχή παραγκούπολη, όπου με κάθε βροχή μετατρεπόταν σε λασποχώρι.

Τα παραπήγματα στον χώρο της πλατείας Δικαστηρίων. Πλάνο από video του Arnold Kühnemann, με τίτλο “Kalabaka -Die Geheimnisse des unbekannten Europas” την περίοδο 1930-31

Στη γύρω περιοχή είχαν ήδη αρχίσει να υψώνονται τα πρώτα μέγαρα του μεσοπολέμου. Σε ένα από αυτά, σε σχέδια του ονομαστού αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη, γεννήθηκε κι έζησε ο γιατρός και ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, στη γωνία Ιουστινιανού – Μητροπολίτου Γενναδίου.

Το σπίτι του Μανόλη Αναγνωστάκη σήμερα (Facebook group «Άγνωστη Θεσσαλονίκη»)
Το σπίτι του Μανόλη Αναγνωστάκη σήμερα (Facebook group «Άγνωστη Θεσσαλονίκη»)

Την ίδια χρονική περίοδο ο χώρος ονομαζόταν Πλατεία Δημαρχίας, αποτυπώνοντας την πρόταση Εμπράρ για άλλη μια μνημειακή πλατεία, συνέχεια της Αριστοτέλους, όπου θα κατασκευαζόταν Δημαρχείο, Δικαστήρια και άλλα δημόσια κτίρια. Η ονομασία παρέμεινε ως τη δεκαετία του 1960, οπότε μάλλον έγινε σαφές ότι δεν πρόκειται να ανεγερθεί Δημαρχείο, οπότε και το όνομα άλλαξε σε Πλατεία Δικαστηρίων (παρά το ότι ουδέποτε ανεγέρθηκαν δικαστήρια) – ίσως για να υπάρχει έστω η ανάμνηση του σχεδίου Εμπράρ.

Μετά την πολύπαθη πλατεία άρχιζε η χριστιανική συνοικία του Αγίου Νικολάου, από τον ομώνυμο ναό που βρισκόταν στη γωνία των οδών Αγ. Νικολάου (σημερινή Μητροπολίτου Γενναδίου) και Πτολεμαίων (Ιουστινιανού). Ο Άγιος Νικόλαος έδωσε το όνομά του τόσο στη συνοικία όσο και στον μεγάλο κάθετο δρόμο, βυζαντινής χάραξης, που ξεκινούσε από την παραλία κι έφτανε ως την σημερινή Ολυμπιάδος. Το νέο ρυμοτομικό σχέδιο κυριολεκτικά τεμάχισε τον παλιό δρόμο. Απομεινάρια της παλιάς Αγ. Νικολάου είναι το ομώνυμο τμήμα πάνω από την Αγ. Δημητρίου που περνά από την Αίγλη, και η Μητροπολίτου Γενναδίου.

Η οδός Αγ. Νικολάου πριν την πυρκαγιά, σημερινή Μητροπολίτου Γενναδίου (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)
Τμήμα της παλιάς Αγ. Νικολάου παραμένει με το ίδιο όνομα δίπλα από το Γενή χαμάμ (σημερινή ΑΙΓΛΗ) (Facebook group «Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»)

Ο ναός ονομαζόταν Άγιος Νικόλαος ο Τρανός λόγω του μεγέθους του και για να διακρίνεται από τον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό. Πρώτη επίσημη αναφορά υπάρχει το 1406 με το όνομα Άγιος Νικόλαος Μεγάλος. Το 1864 (ναι, την ίδια χρονιά που ξενιτεύτηκαν οι παρακείμενες Μαγεμένες) έγινε ριζική ανακαίνιση του ναού. Ο ναός δεν έγινε ποτέ τζαμί και ήταν πάντα ιδιαίτερα σημαντικός για τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης, καθώς από το 1890 ως την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ήταν ο μητροπολιτικός ναός της πόλης.

Ο Άγιος Νικόλαος ο Τρανός μετά την πυρκαγιά (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Το Σχέδιο Εμπράρ δεν τον διατήρησε μετά την πυρκαγιά, αν και θα μπορούσε να επισκευαστεί. Παρέμεινε κατεστραμμένος για χρόνια, αξιοποιούμενος και αυτός από πρόσφυγες ως χώρος στέγασης. Ο παλιός ιστορικός ναός κατεδαφίστηκε τελικά για να χτιστεί το 1935 ο ομώνυμος ναός που υπάρχει σήμερα – και ο οποίος, παρά την εγγύτητα της θέσης, σε καμιά περίπτωση δεν είναι τρανός όπως ο προκάτοχός του.

Ο σημερινός ναός του Αγίου Νικολάου στη θέση του παλιού

Απέναντι από τον Αγ. Νικόλαο, το 1889 βρισκόταν το Προξενείο Γερμανίας και λίγο πιο κάτω το Προξενείο Ρωσίας, στη γωνία με Αγ. Σοφίας. Η εγκατάσταση των Προξενείων είναι δηλωτική της σημασίας της οδού Πτολεμαίων, καθώς εκείνη την εποχή οι περισσότεροι διπλωμάτες επέλεγαν να εγκατασταθούν στον Φραγκομαχαλά.

Στο τέλος της παλιάς οδού Πτολεμαίων με Αγ. Σοφίας βρισκόταν από το 1917 η έδρα της νεοσύστατης τότε υπηρεσίας «Ανωτάτη Διεύθυνσις Περιθάλψεως», για την περίθαλψη των εφέδρων, των θυμάτων πολέμου και μετέπειτα και των προσφύγων. Εκεί υπηρέτησε για κάποιο διάστημα και ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης. Από τον καταυλισμό της πλατείας Δικαστηρίων ως τη Διεύθυνση Περιθάλψεως, λίγα μέτρα δρόμος …

Η Ανωτάτη Διεύθυνσις Περιθάλψεως οικογενειών επιστράτων και προσφύγων (Φωτογραφικό αρχείο Ε.Λ.Ι.Α., επεξεργασία από Facebook group «Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»)

Επιστρέφοντας στο σήμερα, περπατάμε την Ιουστινιανού και βλέπουμε ένα ιστορικό χάνι, την κλινική Σαραφιανός, ένα εκκλησάκι και διάσπαρτα κτίρια του μεσοπολέμου που ξεκουράζουν το μάτι. Δεν ξέρουμε ότι έχουμε προσπεράσει 80 χρόνια δημαρχιακής δράσης, ένα παρθεναγωγείο, οχτώ αγάλματα που ξενιτεύτηκαν άκομψα, μια τρανή εκκλησία, δυο προξενεία. Στην φροντισμένη πλατεία υπήρξαν παραπήγματα, λάσπες, άστεγοι, προσδοκίες ανθρώπων που απάγκιασαν εκεί γιατί τα έχασαν όλα. Ο δρόμος που ένωνε σε ένα χιλιόμετρο μουσουλμάνους, Ντονμέδες, Εβραίους και χριστιανούς, θάφτηκε κάτω από την άσφαλτο. Η παλιά πόλη δεν μένει πια εδώ.

Η Ιουστινιανού τη δεκαετία του 1960 (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)
Μέγαρο Φωτοπούλου, Ι. Δραγούμη με Ιουστινιανού (Ιστότοπος https://thessarchitecture.wordpress.com/)

Τις υπόλοιπες Οδογραφίες της Σοφίας Δημουλά μπορείτε να τις βρείτε ΕΔΩ

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα