Οδογραφίες: Καθολικών, η μοναξιά των λεόντων
Πώς σε ογδόντα μέτρα δρόμο χωράνε ιστορίες αιώνων
Αν είσαι επισκέπτης στη Θεσσαλονίκη και περιπλανιέσαι γύρω από τη Βαλαωρίτου, μπορεί να βρεθείς στην Καθολικών χωρίς να το πολυκαταλάβεις — σχεδόν από αμέλεια. Μια στενή λωρίδα ασφάλτου με γυάλινα κτίρια γραφείων εκατέρωθεν, με τζάμια που θυμούνται καλύτερες μέρες. Σε κάποια από αυτά, διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Στα ισόγεια, υφάσματα: Βαπτιστικά, κεντήματα, πανιά, λευκά είδη. Σε τρία λεπτά βρίσκεσαι για καφέ στη Στοά Μαλακοπή. Στα ίδια λεπτά έχεις ήδη διασχίσει την Καθολικών.
Ογδόντα μέτρα δρόμου. Από το νεόκτιστο Elizabeth Boutique Hotel στη μία άκρη ως την εργοταξιακή περίφραξη στην άλλη. Φαρδιά πεζοδρόμια, δυσανάλογα με το πλάτος της οδού, αναρριχόμενες μονάδες κλιματιστικών, η μία πλευρά κατειλημμένη πλήρως από παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Άσφαλτος, γυαλί και γκράφιτι. Βαρετό. Καθημερινό. Εντελώς αναμενόμενο. Τι θα μπορούσε να είχε υπάρξει σ’ αυτόν τον δρόμο;
Ως την πυρκαγιά του 1917, αυτός ο δρόμος ήταν η ραχοκοκαλιά του Φραγκομαχαλά (Frenk mahallesi ή Quartier Franc), το VIP lounge κατά κάποιον τρόπο, της οθωμανικής Θεσσαλονίκης. Στενός και τότε, αλλά σχεδόν τριπλάσιος σε μήκος: ξεκινούσε από το φημισμένο ξενοδοχείο Κολόμπο, στη διασταύρωση με την Τύπου, και κατέληγε ως το ύψος της σημερινής Καποδιστρίου. Κατά μήκος της παλιάς οδού υπήρχαν πέντε από τα παλαιότερα χάνια της πόλης, ο τεράστιος κήπος του αρχοντικού Allatini (μετέπειτα Τράπεζα Θεσσαλονίκης) και οι εγκαταστάσεις των Αδελφών του Ελέους. Μια πυκνότητα ιστορίας ανά τετραγωνικό μέτρο που δεν επιβεβαιώνεται από τη σημερινή εικόνα.

Από το 1685, όταν ιδρύθηκε το Γαλλικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη, άρχισε σταδιακά η εγκατάσταση των Καθολικών, ή Δυτικών, ή Φράγκων, στην πόλη. Το 1750 στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν ήδη έξι ευρωπαϊκά προξενεία. Πρώτα οι Γάλλοι. Μετά Άγγλοι, Ιταλοί, Ολλανδοί, Αυστριακοί, Γερμανοί, Βέλγοι. Επιχειρηματίες, διπλωμάτες, υπάλληλοι προξενείων, Ιησουίτες μοναχοί, Αδελφές του Ελέους. Στα τέλη του 19ου αι. η ευρωπαϊκή παροικία αριθμούσε περίπου 10.000 μέλη και απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια. Δεν ήταν Οθωμανοί υπήκοοι, άρα δεν δεσμεύονταν από οθωμανικούς νόμους. Μπορούσαν να χτυπούν τις καμπάνες των εκκλησιών τους, να χτίζουν ψηλά σπίτια και να τα βάφουν σε ζωηρά χρώματα — πολυτέλειες απαγορευμένες για τους υπόλοιπους μη οθωμανούς κατοίκους. Ως τα μέσα του 19ου αι., μόνο στον Φραγκομαχαλά υπήρχαν διώροφα λιθόχτιστα σπίτια με τζάμια στα παράθυρα και βαμμένα παραθυρόφυλλα. Μια Δυτική πόλη μέσα στην Ανατολή.
Το οικοδομικό τετράγωνο μεταξύ των σημερινών οδών Τύπου – Καθολικών – Συγγρού – Φράγκων ήταν ο πυρήνας του Ευρωπαϊκού μικρόκοσμου: εκεί υπήρχε η Φραγκοκλησιά (ο ναός της Αμώμου Συλλήψεως της Θεοτόκου), το σχολείο των Αδελφών του Ελέους, το Γαλλικό Νοσοκομείο και το Γαλλικό Προξενείο. Ένα πλήρες ευρωπαϊκό σύμπαν δίπλα στο λιμάνι και την οθωμανική αγορά — ένας συμπυκνωμένος κόσμος που λειτουργούσε με τους δικούς του κανόνες, μέσα σε μια πόλη με τελείως διαφορετικούς.
Ωστόσο, ο ευρωπαϊκός χαρακτήρας του δρόμου δεν χρειαζόταν να επισημαίνεται και από το όνομά του: το οθωμανικό όνομα της οδού ήταν Tiano hani, η οδός που οδηγεί στο Τιάνο χαν. Απλό, περιγραφικό, χρηστικό – και συμβατό με την οθωμανική λογική ονοματοδοσίας όπου τα ονόματα των οδών επεσήμαναν τον τόπο προορισμού.
Αν και βρέθηκε εξ΄ολοκλήρου εντός της πυρίκαυστης ζώνης, η παλιά οδός διασώθηκε από την πυρκαγιά αλλά ακρωτηριάστηκε από την ανοικοδόμηση. Σταδιακά καταργήθηκε το ανατολικό τμήμα της και παρέμεινε μια μικρή λωρίδα δρόμου, από την Τύπου ως την Βηλαρά. Περίπου 200 μέτρα μήκος τότε. Περίπου 80 μέτρα σήμερα. Τα χαμένα μέτρα δεν είναι απλώς χώρος που χάθηκε — είναι ο χαρακτήρας του δρόμου που καταργήθηκε.
Οι ρυμοτομικές μεταβολές επεκτάθηκαν και στην ονοματολογία της οδού. Από το 1914, με την πρώτη επίσημη ελληνική ονοματοδοσία, καθιερώθηκε η ονομασία οδός Καθολικών, ως παραδοχή του ιστορικού χαρακτήρα της. Ωστόσο, μετά το 1917 το βόρειο πεζοδρόμιο σημειώνεται ως Καθολικών και το νότιο ως οδός Ιππότου Μποττώ — προς τιμή του François Marie Bottu, Γάλλου προξένου Θεσσαλονίκης από το 1817 ως το 1825. Ανάλογα με τις γαλλικές γνώσεις (και την ευσυνειδησία) του εκάστοτε γραφέα, το όνομα εμφανίζεται στα έγγραφα της εποχής ως «Μποττώ», «Μποτού» ή «Μποντώ». Άλλαζες διεύθυνση απλώς διασχίζοντας το οδόστρωμα. Αν έστελνες γράμμα σε κάτοικο της οδού, έπρεπε να γνωρίζεις ακριβώς σε ποιο πεζοδρόμιο έμενε. Βόρεια ή νότια. Καθολικών ή Μποττώ. Σα να μην έφτανε αυτό, το καταργημένο τμήμα της οδού είχε το δικό του όνομα: Bursa (ή Μπόρσα). Τρία ονόματα που συνέθεταν έναν δρόμο.
Το 1925 η αντιπαλότητα των δύο πεζοδρομίων καταργήθηκε και η οδός ανακηρύχθηκε Ζαλοκώστα — προς τιμή του υπουργού Εξωτερικών Ευγένιου Ζαλοκώστα, σε μία ιδιαίτερα ταραγμένη πολιτικά περίοδο. Η φράγκικη ανάμνηση υποχώρησε μπροστά στην επικαιρότητα. Η αναποφασιστικότητα σταμάτησε τη δεκαετία του 1940, όταν επανήλθε η ονομασία Καθολικών — και έκτοτε παρέμεινε αναμφισβήτητα.
Το Τιάνο χαν (χάνι του Ισαάκ Τιάνο) που ονομάτισε την οδό, βρισκόταν στη γωνία Καθολικών και Βηλαρά και ήταν ίσως το παλαιότερο χάνι της περιοχής. Το 1877 στεγαζόταν οι τυπογραφικές εγκαταστάσεις της εφημερίδας ΕΡΜΗΣ. Το χάνι φιλοξενούσε γραφεία ως επί το πλείστον Εβραίων επαγγελματιών: δικηγόροι, έμποροι, αντιπρόσωποι και τραπεζίτες δραστηριοποιούνταν στους χώρους του ως τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Στη θέση του σήμερα υψώνεται ένα πολυώροφο γυάλινο κτίριο απροσδιορίστου ηλικίας και αμφιβόλου αισθητικής, πανομοιότυπο με τα γειτονικά.

Στην αρχή της οδού, επί των οδών Βαλαωρίτου – Τύπου – Καθολικών, υπήρχε η Ελληνογαλλική Σχολή Θηλέων «Άγιος Βικέντιος» των Αδελφών του Ελέους (Sœurs de Saint Vincent de Paul). Ιδρύθηκε το 1865 και εγκαταστάθηκε στον Φραγκομαχαλά από το 1872. Το καινούριο, εντυπωσιακότατο κτίριο της σχολής μετά την πυρκαγιά κτίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικό νοσοκομείο. Κατεδαφίστηκε μετά τον σεισμό του 1978.



Δίπλα από το γαλλικό σχολείο, στη συμβολή Βηλαρά και Καθολικών, χτίστηκε το 1926 από τον αρχιτέκτονα Jacques Mosche το κτίριο της Ελευθεροτεκτονικής Στοάς Logis Veritas (Μεγάλη Στοά ή Μεγάλη Ανατολή). Το ισόγειο για εμπορική χρήση, ο όροφος αποκλειστικά για τις ανάγκες της Στοάς: βιβλιοθήκη, αίθουσα συνδιαλέξεων και παιχνιδιών, ναός, εστιατόριο, γραφεία διοίκησης. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του κτιρίου είναι το μπαλκόνι επί της οδού Καθολικών, το οποίο υποβαστάζεται από εντυπωσιακά διακοσμητικά λεοντόμορφα φουρούσια (προεξέχοντα υποστηρίγματα μπαλκονιών). Τα μαρμάρινα λιοντάρια ήταν για δεκαετίες το μόνο ορατό δείγμα αρχιτεκτονικής έμπνευσης που απόμεινε στην ταλαιπωρημένη οδό. Λαβωμένο από τον σεισμό του 1978, το κτίριο έχει χαρακτηριστεί από το 1980 προστατευόμενο έργο τέχνης που χρήζει κρατικής προστασίας. Τα τελευταία χρόνια είναι καλυμμένο από μεταλλική εργοταξιακή περίφραξη. Η προστασία, προφανώς, εφαρμόζεται με ευρύτητα ερμηνείας.




Σήμερα, η οδός Καθολικών έχασε πάνω από τα δύο τρίτα του αρχικού μήκους της και το εκατό τοις εκατό του χαρακτήρα της. Αυτός ο μικρός, ήσυχος, αδιάφορος δρόμος με τα θολά τζάμια και τα πεπερασμένα υφασματάδικα, ήταν κάποτε το επίκεντρο μίας ολόκληρης κοινότητας — επιχειρηματίες, διπλωμάτες, μοναχές, μαθήτριες, έμποροι, τραπεζίτες, έζησαν, δούλεψαν και πέρασαν από εδώ για περισσότερους από δύο αιώνες. Τα λιοντάρια της Ελευθεροτεκτονικής Στοάς ατένιζαν την οδό για έναν αιώνα – τώρα, περίκλειστα «υπό κρατική προστασία» δεν έχουν τίποτα να δουν και κανέναν να τα κοιτάξει.
Και μένει το όνομα: Καθολικών. Να θυμίζει αμυδρά πια το διάβα μιας κοινότητας που χωρίς να υπάρχει πλέον, έχει αφήσει τα σημάδια της σε όλη την πόλη, πέρα από τα όρια του Φραγκομαχαλά.
Τις υπόλοιπες Οδογραφίες της Σοφίας Δημουλά μπορείτε να τις βρείτε ΕΔΩ
