Θεσσαλονίκη

Οδογραφίες: Προξένου Κορομηλά – Δρόμος ασταθής και ευμετάβλητος

Ένας δρόμος που έχει μόλις ενάμιση αιώνα ζωής. Νεαρός, αν το καλοσκεφτείς. Απλώς, ήδη με πολύ πλούσιο βιογραφικό.

Σοφία Δημουλά
οδογραφίες-προξένου-κορομηλά-δρόμο-1471423
Σοφία Δημουλά

Η οδός Προξένου Κορομηλά δεν είναι παλιός δρόμος. Διανοίχτηκε τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. Σε σύγκριση με άλλους οδικούς άξονες της Θεσσαλονίκης που ανάγονται ακόμα και στην Βυζαντινή εποχή, θεωρείται λυκόπουλο.

Μέχρι το 1869, το παραθαλάσσιο τείχος της Θεσσαλονίκης βρισκόταν περίπου στη θέση της μετέπειτα (πολύ μετέπειτα) Προξένου Κορομηλά. Μετά το 1870 το τείχος κατεδαφίστηκε – και ανακυκλώθηκε: η θάλασσα επιχωματώθηκε με τα μπάζα που προέκυψαν και δημιουργήθηκε η παραλία και το θαλάσσιο μέτωπο της Θεσσαλονίκης. Το νέο πρόσωπο της πόλης στηρίχτηκε στο μπάζωμα της παλιάς.

Τότε διαμορφώθηκε η παραλιακή ζώνη και τα οικοδομικά τετράγωνα μεταξύ της παραλίας και της μετέπειτα (πολύ μετέπειτα) Προξένου Κορομηλά. Ο υποτυπώδης δρόμος μπήκε σε τάξη, ισιώθηκε, σοβαρεύτηκε. Έγινε λεωφόρος. Το δεύτερο Rihtim (προκυμαία) όπως το έλεγαν τότε, που ξεκινούσε από τα Λαδάδικα κι έφτανε σχεδόν μέχρι τον Λευκό Πύργο, συνολικού μήκους περίπου 1200 μέτρων. Ο δρόμος ονομάστηκε Idare-i Askeriye (Στρατιωτικής Διοικήσεως) και Atik Tophane (παλαιού πυροβολείου).

Πολύ γρήγορα ο νέος δρόμος καθώς είχε άμεση επαφή με την παραλία, έγινε από τους πιο αριστοκρατικούς της Θεσσαλονίκης. Επιστρώθηκε με πλάκες Βεζουβίου και άρχισε να γεμίζει με πολυτελή σπίτια ευπόρων κατοίκων. Το τμήμα κοντά στην πλατεία Αποβάθρας, όπως ήταν το πρώτο όνομα της Πλατείας Ελευθερίας, ήταν το πιο κοσμοπολίτικο όλης της Θεσσαλονίκης κι εκεί συγκεντρώθηκαν ξενοδοχεία και εστιατόρια. Καθώς βρισκόταν εντός των Εβραϊκών συνοικιών, στο ανατολικό τμήμα του δρόμου χτίστηκαν πολλά αρχοντόσπιτα Εβραίων, μόλις λίγα μέτρα μακρύτερα από τα χαμόσπιτα στα οποία στοιβάζονταν οι ομόθρησκοι κάτοικοι των ίδιων συνοικιών. Η γεωγραφία της κατοικίας είναι ταξικό ζήτημα.

Η Παράλληλη οδός (Rue Parallele au Quai) στα τέλη του 19ου αι.

Το μη οθωμανικό όνομα του δρόμου ήταν απλό, προφανές και πολύ πεζό – δεν ήταν καν όνομα, αλλά οδηγία χρήσης: ήταν ο «δεύτερος μώλος», η Παράλληλη οδός – ή Πρώτη παράλληλος της προκυμαίας. “Rue Parallele au quai”, όπως σημειωνόταν σε χάρτες και καρτ ποστάλ της εποχής.

1903, νεκρώσιμη πομπή για τον Ρώσο Πρόξενο στην Παράλληλη Οδό. (Facebook group «Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»)

Το πρώτο ελληνικό όνομα δόθηκε μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στη μαζική ονοματοδοσία του 1914. Η δημοτική αρχή, σε ένα κλίμα γεωπολιτικής ανασφάλειας και με τον βουλγαρικό παράγοντα να πιέζει ακόμη αισθητά, επιστράτευσε τη βυζαντινή ιστορία ως συμβολικό οπλοστάσιο και έδωσε στους νότιους παράλληλους δρόμους ονόματα Βυζαντινών αυτοκρατόρων: η Πρώτη παράλληλος έγινε Βασιλείου Βουλγαροκτόνου, η δεύτερη Ιωάννου Τσιμισκή, η τρίτη Βασιλέως Ηρακλείου και η τέταρτη, Ισαύρων. Οι παράλληλοι δρόμοι μετατράπηκαν σε ένα βυζαντινό εικονοστάσι.

Η οδός Βουλγαροκτόνου στις αρχές του 20ου αι. (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Εδώ είναι που η Ιστορία σηκώνει ειρωνικά το φρύδι: Το 1908, πριν καθιερωθούν τα ελληνικά ονόματα, η Βουλγαρία ιδρύει Προξενείο που στεγάζεται σε κτίριο της Παράλληλης οδού. Όταν η οδός ονομάστηκε Βουλγαροκτόνου, λίγα χρόνια αργότερα, οι Βούλγαροι διπλωμάτες αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν το όνομα του πιο εμβληματικού εχθρού τους στην επίσημη διεύθυνσή τους. Η απόλυτη τρολιά της ιστορίας – αμείλικτη και εντελώς ακούσια.

Η πυρκαγιά του 1917 διέτρεξε όλο το μήκος της οδού, από άκρη σε άκρη. Το σχέδιο Εμπράρ διατήρησε τον οδικό άξονα, αλλά η ανάδειξη των πλατειών Ελευθερίας και Αριστοτέλους διέσπασε την ενότητά του και τον κατέτμησε σε τρία τμήματα: από την Αιγύπτου ως την πλατεία Ελευθερίας (Οπλοποιού), από την πλατεία Ελευθερίας ως την Δημοσθένους (Καλαποθάκη) και το τελευταίο τμήμα, μετά την πλατεία Αριστοτέλους ως τη Νικηφόρου Φωκά (Προξένου Κορομηλά). Παρά την τριχοτόμηση, στους χάρτες συνέχιζε να αναγράφεται ως Βουλγαροκτόνου.

Η οδός Βουλγαροκτόνου μετά την πυρκαγιά του 1917, περίπου στη σημερινή γωνία Προξένου Κορομηλά με Μοργκεντάου ( Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Καθώς περνούσαν τα χρόνια και το πρόσωπο της Θεσσαλονίκης άλλαζε ραγδαία, ο κίνδυνος των Βουλγάρων ήταν πλέον ντεμοντέ οπότε έπρεπε να απαλειφθεί αυτό το «Βουλγαροκτόνος» που ακουγόταν κάπως αιμοβόρικο και κακόηχο. Έτσι, το 1930 γίνεται ένα πρώτο «μάζεμα»: το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να απαλείψει την βάρβαρη ιδιότητα του Αυτοκράτορος και μετονόμασε την οδό σε Βασιλείου Β’. Λιτό και καθαρό. Το 1933, επειδή η κοινή γνώμη συνέχιζε να είναι ταυτισμένη με την «Βουλγαροκτόνου», νέο ρετουσάρισμα: αποφασίζεται να μετονομαστεί η οδός σε Αυτοκράτορος Βασιλείου. Διατηρήθηκε το κύρος, καταργήθηκε η ιδιότητα. Αφαιρούμε το αίμα, κρατάμε το στέμμα.

Το 1934 αποφασίστηκε «η οδός Αυτοκράτορος Βασιλείου να χωριστεί σε 2 τμήματα, εκ των οποίων το ένα να λάβει το όνομα του αειμνήστου Λάμπρου Κορομηλά, προξένου της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη προ της απελευθέρωσης και το έτερον να λάβει το όνομα του αειμνήστου Καλαποθάκη, δημοσιογράφου αγωνισθέντος σθεναρώς για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Η πρόταση αυτή υποβάλλεται επειδή ακριβώς στην οδό Αυτοκράτορος Βασιλείου βρισκόταν το Ελληνικό Προξενείο». Πρόταση, αιτιολόγηση, απόφαση με fast track διαδικασίες.

Κι έτσι άρχισε η θητεία της οδού Προξένου Κορομηλά και η διαχείριση των περίπου 500 μέτρων της. Η διαχρονική αστάθεια – στα ονόματα, στα όρια, στα ίδια της τα χαρακτηριστικά, δεν είναι απλώς ιστορική λεπτομέρεια· μοιάζει να έχει περάσει στο DNA του δρόμου: η οδός παρουσιάζει ένα προφίλ που μεταβαλλόταν συνεχώς.

Η Βουλγαροκτόνου κληροδότησε στην Προξένου Κορομηλά τα δυο παλαιότερα κτίρια της οδού: το πρώην Ελληνικό Προξενείο, στη γωνία με Αγίας Σοφίας. Χτίστηκε το 1893, μετά την πυρκαγιά του 1890 που έπληξε τις εβραϊκές συνοικίες νότια της Εγνατίας. Αρχιτέκτονας ήταν ο Ερνέστος Τσίλλερ και χρηματοδότης ο ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός. Μετά την ένταξη της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος, το προξενείο δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης. Το 1915 στεγάστηκε στο κτίριο η Γεωργική Τράπεζα Μακεδονίας, την οποία διαδέχτηκε η Εθνική Τράπεζα από το 1917 ως το 1920. Το 1923 στέγασε το 21ο δημοτικό σχολείο. Την περίοδο της γερμανικής Κατοχής στο κτήριο διανέμεται συσσίτιο του Ερυθρού Σταυρού, ενώ στο τέλος του Εμφυλίου Πολέμου και για λίγους μήνες, το υπόγειο μετατρέπεται σε κρατητήριο πολιτικών κρατουμένων. Τις επόμενες δεκαετίες φιλοξενεί τη νυχτερινή «Σχολή Θηλέων» και από το 1970 έως το 1982 το 43ο Δημοτικό Σχολείο. Από το 1982 μέχρι σήμερα το ιστορικό αυτό κτήριο στεγάζει το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα.

Το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Προξένου Κορομηλά με Αγ. Σοφίας

Το δεύτερο κτίριο είναι αυτό που στέγαζε την Ιταλική Σχολή Ουμβέρτος Α’ (Casa D’ Italia – Dante Alighieri) στο τέλος της οδού Βουλγαροκτόνου. Κτίστηκε και λειτούργησε σαν Δημοτικό Σχολείο από την δεκαετία του 1880. Αργότερα προστέθηκε Γυμνάσιο και Εμπορικό Λύκειο. Το κτίριο επέζησε ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οπότε και θυσιάστηκε για τη διάνοιξη των νέων δρόμων. Σήμερα θα βρισκόταν περίπου στη σημερινή διασταύρωση Γούναρη με Παύλου Μελά.

Με την ανοικοδόμηση ισχυροποιήθηκε το αστικό προφίλ του δρόμου. Για δεκαετίες ήταν ήσυχος δρόμος με φροντισμένες μονοκατοικίες και οικογενειακή ατμόσφαιρα. Μαγαζιά της γειτονιάς, το δημοτικό σχολείο στη Μητρόπολη, η παραλία δυο βήματα για βόλτα.

Στον μεσοπόλεμο υψώθηκαν εντυπωσιακά κτίσματα κατοικίας και γραφείων, τα οποία ακόμα εντυπωσιάζουν με την αισθητική τους. Ο Σαλβατόρε Ποζέλι χτίζει το 1931 το μέγαρο Ναξιάδου. Στην οδό ως τη δεκαετία του1970 διατηρήθηκαν δυο ξενοδοχεία πιο ταπεινά από τα φανταχτερά ξενοδοχεία της παραλίας, το ΠΑΛΛΑΔΙΟ και ΑΙ ΣΕΡΡΑΙ.

Ξενοδοχείο ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ και το χαμηλό κτίριο στα δεξιά του το ξενοδοχείο ΣΕΡΡΑΙ, τέλη δεκαετίας 1950 (Facebook group ««Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)
Μέγαρο Ναξιάδου. Αρχιτέκτονας Σαλβατόρε Ποζέλι, έτος κατασκευής 1931

Στη γωνία με Αγίας Σοφίας από το 1939 εγκαταστάθηκαν τα «Ελληνικά Εκπαιδευτήρια Θηλέων Σταματίας Πατρικίου – Βαλαγιάννη», σε κτίριο που χτίστηκε σε οικόπεδο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης. Το κτίριο χαρακτηρίστηκε «περικαλλές» και υπερσύγχρονο για την εποχή του, διαθέτοντας εκτός των άλλων και αίθουσα παραστάσεων η οποία καταλάμβανε όλο τον 5ο όροφο. Στο σχολείο λειτουργούσε παράρτημα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης για εκμάθηση πιάνου και δραματική τέχνη. Όταν το 1967 απομακρύνθηκε η Σχολή Βαλαγιάννη λόγω λήξης της σύμβασης, στο κτίριο στεγάστηκε από το 1969 και για 21 χρόνια η Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, γράφοντας τη δική της ιστορία στον χώρο. Σήμερα ο χώρος επανήλθε στην Μητρόπολη και στεγάζει το Ενοριακό Πνευματικό Κέντρο Μητρόπολης Θεσσαλονίκης. Ο κύκλος έκλεισε, το οικόπεδο παρέμεινε πιστό στον ιδιοκτήτη του.

Το ίδιο κτίριο, διαφορετικές χρήσεις: Τα Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη, η Βιομηχανική Σχολή και το Πνευματικό Κέντρο Μητρόπολης Θεσσαλονίκης

Από το 1952 ως το 2010, στο Νο 36 της οδού λειτουργούσαν τα Φροντιστήρια Αγγλικών Βαφοπούλου, στην πολυκατοικία που σήμερα στεγάζει την Α’ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης. Ιδρύτρια ήταν η Αναστασία Βαφοπούλου, η οποία μαζί με τον σύζυγό της ποιητή Γιώργου Βαφόπουλο ίδρυσαν το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο που συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στην πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης.

Τη δεκαετία του ’60 η Προξένου Κορομηλά πέταξε τα μεσοαστικά ντεπιες κι έβαλε διχτυωτά. Ο δρόμος έγινε το ανεπίσημο «λιμάνι» για τον αμερικάνικο Στόλο και τους ναυτικούς που ξεβράζονταν διψασμένοι για άμεση εκτόνωση. Τα καμπαρέ, τα κόκκινα φανάρια και τα ελκυστικά κορίτσια που έκαναν κονσομασιόν ήταν το σήμα κατατεθέν του δρόμου, ανάμεσα στις αναγειρόμενες πολυκατοικίες και την ανοχή των κατοίκων. Δίπλα, από το 1954 ως το 1999 υπήρχε το Αμερικανικό Προξενείο που λειτουργούσε ως ο επίσημος φρουρός του δρόμου, την ίδια στιγμή που λίγα μέτρα πιο πέρα η ανοχή (εντός και εκτός των οίκων) έδινε τον ρυθμό. Από τη μία η επίσημη διπλωματία, από την άλλη η ανεπίσημη οικονομία της νύχτας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η διασκέδαση άλλαξε. Τα ναυτάκια δεν ήταν πλέον οι πιο συχνοί θαμώνες και ο δρόμος παραδόθηκε στο νεανικό κοινό. Η Κορομηλά έγινε το κέντρο ενός νέου, σκοτεινού και ελκυστικού σύμπαντος, ένα πεδίο πειραματισμού για τη νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης. Εμφανίστηκαν τα πρώτα μαγαζιά που θα έχτιζαν τον μύθο της πόλης: θρυλικές ντίσκο, σκοτεινά μπαρ, φαγάδικα, αφτεράδικα που κρατούσαν το κοινό όρθιο μέχρι το ξημέρωμα: Μπανάλ, Λούκυ Λουκ, Regin, Club 8, Studio 51, Wellington, πιτσαρία Ciao Ciao. Ονόματα που λειτουργούν ακόμα σαν συνθηματικά για μια ολόκληρη γενιά. Και φυσικά το Snoopy, τοπόσημο ισάξιο με το Αμερικάνικο Προξενείο. Σάντουιτς, σεφταλιές, ιστορίες για όπλα και εκείνη η χαρακτηριστική “μυρωδιά” που σίγουρα δεν προερχόταν από γκαζόν. Το Αμερικάνικο Προξενείο μετακόμισε, το Σνούπυ έκλεισε το 2011 και η περιοχή σα να άδειασε τοπικά.

Αργότερα προστέθηκε το Ethnik, Υφήλιος, Malt n’ Jazz και πολλά άλλα. Μαγαζιά κλείνουν και αντικαθίστανται από τα επόμενα σε μια διαρκή κινητικότητα στον πάντα φιλόξενο δρόμο για περατζάδα.

Το κτίριο Σκαπέρδα επί της Προξένου Κορομηλά (Facebook group «Άγνωστη Θεσσαλονίκη»)

Στον παλμό που έφερε η δεκαετία του 1980, υπήρχε χώρος και διάθεση για καινούρια ρεύματα και χώρους. Ο δρόμος είχε ήδη αποδείξει ότι ήταν φιλόξενος σε νέα πράγματα και οι θαμώνες του ήταν πάντα δεκτικοί σε κάτι νέο. Το 1980 άνοιξε η γκαλερί Το Μάτι. Το 1993 προστίθεται η Γκαλερί Ζήτα Μι, η οποία ως το 2010 που έκλεισε αποτέλεσε εκτός από εμπορικό κατάστημα, και πυρήνα όπου πολίτες και φιλότεχνοι επεξεργάζονταν νεωτερικές ιδέες για τον πολιτισμό, την τέχνη, την κοινωνία, την πολιτική.

Σταδιακά η οδός μετατράπηκε σε αντίγραφο της Μητροπόλεως – μικρότερο πλάτος, μικρότερο μήκος, αλλά με την ίδια φιλοδοξία να είναι «κάτι παραπάνω» από έναν απλό δρόμο.

Με την εισβολή του νέου αιώνα, εισέβαλλε άλλος αέρας επί της οδού. Ο δρόμος έβαλε τα εισαγόμενα μεταξωτά και ντύθηκε βιτρίνα. Άρχισαν να συγκεντρώνονται επώνυμα καταστήματα ρουχισμού, ιδιαίτερα ακριβά και ιδιαίτερα φιρμάτα. Brands που υπήρχαν στις μητροπόλεις της μόδας σε πόλεις του εξωτερικού συνωστίζονταν στις βιτρίνες της Κορομηλά και τα εγκαίνια των σχετικών καταστημάτων θεωρούνταν happening με το απαραίτητο φωτορεπορτάζ, δίνοντας μια ατμόσφαιρα αίγλης και χλιδής στον στενό δρόμο. Ένα παλτό στη βιτρίνα (και χωρίς φόδρα) αντιστοιχούσε στο μηνιαίο νοίκι. Οι περισσότεροι κοιτούν. Λίγοι αγοράζουν. Κανείς δεν φαίνεται να ενοχλείται. Η ψευδαίσθηση παρέχεται δωρεάν.

Αλλά, ό,τι αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο – οι πληγωμένες καρδιές και η Κορομηλά το ξέρουν αυτό. Με την οικονομική κρίση του 2010 τα ρολά των πανάκριβων μπουτίκ άρχισαν σιγά σιγά να κατεβαίνουν. Τα πεζοδρόμια ερήμωσαν από την πρόσκαιρη καταναλωτική αίγλη. Οι βιτρίνες έσβησαν. Ο δρόμος επανήλθε στις εργοστασιακές του κοινωνικές ρυθμίσεις – προσωρινά.

Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα τα φώτα ξανάναψαν. Τα μαγαζιά άρχισαν να φωτίζονται και πάλι, μετατρεπόμενα σε μπαρ και καφέ. Ελλιπής χώρος, πολύς κόσμος, πεζοδρόμια κατειλημμένα από καθίσματα, η ένταση της μουσικής αντανακλάται στα απέναντι κτίσματα. Η ανοχή των κατοίκων δοκιμάζεται και πάλι.

Από www.bonflaneur.com

Και φτάνουμε στο σήμερα. Η Προξένου Κορομηλά είναι μονόδρομος, μιας λωρίδας αλλά με πεζοδρόμια εκατέρωθεν που απλώνονται σχεδόν προκλητικά, συναγωνιζόμενα το πλάτος του δρόμου. Υπερβολικά πλατιά για πεζούς, ανεπαρκή για αυτοκίνητα — αλλά απολύτως ιδανικά για τα τραπεζοκαθίσματα που τα καταλαμβάνουν μεθοδικά, σαν να ήταν εξαρχής ο πραγματικός τους προορισμός. Η μοναδική επιλογή στάθμευσης αφήνεται στα υπόγεια πάρκινγκ που λειτουργούν στην οδό, τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους επισκέπτες.

Παρά το έντονα αστικό και καταναλωτικό της προφίλ, η οδός φιλοξενεί και θεσμούς που διεκδικούν έναν διαφορετικό ρόλο: το ISBS Business College, το CITY College και το Κέντρο Ερευνών Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Και φυσικά, πολλά γραφεία και επιχειρήσεις εκτοξεύοντας τις τιμές γης στα ύψη. Στη θέση του Αμερικάνικου προξενείου υψώνεται το πολυτελές ξενοδοχείο Daios. Λαμπερό, ακριβό, αδιάφορο για ό,τι υπήρχε πριν. Το νέο πρόσωπο της πόλης, για άλλη μια φορά χτίστηκε πάνω στο παλιό.

Η διασταύρωση των παλαιών οδών Κων. Παλαιολόγου με Βουλγαροκτόνου το 1916 – 1917. Σημερινές οδοί Χρυσοστόμου Σμύρνης με Προξένου Κορομηλά. (Facebook group «Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»)
Το ίδιο σημείο σήμερα, Χρυσοστόμου Σμύρνης με Προξένου Κορομηλά.

Στην Προξένου Κορομηλά, η Ιστορία συνεχίζει να σηκώνει το φρύδι. Η ιστορία του δρόμου δεν είναι απλά και μόνο μια περιγραφή. Είναι μια ανοιχτή παρακαταθήκη εμπειριών, ανοιχτή στη φθορά και στη ζωή. Μια αρχειοθήκη χρονικών περιόδων της ιστορίας της Θεσσαλονίκης που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, από θαμώνα σε θαμώνα, από μύθο σε μύθο. Με την άτυπη συμφωνία ότι κάποιος θα θυμάται έστω λίγο, έστω για λάθος λόγους, ότι εδώ κάποτε συνέβη κάτι που άξιζε να θυμάται κανείς.

Και όλα αυτά, για έναν δρόμο που, τελικά, έχει μόλις ενάμιση αιώνα ζωής. Νεαρός, αν το καλοσκεφτείς. Απλώς, ήδη με πολύ πλούσιο βιογραφικό.

Ανακαλύψτε τις υπόλοιπες στάσεις της στήλης Οδογραφίες πατώντας ΕΔΩ

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα