«Πτώματα αποσυντιθέμενα, κραυγές έως τον Βαρδάρη» – Η άγνωστη θηριωδία του 1821 σε μια εκκλησία της Θεσσαλονίκης
Η περίοδος της επανάστασης στη Θεσσαλονίκη ήταν γεμάτη με αίμα, βιαιοπραγίες και τρομοκρατία - Από τις δημόσιες εκτελέσεις στη φρικτή μεταχείριση των αμάχων
Στην συλλογική μνήμη ορισμένα από τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821 έχουν καταγραφεί με έντονα χρώματα, υπάρχουν όμως και εκείνα που έμεινα στη σκιά.
Ανάμεσα στα γεγονότα που στο πέρασμα των χρόνων έμειναν αόρατα, βρίσκονται και οι σφαγές των Ελλήνων στη Θεσσαλονίκη το 1821. Ένα επεισόδιο μαζικής βίας που παρά την έκταση και τη σκληρότητα του δεν κατέχει τη θέση που θα ανέμενε κανείς στη δημόσια ιστορική αφήγηση.
Την ώρα που η Επανάσταση απλωνόταν σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια προληπτική καταστολή από τις οθωμανικές αρχές. Οι διώξεις, η τρομοκρατία και οι εκτελέσεις που ακολούθησαν δεν περιορίστηκαν απλώς σε ανθρώπους συμμετείχαν στο επαναστατικό κίνημα, αλλά επεκτάθηκαν και σε ευρύτερα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού μετατρέποντας την πόλη σε ένα σκηνικό φόβου.
Δημόσιοι απαγχονισμοί, εκτελέσεις σε πλατείες και πτώματα στους δρόμους συνέθεταν μια εικόνα που σημάδεψε βαθιά την πόλη. Σύμφωνα με περιγραφές ξένων παρατηρητών, όπως ο Αμερικανός ιεραπόστολος Pliny Fisk, η βία συνοδευόταν από λεηλασίες και σκλαβοπάζαρα, με αιχμαλώτους να οδηγούνται στην πώληση ή στην εξαναγκαστική μετακίνηση. Η Θεσσαλονίκη, από εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο, είχε μετατραπεί σε τόπο μαζικής καταστροφής.
Σε πολλές περιπτώσεις, κεφάλια εκτελεσμένων εκτίθεντο δημόσια, ως μέσο εκφοβισμού. Πτώματα ρίχνονταν από τα τείχη ή στη θάλασσα, ενώ οι φυλακές γέμιζαν από κρατούμενους που συχνά πέθαιναν από πείνα και κακουχίες. Η πόλη λειτουργούσε πλέον ως μηχανισμός τρομοκρατίας, με στόχο την πλήρη εξουδετέρωση κάθε ενδεχόμενης εξέγερσης.
Ο Χρίστος Ζαφείρης στην καταγραφή του για τα όσα συνέβησαν την εποχή εκείνη σημειώνει:
«Τότε σφαγιάστηκαν και απαγχονίστηκαν αρκετοί δημογέροντες, μεγαλέμποροι και άλλα σημαντικά πρόσωπα της ελληνικής κοινότητας στην πλατεία Αλευραγοράς (Ουν Καπάν), γνωστή σήμερα ως Καπάνι και αγορά Βλάλη, αλλά και στην περιοχή της Ροτόντας και την πύλη του Βαρδαρίου. Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες ήταν ο Χριστόφορος Μπαλάνος, ο Γεώργιος Πάικος, ο Χρήστος Μενεξές, ο Στέργιος Πολύδωρος, ο Αναστάσιος Κυδωνιάτης, ο Αθανάσιος Σκανδαλίδης, ο Κωνσταντίνος Τάττης, ο Αναστάσιος Γούναρης, ο Δημήτριος Παππάς, ο Γεώργιος Βλάλλης κ.α. Στο Καπάνι εκτελέστηκε και ο επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, που ήταν τοποτηρητής της Μητρόπολης, ενώ ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη εκείνη την περίοδο, βρήκε τραγικό θάνατο μαζί με άλλους κληρικούς του επαναστατημένου γένους.
Ο αφηνιασμένος όχλος όρμησε στη συνέχεια στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου (στο χώρο που βρίσκεται σήμερα ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά) όπου είχε καταφύγει μεγάλος αριθμός γυναικόπαιδων και γερόντων και κατέσφαξαν 2000 περίπου άτομα. Συνολικά την περίοδο των βιαιοπραγιών και της τρομοκρατίας, κατά τους πρώτους μήνες της επανάστασης, στη Θεσσαλονίκη έχασαν τη ζωή τους πάνω από 3.000 Έλληνες».
Φρίκη σε έναν ναό στην καρδιά της Θεσσαλονίκης
Περπατώντας στην Εγνατία, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στον αριθμό 87, θα βρεθείς μπροστά στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου, ένα σημαντικό δείγμα μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη.
Εκεί, σημειώθηκε ένα από τα τραγικότερα περιστατικά της ελληνικής επανάστασης του 1821 στη Θεσσαλονίκη.
Ο ναός χρησιμοποιήθηκε από τις οθωμανικές αρχές ως χώρος κράτησης αμάχων, γεγονός που επιβεβαιώνεται από ιστορικά στοιχεία, παρά το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες παραμένουν περιορισμένες.
Ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος καταγράφει το δραματικό συμβάν:
«Τραγικότερα ήταν εκείνα που συνέβησαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Εκεί, όπως και σε άλλες εκκλησίες, είχαν φυλακίσει οι Τούρκοι πολλούς Έλληνες. Οι περισσότεροί τους ήταν γριές, γέροι και παιδιά. Εκεί μέσα τους άφησαν χωρίς τροφή και νερό. Και όταν ύστερα από 40 μέρες άνοιξαν τις πόρτες, βρέθηκαν μπρος σ’ ένα φοβερό θέαμα: Καμιά εκατοστή πτώματα αποσυνθεμένα και καταφαγωμένα από τα ποντίκια ήταν ξαπλωμένα πάνω στις πλάκες. Τέτοια ήταν η δυσοσμία σε όλη τη συνοικία, ώστε οι κάτοικοι της περιοχής αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν για μερικές μέρες από τα σπίτια τους…».

Στο περιστατικό αναφέρεται και ο Χρήστος Α. Ψάλτης, Αρχαιολόγος – Θεολόγος ΑΠΘ, Master Θεολογίας ΑΠΘ, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής ΑΠΘ, Συνεργάτης του Γραφείου Αναδείξεως και Προβολής των Ιερών Προσκυνημάτων της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης:
«Κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 ο ναός χρησιμοποιήθηκε από τις οθωμανικές αρχές ως χώρος κράτησης αμάχων. Η χρήση αυτή επιβεβαιώνεται από ιστορικά στοιχεία, αν και οι λεπτομέρειες παραμένουν περιορισμένες. Στην τοπική προφορική παράδοση της Θεσσαλονίκης διασώζεται η διήγηση ότι στον ναό κρατήθηκαν Χριστιανοί, πιθανόν γυναίκες και παιδιά, για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, πολλοί από τους κρατούμενους πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες, ενώ οι κραυγές τους λέγεται ότι ακούγονταν έως την περιοχή του Βαρδάρη. Αν και οι αφηγήσεις αυτές δεν τεκμηριώνονται πλήρως από γραπτές πηγές, αποτελούν σημαντικό στοιχείο της συλλογικής μνήμης της πόλης».
Ο Ισίδωρος Ζουργός στην «Αηδονόπιτα» αναφέρεται και αυτός στα όσα συνέβησαν στο εσωτερικό του Αγίου Αθανασίου:
«Όλοι τους φρόντισαν να αποφύγουν την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, γιατί ήξεραν στη γειτονιά πως εδώ και μέρες είχαν κλείσει μέσα γυναικόπαιδα πολλά, τους είχαν μανταλώσει, και γενίτσαροι φυλούσαν έξω συνέχεια τις πόρτες και όλα τα γύρω στενοσόκακα. Τους περίμεναν να πεθάνουν από πείνα και δίψα, κάποια μωρά είχαν κιόλας πεταχτεί έξω από τα παράθυρα μαύρα και κοκαλωμένα».
Το 1822, η κατάσταση όχι μόνο δεν εκτονώθηκε αλλά απέκτησε πιο οργανωμένο χαρακτήρα. Με την άφιξη του Μεχμέτ Εμίν Πασάς, οι διώξεις συνεχίστηκαν με νέες εκτελέσεις, βαριές οικονομικές επιβαρύνσεις και δημεύσεις περιουσιών.
Παράλληλα, καταγράφονται καταστροφές θρησκευτικών χώρων και περιστατικά βίαιων εξισλαμισμών, που ενίσχυσαν περαιτέρω το κλίμα φόβου και αποδιάρθρωσης της ελληνικής κοινότητας.
Οι συνέπειες υπήρξαν δραματικές και σε μεγάλο βαθμό μη αναστρέψιμες. Από μια κοινότητα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, στην πόλη απέμειναν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μόλις λίγες χιλιάδες. Οι υπόλοιποι είχαν σκοτωθεί, φυλακιστεί, πουληθεί ως δούλοι ή αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλονίκη. Η ελληνική παρουσία, που επί αιώνες αποτελούσε βασικό στοιχείο της ζωής της πόλης, είχε σχεδόν εξαφανιστεί.
Η ερμηνεία των γεγονότων αυτών παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Ορισμένοι μελετητές κάνουν λόγο για μια πρώιμη μορφή εθνοκάθαρσης, επισημαίνοντας τη στοχευμένη βία κατά μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής και εθνοτικής ομάδας, καθώς και τη δραστική δημογραφική της συρρίκνωση. Άλλοι, ωστόσο, προτιμούν να εντάσσουν τα γεγονότα στο πλαίσιο των σκληρών αντιποίνων και της προληπτικής καταστολής που χαρακτήριζαν την εποχή των εξεγέρσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε κάθε περίπτωση, το μέγεθος της καταστροφής δεν αμφισβητείται.
Ιστορία γεμάτη διαμάχες και καταστροφές
Ο σημερινός ναός κτίστηκε το 1818.
Ωστόσο, οι αναφορές για έναν ναό αφιερωμένο στον Άγιο Αθανάσιο στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν από τον 14ο αιώνα σε γράμμα του πατριάρχη Ματθαίου στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γαβριήλ. Παρόμοιες αναφορές υπήρχαν και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Όπως καταγράφει η Βαμβούκου-Καμπούρη («Ο Άγιος Αθανάσιος Θεσσαλονίκης». Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση (τ. 1). Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. σελ. 33-46.) κατά την οθωμανική περίοδο ο ναός αναφέρεται εκ νέου το 1569 σε πράξη δωρεάς του μητροπολίτη Βέροιας Θεοφάνη Μαλάκη προς τη Μονή Βλατάδων, στην οποία περιλαμβάνονταν και τα ακίνητα του ναού.
Εξέλιξη ωστόσο που προκάλεσε αρκετές προστριβές μεταξύ των ενοριτών και της μονής Βλατάδων.
Φιρμάνι του 1634 μάλιστα καταγράφει τη διαμάχη αυτή, αφού όπως ανέφερε ο ναός ανήκει μαζί με τη Μονή Βλατάδων στους Ιβηρήτες και οι ενορίτες προσπαθούσαν να τον ανακτήσουν.
Οι διαμάχες δε σταμάτησαν και μάλιστα τον 18ο αιώνα οδηγήθηκαν στα δικαστήρια.

Για το συγκεκριμένο γεγονός η Βαμβούκου-Καμπούρη αναφέρει ότι το ιεροδικίο της Κωνσταντινούπολης το 1715 ανέφερε ότι ο ναός ανήκει στη μονή Βλατάδων. Σε σιγίλλιο του 1791 του Νεόφυτου Ζ΄ αναφέρεται ότι οι μοναχοί έδιναν 100 γρόσια το χρόνο στον μητροπολίτη για το ναό του Αγίου Αθανασίου.
Η μητρόπολη συνέχισε να έχει οικονομικές αξιώσεις για το ναό και στα επόμενα χρόνια, καθώς η ίδια είχε περιπέσει σε οικονομική δυσπραγία.
Το 1817 ο ναός υπέστη ζημιές λόγω φωτιάς, χωρίς όμως να καταστραφεί ολοσχερώς. Η εκτεταμένη ανακατασκευή που ακολούθησε ολοκληρώθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1818.
Οι ενορίτες ήταν εκείνοι που ανέλαβαν να καλύψουν το κόστος, χωρίς να συμβάλλουν οι μοναχοί.
Το κόστος άγγιξε τα 68.477,16 γρόσια.
Ακολούθησαν τα φρικτά γεγονότα του 1821.
Το εσωτερικό του ναού συνέχισε να διαμορφώνεται το 1845 και το 1860 κτίστηκε κωδωνοστάσιο, το οποίο αργότερα κατεδαφίστηκε.
Η ενορία του ναού καταργήθηκε το 1912 και ο ναός χρησιμοποιήθηκε από πρόσφυγες, με αποτέλεσμα να προκληθούν φθορές.
Ο ναός αναστηλώθηκε την περίοδο 1967-68.
Ο ναός είναι μια τρίκλιτη βασιλική: το κεντρικό κλίτος είναι αφιερωμένο στον άγιο Αθανάσιο, το δεξιό στον Άγιο Ελευθέριο και το αριστερό στους Τρεις Ιεράρχες. Το κεντρικό κλίτος είναι πλατύτερο και ψηλότερο από τα άλλα δύο και χωρίζεται από αυτά με κιονοστοιχία αποτελούμενη από έξι κίονες.
Σε κόγχη του νότιου τοίχου υπήρχε παλαιότερα ανάγλυφη παράσταση της Παναγίας Βρεφοκρατούσας, ενώ πάνω από τη νότια είσοδο υπάρχει τοξοειδής κόγχη με σύγχρονο ψηφιδωτό αγίου. Το παλαιό στέγαστρο της νότιας εισόδου στηριζόταν σε ξύλινα φουρούσια.
Το σημερινό τέμπλο του ναού είναι ξυλόγλυπτο και νεότερο από το αρχικό, το οποίο απεικονίζεται σε φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης γύρω στο 1890. Ο άμβωνας και ο δεσποτικός θρόνος αποτελούν επίσης ξυλόγλυπτα έργα υψηλής τεχνικής. Το παλαιό τέμπλο, μαζί με τον άμβωνα και τον δεσποτικό θρόνο, επιχρυσώθηκαν κατά τα έτη 1844–1845.
Το δάπεδο είναι στρωμένο με μαρμάρινες πλάκες. Οι εσωτερικοί κίονες είναι κυκλικοί και αποτελούνται από τετράγωνο ξύλινο πυρήνα επενδεδυμένο με μπαγδατί, τεχνική χαρακτηριστική για μεταβυζαντινά εκκλησιαστικά κτίσματα της Μακεδονίας. Φέρουν γύψινο διάκοσμο με φυτικά μοτίβα άκανθας, ενώ τα κιονόκρανα παρουσιάζουν επίσης φυτικά κοσμήματα. Τα τόξα διακοσμούνται με μετάλλια που περιλαμβάνουν αγιογραφικές παραστάσεις.
Μεταξύ των καλλιτεχνών που εργάστηκαν στον ναό αναφέρεται ο Μητάκος Χατζησταμάτης από την Κουλακιά, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στον ναό κατά τη δεκαετία του 1890. Σημαντική είναι επίσης η εικόνα «Ιησούς Χριστός και η Μεγάλη Ιεραρχία» (1842), έργο του ζωγράφου Ιωάννη Αναστασίου από το Λιτόχωρο, η οποία φέρει την υπογραφή «χειρ Ιω(άννη) Α. Ρ.» και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εκκλησιαστικής ζωγραφικής της εποχής.
*πηγές:
Βαμβούκου-Καμπούρη, Μαρία (1979). «Ο Άγιος Αθανάσιος Θεσσαλονίκης». Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση (τ. 1). Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. σελ. 33-46.
Η Θεσσαλονίκη στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 – Χρίστος Ζαφείρης – thessmemory.gr
Ναός του Αγίου Αθανασίου (Θεσσαλονίκη) – Wikipedia
Μνημεία και Προσκυνήματα Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης – Facebook Page
