Τα μεγάλα σχέδια και projects που λειτουργούν παρακινητικά για τη Θεσσαλονίκη
Τι δρομολογείται μέσα στο 2026 και τι παραπέμπεται στις καλένδες για την πόλη που επιζητεί τον μετασχηματισμό της
Η Θεσσαλονίκη έχει μάθει να ζει για δεκαετίες μέσα σε μια μόνιμη εκκρεμότητα.
Μια πόλη που τις υπόσχονται ένα καλύτερο αύριο, χωρίς όμως να είναι πάντα βέβαιη ότι οι υποσχέσεις αυτές θα γίνουν πράξη. Μεγάλα λόγια, μικρές παρεμβάσεις. Έργα που ξεκινούν, αλλά δεν ολοκληρώνονται, εξαγγελίες που μετατρέπονται σε αστικούς θρύλους. Μπορεί αυτό να αλλάξει; Όχι απαραίτητα με θόρυβο, ούτε με θεαματικές τομές, αλλά με μια σειρά από μικρά και μεγάλα project που αν και ανομοιογενή, μοιάζουν να συγκλίνουν σε κάτι βαθύτερο, στην ανάγκη της πόλης να φανταστεί ξανά τον εαυτό της.
Τα μεγάλα έργα δεν είναι ποτέ ουδέτερα. Δεν είναι απλώς τεχνικές παρεμβάσεις στο αστικό τοπίο, ούτε μόνο επενδυτικοί φάκελοι και χρονοδιαγράμματα. Είναι πάνω από όλα αφηγήσεις. Κουβαλούν μέσα τους προσδοκίες, ενίοτε και συγκρούσεις, αλλά και τη δυνατότητα να λειτουργήσουν παρακινητικά προκειμένου να πείσουν μια πόλη ότι μπορεί να κινηθεί αλλιώς, να οργανωθεί διαφορετικά, να οραματιστεί πέρα από το άμεσο και το αποσπασματικό. Στη Θεσσαλονίκη αυτή η παρακινητική διάσταση είναι ίσως πιο κρίσιμη από την ίδια την υλοποίηση. Γιατί η πόλη δεν έχει μόνο ανάγκη από πράσινο, υποδομές, τεχνολογικά hubs ή σύγχρονες δομές υγείας. Έχει ανάγκη να ξαναχτίσει την αυτοπεποίθησή της. Να πιστέψει ότι τα μεγάλα σχέδια δεν είναι καταδικασμένα να βαλτώσουν.
Το ερώτημα βέβαια δεν είναι αν όλα αυτά τα project υλοποιηθούν. Η εμπειρία μας άλλωστε από ανάλογες περιπτώσεις στην πόλη, μας έχει κάνει ιδιαίτερα επιφυλακτικούς. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν μπορέσουν να λειτουργήσουν ως ένα νήμα που να συνδέει το παρελθόν με το μέλλον, την καθημερινότητα με το όραμα.
Ίσως, η μεγαλύτερη αξία αυτών των μεγάλων έργων να μην βρίσκεται μόνο στο αποτέλεσμα, αλλά στην όλη διαδικασία. Στο αν θα καταφέρουν να μετατρέψουν τη Θεσσαλονίκη από πόλη που σχολιάζει τα σχέδια των άλλων, σε μια πόλη που διεκδικεί τον δικό της μετασχηματισμό.
Ανάπλαση Αριστοτέλους: Το πρόσωπο της πόλης και η καθημερινότητά της
Η Αριστοτέλους δεν είναι απλώς ένας δημόσιος χώρος. Είναι, μαζί με τον Λευκό Πύργο, το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο της Θεσσαλονίκης, η εικόνα που ταξιδεύει σε καρτ ποστάλ, κατακλύζει τα social media και γεμίζει τις σελίδες τουριστικών οδηγών. Είναι ο άξονας όπου η πόλη συστήνεται στον εαυτό της και στους επισκέπτες της.
Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η συζήτηση για την ανάπλαση της αποκτά βάρος που ξεπερνά κατά πολύ τα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός έργου. Σε αντίθεση με άλλα project, το ζητούμενο εδώ δεν είναι η ανακάλυψη ενός νέου χώρου, αλλά η επαναδιαπραγμάτευση ενός τοπόσημου.
Πώς παρεμβαίνεις σε έναν χώρο που λειτουργεί ταυτόχρονα για δεκαετίες ως σημείο συνάντησης, μαζικών εκδηλώσεων, τουριστικός προορισμός, καθημερινός τόπος διέλευσης κατοίκων και ταξιδιωτών; Εάν το κέντρο της Θεσσαλονίκης ήταν σπίτι, η Αριστοτέλους θα ήταν χωρίς καμία αμφιβολία το σαλόνι της. Μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου του 2026 αναμένεται η δημοπράτηση του έργου της ανάπλασης η οποία έχει ενταχθεί στο ΕΣΠΑ και ο προϋπολογισμός της ανέρχεται στα 26,3 εκατ. Ευρώ.
Η περιοχή παρέμβασης είναι περίπου 32.500 τ.μ. και εκτείνεται από το παραλιακό μέτωπο έως την οδό Εγνατία και, συγκεκριμένα, κατά μήκος από το κράσπεδο της παλιάς παραλίας μέχρι το κράσπεδο της οδού Εγνατίας και, κατά πλάτος, από την εσωτερική παρειά των στοών εκατέρωθεν του άξονα της Αριστοτέλους.

Στις διασταυρώσεις με τους εγκάρσιους οδικούς άξονες (οδός Μητροπόλεως, οδός Τσιμισκή, οδός Βασ. Ηρακλείου, οδός Ερμού) ορίζεται από την επέκταση της γραμμής των εσωτερικών παρειών των στοών. Περιλαμβάνει επίσης τα πεζοδρόμια επί της Λεωφόρου Νίκης, εκατέρωθεν του άξονα μέχρι τις οδούς Πλουτάρχου και Δημοσθένους.
Οι παρεμβάσεις αφορούν σε τρεις κυρίως ενότητες: Την πλατεία επί της οδού Εγνατία, Τον άξονα της οδού Αριστοτέλους, Την πλατεία Αριστοτέλους. Οι αρχές σχεδιασμού στοχεύουν στην αντιληπτική συνέχεια του συνόλου, με εξασφάλιση συνεχούς και απρόσκοπτης θέασης προς την θάλασσα και το βόρειο τμήμα της πόλης, καθώς και στην ανάδειξη της ιδιαίτερης ταυτότητας των δυο πλατειών και των όψεων των κτιρίων.
Επιδιώκεται η ενίσχυση του άξονα ως κεντρική αρτηρία περίπατου που συγκροτείται από επιμέρους ζώνες κίνησης και ανάπαυσης, με την οργάνωση των στοιχείων αστικού εξοπλισμού και φύτευσης. Τόσο η εισαγωγή στοιχείων νερού όσο και τα προτεινόμενα είδη φυτών και δένδρων στοχεύουν στην βιοκλιματική αναβάθμιση της περιοχής και στην απόδοση ενός συγχρόνου και βιώσιμου δημόσιου χώρου στην πόλη.
Ανάπλαση ΔΕΘ: Το μεγάλο στοίχημα στο κέντρο της πόλης
Η ανάπλαση της ΔΕΘ δεν είναι απλώς ένα ακόμη μεγάλο έργο. Είναι ίσως το πιο συμβολικά φορτισμένο project της Θεσσαλονίκης ακριβώς επειδή αγγίζει την καρδιά της, χωρικά, ιστορικά και πολιτικά. Λίγα σημεία της πόλης συγκεντρώνουν τόσες αντιφάσεις όσο ο χώρος της Διεθνούς Εκθέσεως.
Από τη μία ένας ιστορικός θεσμός άρρηκτα συνδεδεμένος με την οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης, από την άλλη ένας περίκλειστος, συχνά αφιλόξενος, αστικός θύλακας, που λειτουργεί περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως σύνδεσμος μέσα στο κέντρο. Η συζήτηση για την ανάπλαση της ΔΕΘ διαρκεί χρόνια και δεν είναι τυχαίο ότι συνοδεύεται από έντονες αντιπαραθέσεις.
Πόσο πράσινο χωράει πραγματικά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης; Μπορεί ένας εκθεσιακός και συνεδριακός χώρος διεθνών προδιαγραφών να συνυπάρξει με ένα μητροπολιτικό πάρκο; Και τελικά, σε ποιον ανήκει αυτός ο χώρος. Στην οικονομία της πόλης ή στην καθημερινότητα των κατοίκων της;

Η ανάπλαση της ΔΕΘ δεν κρίνεται μόνο από τα τετραγωνικά, τα κτίρια ή τις αρχιτεκτονικές μακέτες. Κρίνεται από το αν θα καταφέρει να μετασχηματίσει έναν κλειστό, περιστασιακά ενεργό χώρο σε έναν ζωντανό, διαπερατό αστικό πυρήνα. Έναν χώρο που δε θα «ανοίγει» μόνο κάθε Σεπτέμβρη, αλλά θα ενσωματώνεται στην καθημερινή εμπειρία της πόλης λειτουργώντας ως τόπος συνάντησης, πρασίνου, πολιτισμού και δραστηριότητας.
Στην αυγή του 2026 και με βάση τα όσα έχουν εξαγγελθεί δια στόματος πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, η ανάπλαση της ΔΕΘ θα υλοποιηθεί με εθνικούς πόρους ύψους 120 εκατ. ευρώ. Η κυβέρνηση απέσυρε το αρχικό μοντέλο της Σύμπραξης Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), επιλέγοντας την κρατική χρηματοδότηση για να διασφαλίσει τον δημόσιο έλεγχο.
Στο κέντρο του σχεδιασμού βρίσκεται η δημιουργία ενός μεγάλου Μητροπολιτικού Πάρκου που θα αποδοθεί στους πολίτες, αυξάνοντας σημαντικά το πράσινο στην πόλη, ακυρώθηκε η κατασκευή ξενοδοχειακής μονάδας εντός του χώρου, όπως προβλεπόταν αρχικά, ενώ προβλέπεται η πλήρης αναμόρφωση και επισκευή του Συνεδριακού Κέντρου «Ι. Βελλίδης». Παράλληλα, η Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος για την ανάπλαση της ΔΕΘ αγγίζει την συγκέντρωση των 23.000 υπογραφών ώστε να τις καταθέσει με στόχο τη διενέργεια του πρώτου τοπικού δημοψηφίσματος στη χώρα.
Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά: Μια υπόσχεση για τη δυτική Θεσσαλονίκη
Το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά αφορά κάτι ακόμη πιο βαθύ, τη διαχρονική ανισορροπία της Θεσσαλονίκης ανάμεσα στο κέντρο και τη δυτική της πλευράς. Ο χώρος του πρώην στρατοπέδου δεν είναι απλώς ένα μεγάλο οικόπεδο που αλλάζει χρήση. Είναι μια από τις ελάχιστες ευκαιρίες να αποκτήσει η δυτική Θεσσαλονίκη έναν πνεύμονα πρασίνου και δημόσιου χώρου αντίστοιχο με το μέγεθος και τις ανάγκες της. Γ
ια δεκαετίες, τα πρώην στρατόπεδα της Θεσσαλονίκης λειτουργούν ως κλειστές νησίδες μέσα στον αστικό ιστό, ως χώροι απαγορευμένοι, φορτισμένοι με μνήμη, αλλά αποκομμένοι από την καθημερινότητα. Η μετατροπή του σε μητροπολιτικό πάρκο δεν είναι απλώς μια περιβαλλοντική παρέμβαση, είναι μια πράξη αστικής επανένταξης. Ένα μεγάλο πάρκο δεν είναι πολυτέλεια για τη δυτική Θεσσαλονίκη. Είναι βασική υποδομή ζωής. Χιλιάδες δέντρα, περιπατητικές και ποδηλατικές διαδρομές, ειδικά διαμορφωμένοι χώροι άθλησης, αναψυκτήρια/κυλικεία για τους επισκέπτες.
Το Μουσείο Αρχαιοτήτων Μετρό (Κτίριο Α3) όπου θα φιλοξενεί χιλιάδες ευρήματα από τις ανασκαφές του Μετρό Θεσσαλονίκης, το Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού χώρος αφιερωμένος στην ιστορία της περιοχής και την προσφυγική μνήμη, το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στο αποκατεστημένο κτίριο Α2 όπου θα περιλαμβάνει επίσης εκθεσιακό χώρο και επιτελικές υπηρεσίες του Δήμου Παύλου Μελά, μεταξύ των οποίων νέο Δημαρχείο και σύγχρονη Αίθουσα Συνεδριάσεων Δημοτικού Συμβουλίου.

ThessINTEC: Το όραμα μιας πόλης που θέλει να κοιτάξει μπροστά
Το ThessINTEC είναι ίσως το πιο καθαρά προσανατολισμένο στο μέλλον από όλα τα μεγάλα project που σχεδιάζονται στη Θεσσαλονίκη. Δεν πατά πάνω στη μνήμη, δεν επαναχρησιμοποιεί υπάρχοντα αστικά αποθέματα, δεν επιχειρεί να θεραπεύσει «τραύματα» του παρελθόντος.
Αντιθέτως, φιλοδοξεί να δημιουργήσει κάτι εξ’ αρχής. Έναν κόμβο καινοτομίας, έρευνας και τεχνολογίας που θα τοποθετήσει την πόλη στον χάρτη της σύγχρονης παραγωγής γνώσης.
Το στοίχημα εδώ δεν είναι μόνο οι υποδομές ή τα τετραγωνικά των κτιρίων, αλλά η δημιουργία ενός πραγματικού οικοσυστήματος που θα συνδέει πανεπιστημιακά ιδρύματα, επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα και ανθρώπους που επιλέγουν να μείνουν και να δουλέψουν στην πόλη.

Το ThessINTEC έρχεται να απαντήσει σε ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα της Θεσσαλονίκης. Τη διαρροή ταλέντων. Το project θα υλοποιηθεί σε έκταση 760 στρεμμάτων στην περιοχή της Περαίας, την οποία έχει παραχωρήσει η Αλεξάνδρια Ζώνη Καινοτομίας (ΑΖΚ) με δικαίωμα χρήσης επιφάνειας διάρκειας 99 ετών.
Η Φάση Α’ περιλαμβάνει έξι καινοτόμα “Mega Projects” σε τομείς όπως τα προηγμένα υλικά, η νανοτεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και η καθαρή ενέργεια. Εκτός από εργαστήρια και γραφεία, το πάρκο θα περιλαμβάνει ξενοδοχείο 4 αστέρων, θεματικό πάρκο-ενυδρείο, συνεδριακό κέντρο και αθλητικές εγκαταστάσεις. Συμμετέχουν πάνω από 70 επιχειρήσεις και 17 ερευνητικά/ακαδημαϊκά ιδρύματα (όπως το ΕΚΕΤΑ), με στόχο τη δημιουργία 7.000 θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Πανεπιστημιακό Παιδιατρικό Νοσοκομείο: Ένα ουσιαστικό project
Ανάμεσα στα μεγάλα project που συζητιούνται για τη Θεσσαλονίκη είναι το Πανεπιστημιακό Παιδιατρικό Νοσοκομείο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος στο Φίλυρο. Δεν αφορά την εικόνα της πόλης προς τα έξω, ούτε τη θέση της στον διεθνή χάρτη.
Αφορά τον πιο ουσιαστικό της ρόλο. Την ικανότητα να προσφέρει φροντίδα σε παιδιά που δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλά σαν ασθενείς με την τυπική έννοια. Το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν έρχεται απλώς να καλύψει ένα λειτουργικό κενό, αλλά να αλλάξει την ίδια τη φιλοσοφία της παιδιατρικής φροντίδας στη Βόρεια Ελλάδα. Σύγχρονες εγκαταστάσεις, εξειδικευμένες μονάδες, χώροι σχεδιασμένοι όχι μόνο για θεραπεία, αλλά και για ανθρώπινη παραμονή.

Το νοσοκομείο θα λειτουργεί παράλληλα ως πρότυπο κλινικής φροντίδας, ιατρικής εκπαίδευσης και έρευνας στη Βόρεια Ελλάδα. Σε ένα ειδικά διαμορφωμένο κτίριο, δίπλα στο νοσοκομείο, θα στεγάζεται το νέο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων, το οποίο θα διαθέτει ιδιωτικούς υπαίθριους κήπους και χώρους παιχνιδιού.
Παράλληλα, ένα τρίτο κτίριο θα στεγάζει πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας, που θα περιλαμβάνουν ένα αμφιθέατρο, αίθουσες διδασκαλίας, χώρους γραφείων, μία αίθουσα πολυμέσων, μία βιβλιοθήκη, καθώς και εργαστήρια μάθησης και έρευνας. Τα τρία κτίρια αναπτύσσονται σε δύο οικόπεδα, με υπέργειες και υπόγειες συνδέσεις, και λειτουργούν συνδυαστικά, στο πλαίσιο μίας καινοτόμου αρχιτεκτονικής προσέγγισης. Το 2027 αναμένεται να παραδοθεί στην ελληνική κοινωνία.
Το ξύλινο ντεκ της παλιάς… νέας παραλίας
Σαν ένα καράβι που θα ταξιδεύει νοητά, τους Θεσσαλονικείς και τους επισκέπτες της πόλης, στον Θερμαϊκό, χαρακτηρίζεται η κατασκευή του ξύλινου ντεκ της παλιάς παραλίας, ένα ακόμη έργο που δημοπρατείται το 2026. Δεν πρόκειται για μια εντυπωσιακή ανάπλαση, ούτε για ένα έργο που φιλοδοξεί να αλλάξει θεαματικά τον χάρτη της πόλης. Πρόκειται για μια ουσιαστική παρέμβαση στην καθημερινότητά της. Το νέο ντεκ δεν επαναπροσδιορίζει την παραλία, αλλά τη συμπληρώνει. Προσθέτει έναν χώρο παραμονής εκεί όπου υπήρχε πριν μόνο η διέλευση.
Επιτρέπει το κάθισμα, τη στάση, την παρατήρηση. Μια μικρή αλλαγή, αλλά με μεγάλη σημασία γιατί μετατοπίζει τη σχέση του σώματος με τον δημόσιο χώρο και υπενθυμίζει ότι η ποιότητα ζωής χτίζεται συχνά με τέτοιες λεπτομέρειες. Τα χαρακτηριστικά του έργου: Ξύλινο κατάστρωμα (deck), πλάτους 12,0 m και μήκους 1.100 m, το οποίο εδράζεται σε πασσάλους από σκυρόδεμα.
Το ντεκ θα είναι στατικά ανεξάρτητο από το υφιστάμενο κρηπίδωμα. Ανάχωμα από φυσικούς ογκόλιθους και σε επαφή με το υφιστάμενο κρηπίδωμα για την ανάσχεση της των κυμάτων και την προστασία του ξύλινου καταστρώματος, μήκους 1.100 m περίπου. Κρηπίδωμα από σκυρόδετους τεχνητούς ογκόλιθους και λιθορριπή στο ανατολικό άκρο της περιοχής επέμβασης (περιοχή Λευκού Πύργου), μήκους 21,0 m. Ύφαλοι κυματοθραύστες από φυσικούς ογκόλιθους και λιθορριπή, μήκους 230 m. Ποδηλατόδρομος αμφίδρομης κίνησης, μήκους 1.100 m.

Άλλα συνοδά έργα (διαμόρφωση ζώνης όδευσης τυφλών επί του νέου δαπέδου του κρηπιδώματος, πλάτους 1,8 m, ανακατασκευή ηλεκτροφωτισμού υφιστάμενου κρηπιδώματος, ηλεκτροφωτισμός του ξύλινου καταστρώματος, τοποθέτηση πινακίδων, τοποθέτηση κλιμάκων διάσωσης στα άκρα του ξύλινου καταστρώματος προς τη θάλασσα, ανακατασκευή διαβάσεων πεζών στην παραλιακή Λεωφόρο Νίκης, έργα ομβρίων σε Ίωνος Δραγούμη και Αριστοτέλους).
Σύμφωνα με την προμελέτη, ο ενδεικτικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 35 – 40 εκατ. ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, και προβλέπεται να συγχρηματοδοτηθεί από κοινοτικούς πόρους. Η διάρκεια μελέτης και κατασκευής υπολογίζεται σε 26 μήνες, με τους 23 να αφορούν καθαρά την κατασκευή.
Μουσείο Ολοκαυτώματος: Η μνήμη ως δημόσια ευθύνη
Το Μουσείο Ολοκαυτώματος δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με τα υπόλοιπα projects που «τρέχουν» στη Θεσσαλονίκη. Δε σχεδιάζεται για να αναζωογονήσει έναν χώρο, να ενισχύσει την οικονομία ή να βελτιώσει την καθημερινότητα με άμεσο τρόπο. Και όμως αποτελεί ένα από τα πιο αναγκαία project γιατί αφορά κάτι θεμελιώδες. Τη σχέση της πόλης με τη μνήμη της. Η απώλεια της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά ένα κενό που εξακολουθεί να διαμορφώνει την ταυτότητα της ακόμη και όταν δεν αναγνωρίζεται ρητά.

Το Μουσείο Ολοκαυτώματος έρχεται να κλείσει αυτό το κενό και να μετατρέψει τη μνήμη από ιδιωτική υπόθεση σε δημόσια ευθύνη.
Θα έχει συνολική επιφάνεια περίπου 9.000 τ.μ., θα αποτελείται από έξι υπέργειους και δύο υπόγειους ορόφους και θα αναπτύσσεται γύρω από ένα μικρό αστικό άλσος. πέρα από τους αίθουσες της μόνιμης έκθεσης, το Μουσείο Ολοκαυτώματος Ελλάδας, θα περιλαμβάνει αίθουσες περιοδικών εκθέσεων, αρχείων, εκπαίδευσης και έρευνας, καθώς και χώρους πολλαπλών χρήσεων και αναψυχής και γραφεία διοίκησης, ενώ στο διπλανό ακίνητο θα δημιουργηθεί ο υπαίθριος χώρος στάθμευσης.
Με προϋπολογισμό περίπου 40 εκατ. ευρώ και χρηματοδότηση από τη γερμανική κυβέρνηση, το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το ελληνικό δημόσιο και ιδιώτες δωρητές, το έργο ανέγερσης του Μουσείου έχει ορίζοντα ολοκλήρωσης τα τέλη του 2027. Φορέας υλοποίησής του είναι η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης.
Αλκαζάρ: Ένα εμβληματικό μνημείο επιστρέφει στο χάρτη της πόλης
Το πρώτο εξάμηνο του 2026 αναμένεται να παραδοθεί το Χαμζά Μπέη Τζαμί (Αλκαζάρ), στη συμβολή Εγνατίας και Βενιζέλου. Το έργο αποκατάστασης του μνημείου, προϋπολογισμού 11 εκατ. ευρώ, χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η αποκατάσταση και η επανενεργοποίηση του δεν είναι απλώς μια πράξη διάσωσης κτιριακού αποθέματος, αλλά μια παρέμβαση στον τρόπο που μια πόλη θυμάται και χρησιμοποιεί τους χώρους της.
Ένα εξαιρετικά σύνθετο και απαιτητικό έργο καθώς η μορφολογία του μνημείου έχει υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις, λόγω των πολλών επεμβάσεων, σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Το Αλκαζάρ επιστρέφει στο χάρτη της πόλης για να λειτουργήσει ως χώρος φιλοξενίας εκθέσεων και πολιτιστικών εκδηλώσεων, διαμορφώνοντας έναν ανοικτό πολιτιστικό πυρήνα σε συνδυασμό με το Μπεζεστένι και τις αρχαιότητες στο σταθμό μετρό της Βενιζέλου.

Πλατεία Διοικητηρίου: Το πράσινο φως που άναψε το ΚΑΣ δίνει τη δυνατότητα για την αλλαγή εικόνας ενός χώρου που έχει εγκαταλειφθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Θα ακολουθήσει η οριστική μελέτη και η μελέτη εφαρμογής ώστε να μπει άμεσα σε τροχιά δημοπράτησης με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ Κεντρικής Μακεδονίας. Σύμφωνα με το σχεδιασμό, θα διαμορφωθεί σε δύο επίπεδα, ενώ ενδιάμεσα θα υπάρχει μια ράμπα – διαδρομή η οποία θα διασχίζει τον αρχαιολογικό χώρο και θα ενώνει τα δύο τμήματα των πλατειών.
Πλατεία Ελευθερίας: Ένα από τα πολύπαθα project της Θεσσαλονίκης που δεν προχωρά εξαιτίας των διαδοχικών προσφυγών που έχουν κατατεθεί το τελευταίο διάστημα. Το έργο μετατροπής της πλατείας Ελευθερίας σε Πάρκο Μνήμης θυμάτων του Ολοκαυτώματος αποτελεί -δυστυχώς- το πιο τρανταχτό παράδειγμα το πώς ένα δημόσιο έργο, ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη, μπορεί να παγώσει επ’ αόριστον.
Αγίας Σοφίας: Μέσα στο 2026 αναμένεται να πάρουμε μια γεύση από τη νέα όψη της Αγίας Σοφίας καθώς η ολοκλήρωση των εργασιών αναμένεται 14 μήνες μετά την έναρξη τους. Πρόκειται πλέον για έναν ολοκληρωμένο πεζόδρομο που θα «εκβάλλει» στο Θερμαϊκό, φτάνοντας μέχρι τη Λεωφόρο Νίκης.
Πλατεία Δημοκρατίας: Σε τροχιά δημοπράτησης ένας ακόμη δημόσιος χώρος που τις τελευταίες δεκαετίες έχει απαξιωθεί. Η άλλοτε πλατεία – ταυτότητα της πόλης, το σημείο μηδέν της, ο Βαρδάρης των ποιητών και συγγραφέων επανέρχεται στο προσκήνιο, με στόχο να ξανασυστηθεί.
Νέο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο: Το 2030 αναμένεται να είναι έτοιμο το έργο ύψους 350,55 εκατομμυρίων, θα υλοποιηθεί με τη μέθοδο των ΣΔΙΤ, για την κατασκευή του νέου Αντικαρκινικού Νοσοκομείου σε τμήμα του στρατοπέδου Καρατάσιου στη δυτική Θεσσαλονίκη. Πρώην Στρατόπεδο Κόδρα: Μια έκταση άνω των 340 στρεμμάτων στην Καλαμαριά που παραμένει αναξιοποίητη και στο επίκεντρο των συζητήσεων ώστε να πάψει να αποτελεί εκκρεμότητα για την πόλη, αλλά να μετατραπεί σε ένα μητροπολιτικό πάρκο πρασίνου, πολιτισμού και αναψυχής, υπερτοπικής σημασίας.
