Θεσσαλονίκη: Το ιστορικό λουτρό Μπέη Χαμάμ ανοίγει ξανά ως ζωντανός χώρος πολιτισμού
Η αποκατάσταση του μνημείου εντάσσεται στη συνολική προσπάθεια ανάδειξης του πολιτιστικού αποθέματος της πόλης
Ένα μνημείο που για αιώνες υπήρξε τόπος συνάντησης, καθημερινότητας και κοινωνικής ζωής στο κέντρο της Θεσσαλονίκης άνοιξε και πάλι τις πύλες του, αυτή τη φορά ως ένας σύγχρονος χώρος πολιτισμού. Το Μπέη Χαμάμ, το μεγαλύτερο και σημαντικότερο οθωμανικό λουτρικό συγκρότημα στα Βαλκάνια, παραδόθηκε επισήμως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασής του, σηματοδοτώντας μια νέα περίοδο για ένα από τα πλέον εμβληματικά μνημεία της πόλης.
Η αποκατάσταση του μνημείου εντάσσεται στη συνολική προσπάθεια ανάδειξης του πολιτιστικού αποθέματος της Θεσσαλονίκης και επαναφέρει στο αστικό τοπίο έναν χώρο με ισχυρό ιστορικό και συμβολικό φορτίο. Το Μπέη Χαμάμ επιστρέφει πλέον ως επισκέψιμο μνημείο και ως χώρος φιλοξενίας πολιτιστικών δράσεων, αποκτώντας ξανά ενεργό ρόλο στη ζωή της πόλης.
Για μια «μέρα χαράς», έκανε λόγο η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, τονίζοντας ότι «πάντοτε η ημέρα που αποδίδει ένα μνημείο το Yπουργείο Πολιτισμού σε μια πόλη και στους πολίτες της είναι μια μέρα ξεχωριστή και πολύ περισσότερο όταν η πόλη αυτή είναι η Θεσσαλονίκη, ακριβώς γιατί έχει ένα τεράστιο πολιτιστικό απόθεμα».
Σύμφωνα με την κ. Μενδώνη, το Yπουργείο Πολιτισμού τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη υλοποιεί το μεγαλύτερο έργο σε αποκατάσταση και δημιουργία νέων πολιτιστικών υποδομών από ό,τι έχει γίνει τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ συνέδεσε την αποκατάσταση του Μπέη Χαμάμ με μια ευρύτερη στρατηγική για την πόλη. «Αυτό το οποίο προείχε για εμάς στις δημόσιες πολιτικές του πολιτισμού είναι να αναδειχθεί όχι αυτοτελώς κάθε ένα μνημείο της Θεσσαλονίκης, αλλά να αναδειχθεί η πολυπολιτισμικότητα της πόλης μέσα από τη δημιουργία πολιτιστικών διαδρομών. Γι’ αυτό και επενδύσαμε συστηματικά στα βυζαντινά μνημεία, επενδύσαμε στα οθωμανικά μνημεία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επισήμανε ακόμα πως «όταν ένα μνημείο κοινωνικοποιείται και το αγαπούν οι πολίτες, τότε το μνημείο αυτό προστατεύεται καλύτερα. Τα μνημεία είναι ζωντανοί οργανισμοί, οι οποίοι κάποια στιγμή χρειάζονται θεραπεία προκειμένου να ζήσουν για πολλά χρόνια ακόμη. Τα Λουτρά Παράδεισος, πρόσθεσε, μπορεί να μη λειτουργούν ως λουτρά, αλλά να ευχηθούμε να λειτουργούν ως παράδεισος».
Από την αποκατάσταση στην επανένταξη του μνημείου στην καθημερινότητα
Το Μπέη Χαμάμ, γνωστό επί δεκαετίες στους Θεσσαλονικείς ως «Λουτρά Παράδεισος», αποτελεί το πρώτο δημόσιο κτήριο που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την οριστική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1430. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή στην είσοδο, ανεγέρθηκε το 1444 από τον Μουράτ Β΄ και αποτελεί το παλαιότερο οθωμανικό λουτρό της πόλης και σε ένα από τα σημαντικότερα στα Βαλκάνια.
Για περίπου πέντε αιώνες βρισκόταν στον πυρήνα της κοινωνικής και εμπορικής ζωής της Θεσσαλονίκης. Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος πέρασε σε ιδιώτες και συνέχισε να λειτουργεί ως λουτρό έως το 1968. Το 1972 απαλλοτριώθηκε από το Δημόσιο και έκτοτε χρησιμοποιήθηκε για εκθέσεις και πολιτιστικές δράσεις.
«Η ολοκλήρωση του έργου “Αποκατάσταση του Λουτρού Μπέη Χαμάμ” αποτελεί σταθμό για τη διατήρηση της πολυπολιτισμικής ταυτότητας της Θεσσαλονίκης», είπε από την πλευρά της η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης Τάνια Πρωτοψάλτη, παρουσιάζοντας αναλυτικά τη διαδρομή του έργου και τη σημασία του για τη φυσιογνωμία της πόλης. «Για πέντε αιώνες αποτέλεσε τον παλμό της κοινωνικής και καθημερινής ζωής στο κέντρο της αγοράς. Σήμερα το μνημείο αυτό ξαναστέκεται όρθιο, αποκαθιστώντας τη δομική του αρτιότητα και αποκαλύπτοντας τον σπάνιο γλυπτό και ζωγραφικό του διάκοσμο», πρόσθεσε.
Οι εργασίες αποκατάστασης, όπως σημείωσε, ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2022 και υλοποιήθηκαν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με προϋπολογισμό 1,5 εκατ. ευρώ. «Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης ανέλαβε ένα εξαιρετικά σύνθετο και απαιτητικό έργο με κύριο αντικείμενο τη συντήρηση του διακόσμου, την αποκατάσταση των εσωτερικών χώρων και τμήματος της στέγης, αλλά και την εγκατάσταση νέων ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και φωτισμού ανάδειξης», τόνισε η κ. Πρωτοψάλτη.
Στη σημασία της επιστροφής του μνημείου στην καθημερινότητα της πόλης αναφέρθηκε και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης. «Αυτό το μνημείο έχει μια ιδιαίτερη και σημαντική αξία για τους Θεσσαλονικείς. Και η αξία του συνίσταται στο ότι αποτυπώνει ένα κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, αυτής της πολύχρωμης, πολυσυλλεκτικής πόλης, και ξαναπιάνει το νήμα της ιστορικής συνέχειας», είπε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ανάδειξη των μνημείων δημιουργεί νέα δυναμική για την πόλη. «Αν προσέξει κάποιος όλους αυτούς τους μήνες, τα τελευταία χρόνια, η πόλη αποκτά ένα πολιτιστικό αποτύπωμα το οποίο δεν το είχε. Και βέβαια αυτό το μνημείο έρχεται να προστεθεί ακόμη ως μία ψηφίδα στο μνημειακό και πολιτιστικό ψηφιδωτό, το οποίο παρέχεται ως μία πρόταση τουριστικής ανάπτυξης», σημείωσε.
Η τελετή πλαισιώθηκε με τη συμμετοχή των σπουδαστών του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι παρουσίασαν τρία μουσικά έργα, συνδέοντας με τον δικό του τρόπο την ιστορία του χώρου με τη σύγχρονη πολιτιστική του ζωή.
Το Μπέη Χαμάμ
Σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο της parallaxi, το παλιότερο από τα οθωμανικά λουτρά της πόλης, ένα από τα σημαντικότερα κτίσματά της, ένα αρχιτεκτονικό διαμάντι που αποτέλεσε για αιώνες σημείο συνάντησης, μετατράπηκε σε μήλον της έριδος, έμεινε στην αφάνεια για πάρα πολλά χρόνια, επανήλθε στον χάρτη την τελευταία δεκαετία και τώρα μετρά αντίστροφα για να περάσει στη νέα του εποχή.
Ο σουλτάνος Μουράτ Β’ ανήγειρε το 1436 ή το 1444 το λουτρό σε θέση όπου, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ενδεχομένως υπήρχε συγκρότημα αυτοκρατορικών θερμών (λουτρών), με το οποίο συνδέονται πιθανώς η κιονοστοιχία των Μογεμένων, νότια της οδού Φιλίππου (η οποία το 1864 διαμελίστηκε και μεταφέρθηκε στο Λούβρο) και η κρήνη στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Μητροπολίτου Γενναδίου, η οποία ανασκάφτηκε το 1926.
Πρόκειται για το πρώτο δημόσιο κτίριο που έκτισαν στην πόλη οι Οθωμανοί γκρεμίζοντας επτά παρακείμενες στο χώρο εκκλησίες.

Το ανισοσκελές ορθογώνιο της κάτοψης του δίδυμου λουτρού των οθωμανικών χρόνων, εμβαδού 1232 τ.μ, καλύπτεται από στέγη με μικρούς τρούλους, ορισμένοι από τους οποίους αφαιρέθηκαν σε μεταγενέστερες επεμβάσεις.
Οι χώροι του λουτρού των δύο τμημάτων (ανδρικού και γυναικείου) παρατάσσονται προς τα αποδυτήρια, όπου ξεχωρίζει το ελεύθερο οκτάγωνο του ανδρικού.
Με τη μεσολάβηση της κατάκοσμης αίθουσας του χλιαρού λουτρού, ο λουόμενος οδηγείται στο σύνθετο ζεστό χώρο. Εκεί, όλα τα φέροντα στοιχεία της στέγης δημιουργούν ένα μοναδικό αισθητικό αποτέλεσμα: λοφία, στεφάνες και θόλοι καταλήγουν σε ένα πρισματικό μοντέλο.

Μέσα στο οικοδόμημα υπάρχει και ένας μικρότερος ορθογώνιος χώρος, ο οποίος προοριζόταν για το ιδιαίτερο λουτρό του σουλτάνου και έχει ιδιαίτερο διάκοσμο.


Το πάτωμα είχε δύο υποστρώματα. Στο κενό ανάμεσά τους, κυκλοφορούσε ζεστός αέρας και θέρμαινε το μάρμαρο του πατώματος. Στην συνέχεια ο ζεστός αέρας διοχετευόταν σε πήλινες σωληνώσεις που βρίσκονται μέσα στην τοιχοποιϊα και έτσι ζεσταίνονταν και οι τοίχοι.
Υπερέχουσες καμάρες ενώνουν παράλληλα τόξα, πρισματικά τρίγωνα, παραπέμποντας στη δομή του σύμπαντος.
Όλες οι αίθουσες του Χαμάμ φωτίζονται με φυσικό φως μέσω οπών στην οροφή.
Το συγκρότημα των λουτρών λειτουργούσε ως χαμάμ μέχρι το 1968, το 1972 περιήλθε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και έκτοτε μετά τα έργα αποκατάστασης του κτιρίου, ήταν ανοικτό για το κοινό.
Η διαμάχη για το μέλλον τους
Το 1958 με αφορμή την ανέγερση του Δικαστικού Μεγάρου έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της διατήρησης ή μη του Μπέη Χαμάμ.
«Εξαιτίας των τουρκικών λουτρών καθυστερεί ο διαγωνισμός για το νέο δικαστικό μέγαρο. Οι υπηρεσίες του υπουργείου Παιδείας επιμένουν να διατηρηθεί. Οι οργανώσεις της Θεσσαλονίκης ζητούν την άμεση επέμβαση του πρωθυπουργού» έγραφαν τα δημοσιεύματα στον τύπο της εποχής.

Μπορεί η όλη κουβέντα να είχε ξεκινήσει νωρίτερα, όμως το Νοέμβρη του 1958 φορείς της πόλης μεταξύ των οποίων ο δικηγορικός σύλλογος, το εργατικό κέντρο, το εμποροβιομηχανικό επιμελητήριο, το βιοτεχνικό επιμελητήριο, η ένωση συντακτών, φαρμακευτικός σύλλογος, η ομοσπονδία υφασματεμπόρων, αλλά και διάφοροι άλλοι επαγγελματικοί κλάδοι όπως οι συμβολαιογράφοι, πιέζουν για να ανάψει το πράσινο φως ώστε να προχωρήσει η κατεδάφιση των λουτρών και να προχωρήσει η ανέγερση των δικαστηρίων.
«Το δικαστικό μέγαρο της Θεσσαλονίκης, λόγω της μεγάλης προεργασίας που έχει γίνει επ’ αυτού και της σοβαρότητάς του, πρόκειται να αποτελέσει το πρώτο αξιόλογο οικοδομικό έργο της πόλης μας. Θα είναι δε, μοναδικό σύγχρονο οικοδομικό μνημείο στο είδος του, για ολόκληρη τη Βαλκανική, ανώτερο ακόμα και των υπαρχόντων παλαιών δικαστικών μεγάρων σε πολλές πόλεις της Ευρώπης. Για την Ελλάδα θα αποτελέσει πρότυπο που θα μιμηθούν οι άλλες πόλεις».
Η διαμάχη φουντώνει με την πόλη να χωρίζεται σε εκείνους που ήταν υπέρ και σε εκείνους που ήταν κατά της κατεδάφισής τους.
Άνθρωποι που εμφανίζονται υπέρ της διατήρησης τους, σημείωναν ότι τα λουτρά Παράδεισος, δεν πρέπει να αναφέρονται ως «τουρκικά», αλλά ως «βυζαντινά».
Μάλιστα, σημείωναν ότι τα λουτρά θα πρέπει να παραμείνουν εκεί όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, αλλά και για τουριστικούς, αφού -όπως ανέφεραν- θερμά λουτρά τύπου χαμάμ υπάρχουν μόνο στις μουσουλμανικές χώρες.
Η κυβέρνηση της εποχής… νίπτει τας χείρας της με μια απάντηση «ναι μεν, αλλά…».
«Καλό θα ήταν να διατηρηθούν, αλλά αν επικρατήσει σχέδιο που δεν επιτρέπει τη διατήρησή τους, θα κατεδαφιστούν…».
Το θέμα έφτασε μέχρι και στη Βουλή.
Δέκα μελέτες κατατέθηκαν μέσω του πανελλήνιου διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί για το νέο δικαστικό μέγαρο της πόλης, εκ των οποίων αποφασίστηκε ότι θα εξεταστούν οι έξι, αφού οι τέσσερις ήταν εκπρόθεσμοι.
Όσον αφορά τα «τουρκικά λουτρά» αναφέρεται:
«Ως προς τα τουρκικά λουτρά, κατόπιν 1959 επιτραπείσης κατεδαφίσεως των, αν προβλέπεται τοιαύτη υπό του προκριθησομένου σχεδίου είναι πλέον ελεύθεροι οι διαγωνιζόμενοι, όπως αδιστάκτως κατά την κρίσην των καταργήσουν αυτά, δικαιολογούντες την επιβαλλομένην κατεδάφισίν των».
Ο τέως βασιλιάς τοποθετεί το θεμέλιο λίθο στο χώρο στις 27 Οκτωβρίου 1962 και την επόμενη μέρα παρελαύνει έφιππος από το σημείο.
Κατά τη διάρκεια των εκσκαφών ανακαλύφθηκαν στο χώρο, που σήμερα είναι η αρχαία Αγορά, ευρήματα μεγάλης ιστορικής και αρχαιολογικής αξίας
Έτσι και μετά από πολλές αντιδράσεις ματαιώθηκαν τα σχέδια για την ανέγερση των δικαστηρίων και οποιουδήποτε άλλου κτιρίου στην περιοχή.
Έτσι έμεινε μέχρι και σήμερα η περιοχή γνωστή ως πλατεία Δικαστηρίων.
Όταν ο χώρος «ζωντάνεψε» ξανά
Τα προηγούμενα χρόνια αρκετές ήταν οι φορές που το Μπέη Χαμάμ ή Λουτρά Παράδεισος ερχόταν στο επίκεντρο της τοπικής πολιτιστικής επικαιρότητας, με αφορμή δρώμενα που φιλοξενούνταν στο εσωτερικό του.
Μετά από 30 χρόνια εκτός λειτουργίας, το 2015 πραγματοποιήθηκαν εκεί τα γυρίσματα της ταινίας του Κώστα Γαβρά που βασίζονταν στο θεατρικό έργο «Στην ηλικία μου ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω» της Ραιάνα Ομπερμάγιερ το οποίο εξελίσσεται μέσα σε ένα αλγερινό χαμάμ, με φόντο την πολιτική και κοινωνική βία. Το ΚΑΣ είχε δώσει τότε το «πράσινο φως» για την πραγματοποίηση των γυρισμάτων.


Το Νοέμβριο του 2016 τα λουτρά έγιναν και πάλι επισκέψιμα για το κοινό στα πλαίσια έκθεσης φωτογραφίας που φιλοξενήθηκε στο χώρο.
Ακολούθησε λίγες ημέρες μετά η φιλοξενία της παράστασης Imperator Caligula σε κείμενο του Χριστόφορου Αντωνιάδη και σκηνοθεσία της Σοφίας Κακαρελίδου.
Τις επόμενες δύο χρονιές η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης έδωσε τη δυνατότητα στο κοινό να επισκεφτούν το χώρο στα πλαίσια της έκθεσης «1917: Μνημεία στις φλόγες».
Το 2018 ο χώρος άνοιξε τις πύλες του και στο πλαίσιο του Open House Thessaloniki με τους Θεσσαλονικείς να κάνουν ουρές για τις δωρεάν ξεναγήσεις.
Το 2019 στο χώρο φιλοξενήθηκαν στο χώρο και συναυλίες της ΚΟΘ.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ήταν και η οπτικοακουστική εγκατάσταση «”Thessaloniki through fragments» που παρουσιάστηκε στο χώρο στο πλαίσιο του SKG Bridges Festival 2019.
Θεωρήθηκε το ιδανικό σημείο για την συγκεκριμένη εγκατάσταση καθώς μπαίνοντας στο εσωτερικό του απομονώνονται όλοι οι ήχοι από την Εγνατία οδό αλλά και γιατί έχει διατηρηθεί ανέπαφο καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας της πόλης.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, parallaxi, Θεσσαλονίκη, χαμένη πόλη, Μαρκ Μαζάουερ, Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006








