close search results icon

Parallax View

Το θέατρο σε κρίση: Η επόμενη μέρα

Η ιστορία έχει δείξει πως μετά από κάθε μεγάλη κρίση το θέατρο βγαίνει πληγωμένο μεν αλλά πιο ώριμο, πιο υποψιασμένο, πιο τολμηρό  πιο αποφασισμένο και πιο δεκτικό στην αυτοκριτική

Το θέατρο σε κρίση: Η επόμενη μέρα
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

 

royaloperahouse

Προσπαθώ να σκεφτώ, να μαντέψω καλύτερα, πώς θα είναι το θέατρο μόλις μας αφήσει επιτέλους ο μπαμπούλας του κορονο-ιού. Ποια θα είναι τα δρομολόγιά του, οι δομές του, οι επιλογές του, οι οικονομικές του δυνατότητες, η φιλοσοφία και τα κριτήριά του; Θα συνεχίσει όπως παλιά; Θα συνεχίσει  από εκεί όπου σταμάτησε λες και δεν έγινε τίποτε στο μεσοδιάστημα ή θα τολμήσει να κάνει ριζικές αλλαγές, αφήνοντας  πίσω τις παθογένειές του και κρατώντας μόνο τα καλά στοιχεία, εκείνα που θα μπορούσαν να του διασφαλίσουν  ένα  όσο γίνεται  υγιέστερο και βιώσιμο αύριο;

Και ο θεατής; Θα επιστρέψει με τις ίδιες απαιτήσεις ή όχι; Θα εμφανιστούν καινούργιοι θεατές, δημιούργημα των άπειρων διαδικτυακών  προβολών  παραστάσεων;  Οι σαραντάρηδες και οι  πενηντάρηδες (αυτοί που κάνουν το ταμείο στα θέατρα) θα επιστρέψουν;  Και οι κρατικοί φορείς τι θα κάνουν; Θα φανούν πιο γενναιόδωροι (ως οφείλουν)  απέναντί του ή θα βάλουν άλλες προτεραιότητες; Εύκολες οι ερωτήσεις, δύσκολες οι απαντήσεις.

Η ιστορία έχει δείξει πως μετά από κάθε μεγάλη κρίση το θέατρο βγαίνει πληγωμένο μεν αλλά πιο ώριμο, πιο υποψιασμένο, πιο τολμηρό  πιο αποφασισμένο και πιο δεκτικό στην αυτοκριτική. Δείτε τι έγινε μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, μετά το Οικονομικό κραχ στην Αμερική, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, μετά τον Μάη του 68. Οπότε η απάντηση μου στα παραπάνω ερωτήματα είναι εν πρώτοις  ναι, μετά από ένα, τέτοιας εμβέλειας, τραυματικό σοκ ο χώρος θα βιώσει αλλαγές σε όλα τα επίπεδα, μόνο που αυτές δεν θα γίνουν άμεσα αισθητές.

 

Η θεατρική ζωή μέσα στο 2021 θα προσπαθήσει να ξαναβρεί την κανονικότητά της ή έστω κάποια κανονικότητα. Και σε ένα βαθμό, κουτσά στραβά,  θα το πετύχει.  Όμως, τα πολλά αγκάθια θα φυτρώσουν και θα δείξουν την αγριάδα τους αργότερα : στο χρονικό τέντωμα της  οικονομικής  κρίσης, η οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς ,δεν πρόκειται να περάσει έτσι εύκολα και αναίμακτα. Θα κρατήσει τουλάχιστον μια πενταετία, χρονικό διάστημα όπου πάρα πολλά μπορούν να συμβούν σε επίπεδο κυρίως λειτουργίας και φυσιογνωμίας του χώρου. Αν λάβουμε υπόψη ότι οι προτεραιότητες των περισσοτέρων κυβερνήσεων (τουλάχιστον των ευρωπαϊκών που γνωρίζουμε καλύτερα) θα στραφούν, για άλλη μια φορά, σε άλλους τομείς  και όχι στον πολιτισμό, ο οποίος άλλωστε δεν ήταν ποτέ προτεραιότητα αλλά ένα είδος συμπληρώματος (κυρίως στην χώρα μας, δυστυχώς), αντιλαμβάνεται κανείς ότι το θέατρο, για να συνεχίσει τον σημαντικό ρόλο που πάντα είχε στην παιδεία και την ψυχαγωγία των πολιτών, πρέπει υποχρεωτικά να σκαρφιστεί άμεσα στρατηγικές ανασύνταξης, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τα δεδομένα της νέας αγοράς καθώς και μιας ενδεχόμενης νέας πελατείας (που θα είναι αρκετά διαφορετική από τη γνώριμη πελατεία).

Σε ό,τι αφορά τα δικά μας πεπραγμένα,  η εκτίμησή μου λέει ότι το αμεσότερο και εμφανέστερο σύμπτωμα της κρίσης θα είναι  η συρρίκνωση του όγκου των εναλλακτικών και γενικά των μικρών σχημάτων και κατά συνέπεια και των 1000 και 1500 παραστάσεων τον χρόνο. Ορισμένα από τα σχήματα της τελευταίας δεκαετίας θα εγκαταλείψουν και κάποια άλλα ενδεχομένως θα απορροφηθούν από τα μεγάλα «μαγαζιά» («θεατρικά τραστ»), τα οποία προβλέπω ότι θα είναι σε ακόμη πλεονεκτικότερη/ισχυρότερη  θέση να χαράξουν  τη γραμμή και  να επηρεάσουν τη φυσιογνωμία του χώρου μέσα από τις επιλογές στους. Όποιος θα  έχει τα χρήματα θα έχει και τον τελικό λόγο. Κατάληξη  πολύ  επικίνδυνη γιατί έτσι απειλείται με αποψίλωση  ο φυσικός  χώρος που τροφοδοτεί  την εξέλιξη του  κάθε θεάτρου, που δεν είναι άλλος από τον χώρο  των εναλλακτικών, των μικρών και ανεξάρτητων σχημάτων, ένας χώρος ο οποίος παρ’ όλα τα πάμπολλα στραβά του, ήταν και συνεχίζει να είναι η μήτρα της ανανέωσης.

Νομίζω πως κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει μπόλικο ταλέντο, σπουδαίο ταλέντο στον τόπο μας , όμως μέσα σε αυτή τη μέχρι πρόσφατα άναρχη θάλασσα των μικρο-προτάσεων,  των μικρο-ιδεών,  και των δουλειών του ποδαριού ήταν αναμενόμενο να  μην μπορέσει να κάνει τη διαφορά που θα μπορούσε να κάνει. Γι’ αυτό πιστεύω πως όσα μικρά σχήματα και καλλιτέχνες συνεχίσουν να το παλεύουν από δω και πέρα πρέπει να ασπαστούν μιαν άλλη λογική, μιαν άλλη φιλοσοφία και άλλες στρατηγικές επιβίωσης και προσφοράς. Οι παλιές μεθοδεύσεις και τα δοκιμασμένα εργαλεία έχουν περίπου ολοκληρώσει τον κύκλο τους. Χρήζουν επανεξέτασης.

Αντιλαμβάνομαι ότι ζούμε στην εποχή των πολλών «Εγώ». Κάθε «Εγώ» και ο κόσμος του, ο υπολογιστής του, το θέατρό του, ο  Άμλετ του και ο Οιδίποδάς του. Όμως, δεν  μπορεί κάθε καλλιτέχνης σε ένα χώρο που απαιτεί, πέρα από μαθητεία (άγνωστη πια λέξη), και πνεύμα ομάδας  να συντηρεί (τρόπος του λέγειν)  και το «μαγαζάκι» του με  παραστάσεις των δυο-τριών ημερών, παραστάσεις των προσκλήσεων, με συντελεστές απλήρωτους, σκηνικά της κακιάς ώρας, έργα κακής ποιότητας που δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα.

Η πανδημία, πέρα από επώδυνη εμπειρία ήταν και αποκαλυπτική της θέσης του ανθρώπου στον κόσμο. Για πρώτη φορά ένας ολόκληρος πλανήτης, κοντά στα οκτώ δισεκατομμύρια ψυχές, οδηγήθηκε να παίξει τον ίδιο ρόλο την ίδια στιγμή στην ίδια σκηνή. Μια απίστευτη ενορχήστρωση σωμάτων από έναν αόρατο σκηνοθέτη, μια εμπειρία  απόλυτης όσο και επικίνδυνης σύγκλισης και ομοιογένειας, που πρέπει να βάλει σε σκέψεις τον κόσμο του θεάτρου, τουλάχιστο εκείνο τον κόσμο που πιστεύει ότι μια από τις βασικές θέσεις  του θεάτρου είναι η ανυπακοή στην ισοπεδωτική ομοιομορφία.

Η εποχή μας απαιτεί συμμαχίες σε όλα τα επίπεδα: εθνών, εταιρειών, οργανισμών, πόλεων, πανεπιστημίων. Δεν είναι άλλωστε  τυχαίο αυτό που διαβάζουμε παντού: Connect. «Συνδεθείτε». Η πλέον δημοφιλής λέξη τον 21ο αιώνα. Πιο δημοφιλής ακόμη και από τον μεταμοντερνισμό.  Και αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει και στον χώρο των μικρών και ανεξάρτητων σχημάτων. Πρέπει να δοκιμαστούν  «συμμαχίες», να δημιουργηθούν «μέτωπα» ανομοιοτήτων, ώστε να παραχθεί λόγος ανοίκειος, πλουραλιστικός, υποψιασμένος, πελεκημένος, ενημερωμένος, ψαγμένος. Αυτό προϋποθέτει ότι  όλοι αυτοί θα κάνουν τον χρόνο φίλο και όχι αντίπαλό τους. Δεν θα τρέχουν να τον προλάβουν —αυτό δηλαδή που μας αναγκάζει η υψηλή  τεχνολογία της εποχής να κάνουμε: όλα γρήγορα, όλα ετοιμοπαράδοτα, όλα  σε απόσταση ενός κλικ από μας. Με το κλικ  όμως δεν κάνεις θέατρο, αλλά διεκπεραίωση και αποδελτίωση.  Ο καλλιτέχνης που τρέχει να προλάβει τον χρόνο δεν θα βρει ποτέ τον χρόνο να σκεφτεί σοβαρά και σε βάθος αυτά που κάνει.

Την επόμενη μέρα τη διαφορά θα την κάνουν εκείνα  τα λίγα μικρά και πιο πειραματικά σχήματα, εκείνοι οι καλλιτέχνες  που πραγματικά πιστεύουν στην «αποστολή» τους, μια «αποστολή» που επιβάλλει επιστροφή σε υπόγεια, σε ατελείωτες δοκιμές και δοκιμασίες, επιστροφή στην έρευνα, στην τόλμη, στη δημιουργική φαντασία. Επιστροφή σε ατίθασα οράματα και όχι σε πιεστικές ντιρεκτίβες «ορθής» συμπεριφοράς και «ορθής» καλλιτεχνίας.

To καλό θέατρο, εκείνο το θέατρο που έγραψε ιστορία, δεν ήταν ποτέ νεροκουβαλητής της όποιας «ορθής»  ντιρεκτίβας. Παραδείγματα άπειρα. Από τον Ευριπίδη στον Σαίξπηρ και από κει στον Μπύχνερ,  στον Ίψεν, στον Ζαρί, στον  Βέτεκιντ, στον Μπρεχτ, στον Ο’ Νηλ, στον Ζενέ, στον Μπέκετ. Ουκ έστιν τέλος στους δημιουργικούς και «αναιδείς» παραβάτες του Ορθού Λόγου.

Είναι καιρός το θέατρο, ιδίως των νέων, να ακολουθήσει τον δρόμο της καρδιάς και όχι των υποδείξεων και των δουλικών μιμήσεων. «Κάνω θέατρο όπως το αισθάνομαι  και το καταλαβαίνω και όχι όπως ‘πρέπει’ να το κάνω, κι ας μην το καταλαβαίνω» . Το θέατρο για να είναι αληθινό πρέπει να αρχίζει από τα μέσα προς τα έξω και όχι ανάποδα. Αυτό σημαίνει ότι πρώτα προσέχουμε , μελετούμε και καταλαβαίνουμε τον κόσμο που βιώνουμε, τον κόσμο που μας πολιορκεί, κάνουμε κτήμα μας αυτό που βλέπουμε και μετά από επίπονη εσωτερική διεργασία  το μοιραζόμαστε, σε μορφή θεάματος , με τους συνανθρώπους μας. Διαφορετικά, αυτό που θα βγάλουμε σε δημόσια θέα θα φαντάζει ψεύτικο ή στην καλύτερη περίπτωση αχώνευτο δάνειο.

Ένας από τους λόγους που ο χώρος του αποκαλούμενου  πειραματικού θεάτρου (παγκοσμίως) μοιάζει τόσο ίδιος και τόσο προβλέψιμος (βασική αντίφαση!), είναι γιατί ακολουθεί τον συρμό των «πρέπει». Και για να μην παρεξηγηθώ: Δεν είναι κακό να ακολουθεί κάποιος κάτι. Κακό είναι όταν το κάνει για να ανήκει κάπου με τους πολλούς και όχι γιατί το αισθάνεται βαθιά μέσα του. Πρακτική που μου θυμίζει πολλούς συναδέλφους πανεπιστημιακούς οι οποίοι γράφουν για θέματα στα οποία όχι μόνο δεν πιστεύουν αλλά τους βρίσκουν απόλυτα αντίθετους και ιδεολογικά και αισθητικά. Το κάνουν όμως  γιατί «πρέπει» να δημοσιεύσουν ώστε να προαχθούν στην επόμενη βαθμίδα (σημ. οι άγγλοι διόλου τυχαία  ονομάζουν αυτές τις δημοσιεύσεις tenure track projects). Και τα περιοδικά που θα τους φιλοξενήσουν κατά κανόνα υπηρετούν (σε ένα μεγάλο βαθμό επιβάλλουν)  τον εποχικό συρμό των «πρέπει», όπως κάνουν από τη δική τους θέση στο θέατρο τα μεγάλα  φεστιβάλ.  Έχουν τον ίδιο περίπου ρόλο  και την ίδια δύναμη με τους μεγαλοεκδότες ενός βιβλίου, λ.χ..  Οι επιλογές τους ορίζουν εν πολλοίς την κυκλοφορία των  σκηνικών «συγγραμμάτων», μια κυκλοφορία που με τη σειρά της καθορίζει και τα διάφορα στυλ, τους διάφορους  αισθητικούς και ιδεολογικούς «-ισμούς».

Για να επιστρέψω όμως εκεί που άρχισα: ο πολύς κόσμος θα αισθανθεί πιο έντονα τις αλλαγές  και το εκτόπισμα της πανδημίας και της καταλυτικής δύναμης της υψηλής τεχνολογίας όταν μετά από 5-6 χρόνια θα εμφανιστεί στο  θεατρικό στερέωμα  η νέα γενιά, μια γενιά που θα κουβαλά  άλλα υλικά, άλλα κατασκευαστικά  και επικοινωνιακά εργαλεία και άλλες προσδοκίες  στη φαρέτρα της. Μια γενιά που ακριβώς επειδή μεγάλωσε μαζί με την υψηλή τεχνολογία την αντιμετωπίζει ως προέκτασή της και όχι ως αντίπαλο ή ξένο σώμα. Το ποντίκι του υπολογιστή είναι η προέκταση του χεριού της. Τότε ναι, με την άφιξη της γενιάς αυτής θα δούμε τη μεγάλη διαφορά με το σημερινό θέατρο.

Δεν ξέρω αν αυτό που θα δούμε θα ονομάζεται σκέτο «θέατρο» ή κάτι άλλο. Δεν έχει  σημασία. Το βέβαιο είναι ότι η παρουσία του θα πυροδοτήσει έναν, κατά τη γνώμη μου, ευεργετικό διάλογο με το γνώριμό μας θέατρο. Και λέω ευεργετικό γιατί στο τέλος κερδισμένοι θα είναι όλοι. Αυτό άλλωστε δεν γινόταν κάθε φορά που το θέατρο συναντούσε την τεχνολογία;  Φυσικά.

Φόβος και έκπληξη στην αρχή, «αποκαλυπτικές» εξαγγελίες περί επερχόμενου τέλους στη συνέχεια, απορριπτική διάθεση, εκνευρισμός , μετά δισταγμός, μετά κάποιες δεύτερες σκέψεις και τέλος  συνεργασία και δημιουργική συμπόρευση. Από τότε που μπήκαν οι περίακτοι στο θέατρο (ειρήσθω εν παρόδω: η πρώτη παρέμβαση της τεχνολογίας) μέχρι σήμερα η ίδια πάντα ιστορία αγάπης/μίσους. «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε».

Αντί άλλου παραδείγματος στέκομαι στον  τρόπο που υποδέχτηκαν οι καλλιτέχνες του θεάτρου και της ζωγραφικής την πρώτη εμφάνιση της  φωτογραφίας την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα. Σχεδόν όλοι  πανικόβλητοι μίλησαν για τον αναπόφευκτο θάνατο της τέχνης τους. Τέλος η ζωγραφική, τέλος και το θέατρο.  Και αντιλαμβανόμαστε γιατί.  Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που ο κάθε άνθρωπος είχε στα χέρια του ένα εργαλείο αποτύπωσης (αντιγραφής) της Φύσης και του κόσμου γενικά. Μέχρι τότε αυτό το προνόμιο το είχαν οι «ευλογημένοι» από τον Θεό καλλιτέχνες: ένας γλύπτης, ένας ποιητής, ένας εικαστικός, ένας θεατρικός συγγραφέας. Μόνο αυτοί μπορούσαν με την τέχνη τους να δικαιώσουν(αναπαράγοντας)  τη θεϊκή Δημιουργία. Τώρα το προνόμιο αυτό θα περάσει και στους ανειδίκευτους. . Όλοι μετατρέπονται ξαφνικά  σε δυνάμει καλλιτέχνες, χωρίς την αναγκαία «Μούσα», τη «θεϊκή πνοή και ευλογία».

Με τον καιρό η «απειλητική» λαϊκή φωτογραφία θα εξελιχθεί σε σπουδαία τέχνη, και μέσω της υψηλής τεχνολογίας θα συνεχίσει ακάθεκτη την  πορεία της σε πιο προχωρημένες μορφές (ανα)παραγωγής της Φύσης και των ανθρώπων. Δίπλα της σε όλη αυτή την πορεία ο άλλοτε «αντίπαλος», το θέατρο,  που και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επίσης μηχανή αναπαραγωγής της Φύσης, ανθρώπινης και μη.

Τελικά το θέμα είναι ο καλλιτέχνης να βρίσκει δημιουργικούς και ανοίκειους τρόπους αντιμετώπισης των κατακτήσεων του ανθρώπινου  νου, ώστε να βοηθά με τη σειρά του και τον θεατή να αντιλαμβάνεται καλύτερα και πιο υποψιασμένα τον κόσμο του.  Ιδίως τώρα που βιώνουμε ένα κόσμο πανταχόθεν διαμεσολαβημένο,  ένα κόσμο πολιορκητικών ομοιωμάτων έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ το «ψέμα» του καλού θεάτρου ώστε να φτάσουμε στην αλήθεια αυτού που έλεγαν οι αναγεννησιακοί, του κοσμοθεάτρου (theatrum mundi).