close search results icon

Θεσσαλονίκη

Το θρυλικό Υποβρύχιο στην Τούμπα

Η ιστορία της θρυλικής ταβέρνας

Το θρυλικό Υποβρύχιο στην Τούμπα
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Σκηνοθεσία βίντεο: Γιώργος Καράς

Στη διάρκεια της δικτατορίας και λίγο μετά υπήρξαν στην Τούμπα, πέριξ του γηπέδου του ΠΑΟΚ, μια σειρά από μυθικά στέκια που σύχναζε εντός τους κόσμος και υπόκοσμος, θεοί και δαίμονες της εποχής. Από τον Αρίστο Παγκρατίδη που κατηγορήθηκε ως δράκος του Σέιχ Σου μέχρι τους μόρτες όλης της πόλης. Μαχαλάς η γειτονιά εκείνη γεμάτη πρόσφυγες, τσιγγάνους, παλιούς Σαλονικιούς, τις νύχτες μετατρέπονταν σε θέατρο θαυμαστών συμβάντων. Που περιλάμβανε τα πάντα. Όπως περιέγραψε μοναδικά ο Θωμάς Κοροβίνης στο ”Γύρο του Θανάτου” εδώ ο έρωτας έρεε πάντα σε μεγάλες δόσεις. Κορίτσια που εκδίδονταν, τα πρώτα τραβεστί, φαντάροι καψωμένοι με άδειες, περίεργοι φοιτητές που ήθελαν να γνωρίσουν το μύθο του.

Εκεί λοιπόν ο Στέφος Κωστόπουλος, άνοιξε το Υποβρύχιο του στα τέλη της δεκαετίας του ’60 έζησε δόξες μεγάλες μέχρι τα τέλη του΄70 που η γειτονιά άρχισε να αλλάζει.

Στη γωνία Ισιδώρου και Υπατίας, στον παράλληλο δρόμο της Κονίτσης, όπως έλεγαν τότε τη Λαμπράκη, ένα πραγματικό άνδρο μυσταγωγίας. Η γειτονιά είχε και άλλα θρυλικά μαγαζιά όπως το Βλάχο και τα 6 Γουρουνάκια. Μπροστά στη δημοσιά ήταν επίσης ο Θερμαϊκός, άλλο στέκι ολκής τα πιο πολλά σε παράγκες και με λαμπάκια χρωματιστά στις αυλές τους να ορίζουν το χώρο.

Το ανεπίσημο όνομα της γειτονιάς ήταν Γύφτικα αφού κατοικούσαν πολλοί Ρομά ενώ σημαντική ήταν πάντα και η παρουσία του παρακράτους στην περιοχή, άτομα του οποίου ευθύνονταν και για τη δολοφονία Λαμπράκη.

Η κυριαρχία του ΠΑΟΚ στη ζωή της Τούμπας έπαιξε το δικό της ρόλο και στο μαγαζί με σηματοδότηση σαφή που δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρεξήγησης. Στον τοίχο οι θαμώνες αγνάντευαν τον ύμνο της ρετσίνας και στην κουζίνα το κατάμαυρο τηγάνι έπαιρνε από νωρίς φωτιά ως βασικός τρόπος μαγειρέματος. Απλές γεύσεις σπιτικές, σαλάτα εποχής και κεφτεδάκια. Στα τραπέζια τα γνωστά πλαστικά λουλουδάτα τραπεζομάντηλα. Πορτραίτα του Μοχάμεντ Άλι με τη ρώμη του κυρίαρχη παντού επίσης στόλιζαν το χώρο. Ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλα, ο Σωτήρης Τζεβελέκος και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης επίσης σε κορνίζες.

Το μεγάλο κλου του μαγαζιού ήταν οι δυο θρυλικοί οργανοπαίκτες του, τα περίφημα Αραπάκια. Τσιγγάνοι και σκούροι στο χρώμα ο Βασίλης και ο Γιώργος, ήταν μεγάλοι παίχτες του Ρεμπέτικου. Αφιχθέντες από την Ανατολική Θράκη, κατάφεραν να γίνουν πασίγνωστοι με τα τραγούδια τους και το παίξιμο τους. Όσοι τους γνώριζαν λένε ότι ήταν πάντα μαλωμένοι όμως πάνω στην πίστα ήταν αχώριστοι.

Από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες θαμώνων τα περίφημα Καυκασάκια, ο Νίκος Μαυρίδης με το παρατσούκλι Κόκορας με τον αδερφό του Τάσο, ο Φάρης και ο Λάζος. Οι τσαμπουκάδες δεν έλειπαν βέβαια όπως και στα περισσότερα στέκια της εποχής.

Η κορυφαία στιγμή της ταβέρνας ήταν όταν βρέθηκε εκεί ο Μάνος Χατζιδάκης μαζί με την Καρέζη και ηχογράφησε τον αμανέ από τα Αραπάκια, όπως λέει ο θρύλος. Η Καρέζη μάλιστα μεράκλωσε πολύ και λένε ότι ήπιε τρία μπουκάλια Δεμέστιχα.

H εικόνα μετά τη μεταπολίτευση που κατέγραψε και ο φακός του Παρασκηνίου αλλάζει αρκετά με τους κουλτουριάρηδες μακρυμάλληδες νεαρούς της εποχής να ανακαλύπτουν το θρύλο του πίνοντας ρετσίνα πλάι στους τελευταίους μάγκες που δεν τους είχε πατήσει ακόμα το τραίνου.