Πότε η επιστημονική κοινότητα θα ασχοληθεί με τα σώματα των γυναικών;

Εδώ και αιώνες οι το γυναικείο σώμα βρίσκεται στο περιθώριο των ερευνών της ιατρικής κοινότητας

Μαρία Αλεξανδρίδου
πότε-η-επιστημονική-κοινότητα-θα-ασχο-1463974
Μαρία Αλεξανδρίδου

Περίπου 200 χρόνια έχουν περάσει από τότε που άρχισε να εφαρμόζεται η σύγχρονη ιατρική. Οι νέες ανακαλύψεις και τεχνικές ανέβασαν το προσδόκιμο ζωής του ανθρώπου και πλέον λύνουν πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στο κομμάτι της υγείας, με τον ίδιο πλέον να μπορεί να διαχειρίζεται τις νόσους και τις ασθένειες οι οποίες μπορεί να τον προσβάλουν, ξεπερνώντας τις δυσκολίες αυτές με σκοπό την συνέχεια της ζωής του.

Παρ’ όλες αυτές τις καινοτόμες θεραπείες η ιατρική έχει πολλές ελλείψεις τις οποίες προσπαθεί να αντιμετωπίσει, μια από αυτές αποτελεί ο τομέας της έρευνας πάνω στο σώμα της γυναίκας.

Δυστυχώς η επιστήμη δεν έχει αφιερώσει την ίδια προσοχή στις νόσους από τις οποίες πάσχουν οι γυναίκες. ενδομητρίωση, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (ΣΠΩ/PCOS), συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ), αυτές αποτελούν λίγες από τις ασθένειες που προσβάλουν το γυναικείο σώμα και η θεραπεία ίασης δεν έχει δημιουργηθεί με μόνη επιλογή, τους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες που μπορούν και εφαρμόζονται σε ορισμένα κυρίως αυτοάνοσα αδρανοποιούντας απλώς την κατάσταση.

Στερεότυπα και ελλιπές ενδιαφέρον ή δυσκολία στις έρευνες;

Παρ’ όλο που οι γυναίκες το 1800 (την περίοδο που περίπου άρχισε να εξελίσσεται η σύγχρονη ιατρική) αποτελούσαν το 50% του πληθυσμού, οι γιατροί θεωρούσαν το γυναικείο σώμα ως “μη τυπικό” και το ανδρικό σώμα ως το «πρότυπο». Άλλα στερεότυπα που καθόριζαν τις έρευνες για τις γυναίκες στον ιατρικό τομέα αποτέλεσαν οι ορμονικές αλλαγές τους, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως “περίπλοκες” στην κατανόηση με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό τους από τις έρευνες. Επίσης η θεωρία πως “ο πόνος που νιώθουν οι γυναίκες είναι υπερβολικός” και πως συνήθως οφείλεται στο άγχος ή σε άλλους ψυχολογικούς παράγοντες οδήγησε σε αργοπορημένες διαγνώσεις και αντιμετώπιση των νόσων, με το τελευταίο να ισχύει μέχρι και σήμερα.

Τα στερεότυπα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την ανεπαρκή αναγνώριση και καταπολέμηση ασθενειών όπως η ενδομητρίωση, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και άλλες πολλές γυναικολογικές νόσους οι οποίες επηρεάζουν τις γυναίκες στην καθημερινότητα τους με το ποσοστό ερευνών που αφιερώνεται πάνω σε αυτές να αποτελεί μόνο το 7%.

Η αδιαφορία αυτή για το γυναικείο σώμα είχε αντίκτυπο και στην χρήση διαφόρων φαρμάκων. Το γεγονός ότι οι έρευνες και οι δοκιμές εφαρμόστηκαν επάνω στο ανδρικό πρότυπο χωρίς να ληφθούν υπ’ όψη οι διαφορές με το γυναικείο, έφερε ως αποτέλεσμα ο γυναικείος οργανισμός να δέχεται περισσότερες παρενέργειες και διαφορετική αποτελεσματικότητα από τα φάρμακα αυτά καθώς όπως είναι πλέον γνωστό έχει διαφορετικές ανάγκες και λειτουργίες.

Γυναικείες νόσοι και η ανεπάρκεια των ερευνών

Η ενδομητρίωση αποτελεί μια από τις πιο συνήθεις νόσους που προσβάλουν το γυναικείο σώμα, αντιθέτως τα ιατρικά βιβλία περιέχουν ανεπαρκείς πληροφορίες, με τις γνώσεις και την εξειδίκευση πάνω σε αυτή να είναι περιορισμένη. Αποτελεί μια χρόνια, επώδυνη πάθηση όπου ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο αναπτύσσεται εκτός της μήτρας και με τα ποσοστά εμφάνισης αυτής της νόσου να αγγίζουν το 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως.

Δηλαδή 1 στις 10 γυναίκες, συνήθως μεταξύ 20 και 35 ετών προσβάλλονται από ενδομητρίωση και παρ’ όλο που είναι ένα αρκετά συχνό φαινόμενο η νόσος αυτή είναι συχνά υποδιαγνωσμένη. Οι θεραπείες που υπάρχουν (ορμονικές ή χειρουργικές) στοχεύουν στην καταστολή της νόσου και στη διαχείριση του πόνου και της υπογονιμότητας με την θεραπεία ίασης (δηλαδή οριστικής εξάλειψης της ) να παραμένει ανύπαρκτη.

Άλλη μια νόσος η οποία είναι επίσης πολύ συχνή και δεν έχει βρεθεί θεραπεία ίασης είναι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (ΣΠΩ/PCOS), αποτελεί μια ενδοκρινολογική διαταραχή στις γυναίκες που προκαλεί ορμονικές ανισορροπίες, διαταραχές περιόδου, ακμή και υπογονιμότητα. Προσβάλλει περίπου το 5% έως 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας (12-45 ετών) και ο τρόπος αντιμετώπισης του χαρακτηρίζεται από αλλαγές στον τρόπο ζωής και φαρμακευτικές αγωγές.

Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) είναι μια χρόνια, αυτοάνοση νόσος όπου το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα στους ιστούς και τα όργανα του σώματος. Χαρακτηρίζεται από εξάρσεις και υφέσεις, εξανθήματα, προβλήματα στις αρθρώσεις, στα νεφρά, στο αίμα και στο νευρικό σύστημα. Όπως και οι προαναφερθείσες νόσοι δεν έχει βρεθεί θεραπεία ίασης και καταπολεμάται κυρίως από αντιφλεγμονώδη, ανθελονοσιακά, κορτικοστεροειδή και ανοσοκατασταλτικά φάρμακα τα οποία αδρανοποιούν τη νόσο.

Όπως βλέπουμε, νόσοι οι οποίοι εμφανίζονται στο μεγαλύτερο ποσοστό των γυναικών δεν είχαν ληφθεί σοβαρά υπ’ όψη από την ιατρική κοινότητα, φόβοι και παρωχημένες αντιλήψεις της εποχής, αποθάρρυναν τους επιστήμονες να πραγματοποιήσουν πολλές και εις βάθος έρευνες για το γυναικείο σώμα. Αυτή η συστηματική παραμέληση αποτελεί κάτι το οξύμωρο καθώς οι γυναίκες αποτελούν το 78% του πληθυσμού που πάσχει από κάποιο αυτοάνοσο. Κατά συνέπεια η επόμενη λογική κίνηση που θα πρέπει να εφαρμοστεί είναι η αφιέρωση περισσότερης έρευνας για τον οργανισμό της γυναίκας.

Τα πράγματα (ευτυχώς) αλλάζουν προς το καλύτερο

Με την εξέλιξη της ιατρικής και την εισχώρηση περισσότερων γυναικών επιστημόνων στον τομέα της έρευνας τα πράγματα δείχνουν αρκετά θετικά για την πρόοδο προς νέες και ας ελπίσουμε οριστικές θεραπείες των γυναικολογικών νόσων.

Πλέον η ιατρική κοινότητα βασίζεται σε επιστημονικά στοιχεία και όχι κοινωνικά στερεότυπα όσο αφορά τις γυναίκες με αποτέλεσμα να ανοίγουν οι ορίζοντες για πραγματική αλλαγή. Με αυτόν τον τρόπο, υιοθετούνται διάφορες πρακτικές που αποσκοπούν στην ενίσχυση και περαιτέρω βελτίωση της έρευνας σχετικά με το γυναικείο σώμα. Σύμφωνα με άρθρο του World Economic Forum οι παρακάτω πρακτικές μπορούν να κάνουν πλέον την διαφορά.

Απελευθερώνοντας την καινοτομία στον τομέα της υγείας των γυναικών

Οι ρυθμιστικές αλλαγές, όπως τα κουπόνια προτεραιότητας εξέτασης, σε συνδυασμό με οικονομικά κίνητρα όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, χρηματοδότηση της έρευνας και συμπληρωματική χρηματοδότηση από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, μπορούν να ενθαρρύνουν ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερομένων να επενδύσουν στην υγεία των γυναικών και να συμβάλουν στην τόνωση της καινοτομίας. Ένα ανανεωμένο μοντέλο τιμολόγησης και αποζημίωσης μπορεί επίσης να προσελκύσει επενδύσεις και να καλύψει τα κενά χρηματοδότησης.

Επεκτείνοντας τη συμμετοχή των γυναικών στις κλινικές δοκιμές

Η κατάλληλη εκπροσώπηση των γυναικών στις κλινικές δοκιμές πρέπει να αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων υγείας των γυναικών. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι νέες θεραπείες είναι ασφαλείς και αποτελεσματικές για τις γυναίκες, είναι απαραίτητο να βελτιωθεί η συμμετοχή τους, ιδίως σε κλινικές δοκιμές πρώιμης φάσης και σε βασικούς θεραπευτικούς τομείς, όπως η καρδιολογία και η ογκολογία.

Η μεγαλύτερη συμμετοχή των υποεκπροσωπούμενων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών χρώματος και των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, είναι κρίσιμη. Το έγγραφο προτείνει επίσης ένα πλαίσιο έρευνας για τη μητρότητα που θα επιβάλλει, όπου είναι εφικτό, τη συμμετοχή εγκύων και θηλαζουσών γυναικών και θα προσφέρει στοχευμένα ερευνητικά κίνητρα.

Η ευαισθητοποίηση των ρυθμιστικών αρχών και του προσωπικού των κλινικών δοκιμών σχετικά με τη σημασία της συμμετοχής και τον βέλτιστο τρόπο σχεδιασμού κλινικών δοκιμών χωρίς αποκλεισμούς μπορεί να επιταχύνει τον συντονισμό των προσπαθειών για την επίτευξη κοινών στόχων.

Βελτίωνοντας τις ανάλυσεις των δεδομένων κλινικών δοκιμών

Η τυποποιημένη συλλογή δεδομένων, η συνεπής ορολογία και οι αξιολογήσεις οφέλους-κινδύνου ανά φύλο είναι απαραίτητες για την καλύτερη αναγνώριση των μοναδικών επιδράσεων που σχετίζονται με το φύλο. Η υιοθέτηση ευέλικτων αναλυτικών μεθόδων και η διευκόλυνση της παγκόσμιας ανταλλαγής δεδομένων θα συμβάλουν στην εξαγωγή σημαντικών συμπερασμάτων από μικρότερα ή περιορισμένα σύνολα δεδομένων.

Σχεδιάζοντας κλινικές δοκιμές με γνώμονα τις γυναίκες

Η εκπαίδευση των ερευνητών, των δημιουργών φαρμάκων, του προσωπικού των κλινικών δοκιμών και των ασθενών – σε συνδυασμό με τη βελτίωση της πρόσβασης στις κλινικές δοκιμές, ιδίως για τις γυναίκες που προέρχονται από υποεξυπηρετούμενες πληθυσμιακές ομάδες – είναι απαραίτητη για την προώθηση της έρευνας στον τομέα της υγείας των γυναικών. Οι κλινικές δοκιμές πρέπει επίσης να σχεδιάζονται έτσι ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις βιολογικές διαφορές μεταξύ των φύλων όσον αφορά την ανταπόκριση στη θεραπεία και την εξέλιξη της νόσου.

Εμβαθύνοντας στην κατανόηση των διαφορών μεταξύ των φύλων

Οι κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες, οι ετικέτες των φαρμάκων και τα φυλλάδια για τους ασθενείς θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα ανά φύλο. Τα επιστημονικά περιοδικά θα πρέπει επίσης να υιοθετήσουν και να εφαρμόζουν τις κατευθυντήριες οδηγίες αναφοράς SAGER (Sex and Gender Equity in Research) προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια και η λογοδοσία στις δημοσιευμένες έρευνες.

Παρά το πέρασμα 200 χρόνων οι γυναίκες του σήμερα αναγκάζονται να περνάνε τον ίδιο “Γολγοθά” σε πολλές καταστάσεις όπως οι γυναίκες του τότε, το γεγονός ότι το 2026 θα πρέπει να εξηγούμε ότι το σώμα μιας γυναίκας είναι το ίδιο σημαντικό με ενός άντρα καταντάει ανιαρό και τραγελαφικό. Ωστόσο ο επιμένον νικά και προπαντός στο θέμα της υγείας δεν αποτελεί απλά επιμονή αλλά ανάγκη και υποχρέωση του καθενός μας για ένα καλύτερο και πιο υγειές αύριο, με τις γυναίκες να συμπεριλαμβάνονται στον αγώνα αυτό αλλά και κάθε άλλο όπως θα έπρεπε να έχει συμβεί εδώ και αιώνες.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα