Νικίτα Μιλιβόγεβιτς: Ξανά στην Κρατική Σκηνή της Θεσσαλονίκης

0
268

Εικόνες: Τάσος Θώμογλου

Λίγο πριν την πολυαναμενόμενη πρεμιέρα της παράστασης, «Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της», ο καταξιωμένος σκηνοθέτης, Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς, μας μιλάει για τη δική του «Μάνα Κουράγιο». Μετά από 13 χρόνια έντονης καλλιτεχνικής περιπλάνησης μακριά από την Κρατική Σκηνή της Θεσσαλονίκης, επιστρέφει με τη σκηνοθεσία του μπρεχτικού αντιπολεμικού έργου σε νέα μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα και  σε μια σύγχρονη οπτική του κλασικού έργου. Η δική του «Μάνα Κουράγιο» δραματοποιείται απόλυτα στο πρόσωπο της κορυφαίας ηθοποιού, Λυδίας Φωτοπούλου και ο ίδιος δηλώνει θιασώτης  μιας νέας γενιάς που κυοφορεί την ελπίδα και την αλλαγή. Επιμένει να επιλέγει νέο καλλιτεχνικό αίμα τόσο για το θίασο όσο και για την ορχήστρα που συνοδεύει το έργο. Πιστός στο σύνθημα του «less is more» μας καλεί να βιώσουμε απόλυτα συναισθήματα και βαθειά νοήματα σε μια σταθερά επίκαιρη και διαχρονική «Μάνα Κουράγιο».

 PHOTO_MILIVOJEVIC2

Λέτε συχνά ότι νιώθετε την Ελλάδα σαν το δεύτερο σπίτι σας. Μπορεί να δίνει την εντύπωση στο άκουσμά της αυτή η φράση, ότι είναι μεταφορά ή ότι λέγεται για λόγους ευγένειας. Αλλά στην ουσία είναι κάτι άλλο. Ξεκίνησα να νιώθω έτσι αρκετά χρόνια πριν όταν είχα ήδη στο ενεργητικό μου πολλές παραστάσεις, είχα κάνει πολλούς φίλους και υπέροχα πράγματα μου είχαν συμβεί εδώ. Άρχισα να βρίσκομαι όλο και πιο πολύ στην Ελλάδα και ένιωσα σαν να ήταν το δεύτερο σπίτι μου. Όταν προσγειώνεται το αεροπλάνο στην Αθήνα, νιώθω τόσο ευτυχισμένος. Ταξιδεύω πολύ αλλά σπάνια νιώθω έτσι για κάποιο άλλο μέρος.

Η εμπειρία από τη  Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη με τη σειρά της είναι ένα πολύ ιδιαίτερο μέρος για μένα. Είναι μια Βαλκανική πόλη.  Τολμώ να πω ότι μου αρέσει περισσότερο από την Αθήνα. Είναι φιλόξενη πόλη και  υπάρχει κάτι μαγικό στην ατμόσφαιρά της. Η δυνατότητα που μου δίνει να περπατάω στην παραλία οποιαδήποτε στιγμή της μέρας, είναι συγκλονιστική. Από την άλλη, είναι πολλά τα βαλκανικά στοιχεία που διαθέτει που σου δίνουν την αίσθηση του οικείου.  Είναι σημαντικό να νιώθεις ευπρόσδεκτος κάπου και στη Θεσσαλονίκη το νιώθω κυρίως από τις προηγούμενες συνεργασίες μου εδώ. Μην ξεχνάτε ότι είμαι σκηνοθέτης και περνώ τον περισσότερο χρόνο μου κλεισμένος στο θέατρο. Είμαι ευτυχής, λοιπόν, που είμαι εδώ.

Μπορούν χώρες, όπως η Σερβία και η Ελλάδα, να ξεπεράσουν τις δύσκολες καταστάσεις που περνούν και να επιστρέψουν σε μια βιώσιμη καθημερινότητα; Η εμπειρία μου με τη Σερβία, γιατί κάνουμε λόγο για μια πόλη που βίωσε τον πόλεμο, είναι ότι απαιτείται χρόνος και πάλι χρόνος για να γιατρευτούν οι πληγές. Ένας καλός μου φίλος, γιατρός από το Βελιγράδι, μου  έχει πει, «Άκου, Νικήτα, αν κόψεις ένα μικρό κομμάτι από το δάχτυλό σου, θα πάρει μια βδομάδα για να γιατρευτεί, φαντάσου όλα αυτά τα φοβερά γεγονότα που έχουν συμβεί, θέλουν χρόνια πολλά χρόνια για να επουλωθούν οι πληγές». Και είναι ακριβώς έτσι. Σαν εξωτερικός παρατηρητής μπορεί κανείς να υποθέσει ότι τα πράγματα προχωρούν καλά, όμως αν το ζήσεις εκ των έσω θα καταλάβεις ότι πρόκειται για μια φτωχή χώρα που οι πολίτες της παλεύουν για την επιβίωσή τους. Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση. Όταν υπάρχει αυτή η στρεσογόνος και πιεστική κατάσταση στη χώρα, αυτή ακριβώς η κατάσταση θα κληροδοτηθεί και στην επόμενη γενιά. Η Ελλάδα με τη σειρά της διανύει μια πολύ δύσκολη κατάσταση και είναι ακόμα στην αρχή της. Θα είναι ένα μακρύ ταξίδι.

PHOTO_MILIVOJEVIC4

Επιστροφή στην Κρατική Σκηνή της πόλης μετά από 13 χρόνια. Ναι, ακριβώς, μετά από 13 χρόνια. Υπάρχει ακόμα η αφίσα από την προηγούμενη συνεργασία μου εδώ, στα γραφεία του ΚΘΒΕ. Ο καιρός περνάει τόσο γρήγορα, ωστόσο, πάντα διατηρούσαμε επαφή και επιθυμούσα να επανέλθω. Πρέπει να ταιριάξουν τα κομμάτια του πάζλ, να είναι κατάλληλη η στιγμή και να σου προτείνουν κάτι που θες πολύ να κάνεις. Τα πράγματα στην Κρατική σκηνή αλλάζουν συνέχεια, τώρα, είμαστε εδώ και ευτυχείς.

Είστε ενήμερος για τα προβλήματα οικονομικής φύσεως που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει το ΚΘΒΕ. Πώς είναι η συνεργασία σας; Για να είμαι ειλικρινής είμαι έκπληκτος με τον τρόπο που εργάζονται οι άνθρωποι εδώ. Η συνεργασία μας είναι εξαιρετική. Οι ηθοποιοί στο σύνολό τους είναι νέα παιδιά και αυτό το ήθελα πολύ, όπως και η ορχήστρα που αποτελείται από ταλαντούχους νέους.  Τεχνικοί, επιτελείο είναι όλοι τους εξαιρετικοί. Είχα πολύ καιρό να δω ανθρώπους να δουλεύουν πυρετωδώς και να είναι χαρούμενοι και ενθουσιώδεις στις πρόβες. Λίγο πριν την πρεμιέρα και ομολογώ ότι περνάμε υπέροχα στις πρόβες .

Η πρώτη παρουσίαση της «Μάνας Κουράγιο» έγινε το 1982, από την Κεντρική Σκηνή της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Μπαίνετε στο παιχνίδι των συγκρίσεων; Όχι, καθόλου, ποτέ δεν το σκέφτηκα έτσι. Είναι όλο τόσο καινούργιο για μένα που δεν μπορώ να εισέλθω σε ένα παιχνίδι συγκρίσεων. Η προσέγγιση του έργου, είναι η δική μου οπτική, όπως πάντα. Η δική μου ματιά, μια σύγχρονη προσέγγιση του έργου, τι θα αποτελούσε ενδιαφέρον για το κοινό, τι θα ήταν ενδιαφέρον για μένα, γιατί είναι σημαντικό να  λαμβάνει χώρα επί σκηνής ένα τέτοιο έργο, τι μπορώ να προσφέρω ως σκηνοθέτης, αυτά με απασχολούν κυρίως. Αποφεύγω να κάνω έρευνα για προηγούμενες παραστάσεις γιατί μερικές φορές νιώθω ότι με μπλοκάρουν.

PHOTO_MILIVOJEVITS1

Τι προσφέρει ένα κείμενο, σαν αυτό του Μπρεχτ, σε ένα σκηνοθέτη; «Η Μάνα Κουράγιο» είναι από τα πιο σημαντικά έργα του 20ο αιώνα για μένα. Ένα υπέροχο έργο με βαθειά νοήματα, νιώθω τυχερός που το σκηνοθετώ.  Πρόκειται για εκείνα τα έργα που ανήκουν στην κατηγορία του «για πάντα» , δεν είναι απλά επίκαιρο αλλά προσεγγίζει τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Μπορεί να ανεβεί οποιαδήποτε εποχή και οποιαδήποτε κοινωνία μπορεί να το υποστηρίξει γιατί ενέχει το αρχετυπικό μιας τραγωδίας. Το αρχέτυπο, αυτή η υπέροχη ελληνική λέξη. Το πιο σημαντικό, όμως, δεν είναι τα στοιχεία μιας τραγωδίας  που μπορεί να περικλείει, αλλά ο τρόπος σκέψης μας για τη ζωή. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι πάντα πρέπει να κερδίσουν κάτι και οι  άλλοι να χάσουν, ψάχνουν πάντα για το συμφέρον τους.  Στο τέλος, όμως, της μέρας αυτός που νομίζει ότι κέρδισε είναι στην ουσία και χαμένος.  Η Ελλάδα, όπως και η Σερβία είναι μικρές χώρες, δεν ανήκουν στις ισχυρές χώρες του παιχνιδιού και τον περισσότερο καιρό ήταν στη θέση της «Μάνας Κουράγιο».  Στο παιχνίδι, λοιπόν, στο αλισβερίσι με τις ισχυρές χώρες, πιστεύαμε ότι κάτι θα κερδίσουμε και ότι είμαστε πιο έξυπνοι από αυτούς αλλά συνέχεια χάναμε. Είναι τραγελαφικό αυτό που κάναμε και ο τρόπος που επαναλαμβάναμε τα ίδια λάθη. Η προσήλωσή μου στο έργο αφορά στην απληστία. Η απληστία είναι ένα τεράστιο ζήτημα του σημερινού κόσμου και τα διάφορα επίπεδα αυτής. Καμία φορά, σκέφτομαι ότι ο πλανήτης είναι μια τεράστια, χαώδη κινέζικη αγορά, από την άλλη μεριά, βλέπεις ξεκάθαρα και τι συμβαίνει σ’ αυτήν την παγκόσμια αγορά. Οι πλούσιοι άνθρωποι στερούν αγαθά από τους φτωχούς. Στο τέλος, εμείς χάνουμε.

Κάθε σκηνοθέτης φέρει ένα μήνυμα. Ποιο είναι το δικό σας; Δεν έχω ένα συγκεκριμένο μήνυμα για να μοιραστώ σε μια φράση. Όλη η παράσταση είναι ένα δυνατό μήνυμα.  Αν δει κανείς την παράσταση από την αρχή ως το τέλος θα ανιχνεύσει όμοια στοιχεία με τον κόσμο που βιώνουμε.

PHOTO_MANA_KOYRAGIO10

Περικλείονται αντικρουόμενα στοιχεία στη «Μάνα Κουράγιο». Τι χάνει, τι κερδίζει; Ένα είναι σίγουρο, ότι χάνει. Από τα εγωιστικά μας συμφέροντα, καταλήγουμε να χάνουμε μεγαλύτερα πράγματα, αληθινές αξίες. Χάνει τα παιδιά της και το πιο σημαντικό και τραγικό συνάμα είναι, ότι δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει ότι αυτή ευθύνεται για τις πράξεις της, όχι ο πόλεμος. Ο πόλεμος είναι μια κακή συνθήκη. Αυτό που τείνουμε να κάνουμε οι άνθρωποι είναι να βλέπουμε πράγματα για μας που δεν είναι σημαντικά και να παραβλέπουμε την ουσία. Παίρνουμε λάθος αποφάσεις, κάνουμε τα ίδια λάθη.  Κάποτε για να γίνεις πετυχημένος ή πλούσιος έπρεπε να κάνεις συγκεκριμένα πράγματα, τώρα για να πετύχουμε μια καταξίωση πρέπει να κάνουμε πολλά πράγματα μαζί και να τρέχουμε συνέχεια. Έχουν όλα αλλάξει.

Αναζητούμε «μαύρα πρόβατα» στη ζωή μας για να τους αποδώσουμε ευθύνες και φταίξιμο; Μπορεί. Ίσως περισσότερο να ισχύει ότι είμαστε κομμάτια ενός συστήματος. Είναι ένα παιχνίδι που κάνει κύκλους. Και αυτό θα το αναγνωρίσετε στη  «Μάνα Κουράγιο».

Σε ποιους ανθρώπους θα λέγατε να κάνουν κουράγιο, να παραμείνουν δυνατοί; Είναι σημαντικό να υπάρχει ελπίδα στη νέα γενιά. Είναι αναγκαίο, αν και εξαιρετικά δύσκολο και πολλές φορές ανυπέρβλητο, να βρουν το δρόμο τους και να αγωνιστούν για τα θέλω τους. Ακούγεται σαν άλλη μια οπτιμιστική φράση, αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Στην περίπτωση της Σερβίας, χάσαμε ολοκληρωτικά μια γενιά. Μισό εκατομμύριο νέοι άνθρωποι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους κι αυτό συμβαίνει τώρα και στην Ελλάδα. Η νέα γενιά φεύγει. Αυτό πρέπει να το σκεφτούν καλά οι πολιτικοί και όσοι ευθύνονται για τις αποφάσεις. Για τη Σερβία είναι αργά να επαναφέρει όλους αυτούς τους ανθρώπους, έχτισαν αλλού τη ζωή τους και δεν πρόκειται να την εγκαταλείψουν. Για την Ελλάδα, υπάρχει χρόνος ακόμη και δεν πρέπει να χαθεί.

nikita

Δώστε μας ένα σχόλιο για την αφίσα της παράστασης. Ήθελα κάτι που θα προκαλέσει το ενδιαφέρον σας και φυσικά, μη αναμενόμενο, όχι μια εικόνα από τον πόλεμο, που ίσως θα περίμεναν πολλοί. Στόχος μου ήταν να δώσω έμφαση στο θέμα της απληστίας. Άρα, έχετε μια τεράστια αγορά από αγαθά και ένα καρότσι να περνά ανάμεσα.  Επί σκηνής δεν έχουμε καρότσι αν και είναι ανατρεπτικό να αναλογιστείς τη «Μάνα Κουράγιο» χωρίς καρότσι επί σκηνής. Πρόκειται για μια ειρωνική αναφορά για την απληστία. Δεν θέλω όμως να προδώσω κι άλλα στοιχεία.

Η μουσική της παράσταση είναι του Πάουλ Ντεσσάου. Η μουσική ενορχήστρωση είναι αναπόσπαστο κομμάτι αλλά έχουμε προβεί σε αρκετές προσαρμογές. Δεν μπορούσαμε να βάλουμε όλα τα τραγούδια. Ο Μπρεχτ είναι αρκετά πολύπλοκος στο κομμάτι της μουσικής, παρόλ’ αυτά στη συγκεκριμένη παράσταση θα νιώσουμε πολλά συναισθήματα.

Η συνεργασία με τη Λυδία Φωτοπούλου. Είναι οικεία η επαφή μας με τη Λυδία. Στις προηγούμενες δουλειές μου εδώ, η Λυδία κατείχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι υπέροχο να συνεργάζεσαι μαζί της.  Γνωριζόμαστε και από θεατρικές δουλειές στην Αθήνα, είναι η «Μάνα Κουράγιο».
PHOTO_MILIVOJEVIC3

info για την παράσταση:
Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της, του Μπέρτολτ Μπρεχτ
Για όσους από μας είχαν την τύχη να δουν το 1982 τη ‘’Μάνα Κουράγιο’’ στο ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Θόδωρου Τερζόπουλου με τη Λίνα Λαμπράκη στον ομώνυμο ρόλο η αναμονή έχει έναν ακόμα συμβολικό λόγο. Χρειάστηκαν 35 χρόνια για να ξανανέβει το έργο. Το κλασικό αντιπολεμικό αριστούργημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που γράφτηκε το 1939, ενώ ο συγγραφέας βρισκόταν αυτοεξόριστος στη Σουηδία, σηματοδοτεί μια διπλή επιστροφή. Ο Σέρβος σκηνοθέτης Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς επιστρέφει μετά από 13 χρόνια για να σκηνοθετήσει και η Λυδία Φωτοπούλου, 8 χρόνια μετά την τελευταία της συνεργασία με το ΚΘΒΕ, επιστρέφει στη κοιτίδα της για να ερμηνεύσει τον ομώνυμο ρόλο.  Η Άννα Φίρλινγκ, γνωστή ως Μάνα Κουράγιο, είναι η αντι-ηρωίδα του Μπρεχτ. Μάνα τριών παιδιών από διαφορετικούς πατέρες, είναι μια δαιμόνια εμπόρισσα που κατά τη διάρκεια του τριακονταετούς πολέμου (1618-1648) αγωνίζεται να επιβιώσει η ίδια και τα παιδιά της επιστρατεύοντας κάθε μέσο. Με έντονο αίσθημα αυτοσυντήρησης και εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα, παμπόνηρη, σκληρή, αθυρόστομη, η Μάνα Κουράγιο παθαίνει όσα αντέχει και δεν αντέχει άνθρωπος. Δρώντας με γνώμονα το κέρδος, καταλήγει, στο τέλος, να χάσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει. Ο Μιλιβόγεβιτς επικεντρώνει στο σημερινό παραλογισμό της απληστίας. Που είναι μια από τις σημαντικότερες πληγές της κοινωνίας μας. Η ΄Μάνα Κουράγιο’’ έχει απήχηση στη νέα γενιά και για αυτό στην παράστασή μας ο κεντρικός χαρακτήρας θα πλαισιώνεται από νέους ηθοποιούς, οι οποίοι θα υποδυθούν όλους τους χαρακτήρες που την περιβάλλουν.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ / Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας. Σκηνοθεσία: Νικίτα Μιλιβόγεβιτς. Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν. Χορογραφίες: Αμάλια Μπένετ. Ενορχήστρωση-Μουσική διδασκαλία: Νίκος Γαλενιανός.

ΔΙΑΝΟΜΗ / Λυδία Φωτοπούλου (Μάνα Κουράγιο), Ελευθερία Αγγελίτσα, Στελλίνα Βογιατζή, Σοφία Καλεμκερίδου, Γιώργος Κολοβός, Εμμανουήλ Κοντός, Ελευθερία Μαγκώνη, Δημήτρης Μορφακίδης, Αγγελική Νοέα, Χρήστος Παπαδημητρίου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Αλέξανδρος Σιάτρας, Φωτεινή Τιμοθέου, Ορέστης Χαλκιάς.

Συμμετέχει 10μελής Ορχήστρα Φοιτητών του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ.

PHOTO_MANA_KOYRAGIO_super_market*Πρεμιέρα την Παρασκευή 21/10 – 29/1/2017, ΕΜΣ, Εθνικής Αμύνης 2, τηλ. 2315 200 200

Shares
Προηγούμενο άρθροH Lidl Hellas στηρίζει το πρόγραμμα «Δεκατιανό στο Σχολείο»
Επόμενο άρθροΗ IBM βοηθά την Θεσσαλονίκη να γίνει “έξυπνη πόλη”
Γιώτα Κωνσταντινίδου
Ζω περίπου 30 χρόνια σ’ αυτή την πόλη, δηλαδή όλη τη ζωή μου. Τόσο που όταν ταξιδεύω να μη χαλαρώνω πουθενά, αλλά με το που πατάω το πόδι μου στη Θεσσαλονίκη να ‘’ανασαίνω’’ λυτρωτικά. Όχι, δεν είναι ερωτική ή τέλεια πόλη, είναι πολυπολιτισμική, συμπλεγματική, αντιφατική, γι’ αυτό ταυτίζουμε εύκολα το είναι μας μ’ αυτή. Τελείωσα τη Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και ασχολήθηκα ένα χρόνο με την ειδική αγωγή. Τυχαία δημοσιεύτηκε μια κριτική μου για τον Ντοστογιέφσκι, άρχισα να παίρνω τις πρώτες συνεντεύξεις και να γράφω άρθρα σε sites και blogs, Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Πετυχημένη συνέντευξη είναι εκείνη που ο συνομιλητής θα σου ανοίξει νέα παράθυρα σκέψης, προβληματισμού και εκείνος θα θυμάται τη φωνή σου. Καθώς μεγαλώνω μαθαίνω να ζω χωρίς τον πατέρα μου και να επαναλαμβάνω τη πιο σημαντική παιδαγωγική έννοια που διδάχτηκα, ‘’να αποδέχομαι την ετερότητα του άλλου’’.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ