Γιώργος Σκαμπαρδώνης στην Parallaxi: «Η ζωή είναι αντιφατική μέχρι τρέλας»
Ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας μιλά στην Parallaxi για την πόλη του, που χαρακτηρίζει «λογοτεχνική ψύχωση», για την ιστορία, την πολιτική, τη γραφή και τη σάτιρα
Αν η Θεσσαλονίκη μπορεί να καυχιέται ότι έχει δημιουργήσει μια «σχολή» συγγραφέων, σίγουρα ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης συγκαταλέγεται στους βασικούς και αναγνωρισμένους εκπροσώπους της.
Αποτελεί μια δημοσιογραφική και λογοτεχνική μορφή της πόλης.
Η διεισδυτική ματιά του, το ρεαλιστικό του ύφος, διανθισμένο συχνά με ποιητικά και βιωματικά στοιχεία, δημιουργούν ευχάριστη ανάγνωση, έχουν μετατρέψει πολλά από τα βιβλία του σε best sellers, που μάλιστα μεταφέρθηκαν σε σινεμά και θέατρο.
Από το «Ουζερί Τσιτσάνης», στο «Ήλιος με ξιφολόγχες», που πρόσφατα ανέβηκε από το Κρατικό Θέατρο και αποτέλεσε και την αφορμή για τη συζήτησή μας.
Η κουβέντα με το Γιώργο Σκαμπαρδώνη δεν είναι ποτέ ανιαρή, γιατί ο συγγραφέας βρίσκει τον τρόπο να παραθέτει νέες, ενδιαφέρουσες σκέψεις, να σαρκάζεται και να σε «γειώνει», οδηγώντας σε, σε μια μυσταγωγία των λέξεων, αλλά, όπως λέει και ο ίδιος, προσέχοντας να υπάρχει «η κατάλληλη δοσολογία».
Δημοσιογραφία, Ιστορία, Λογοτεχνία. Ποια είναι τα σημεία σύγκλισης και πού αποκλίνουν, κατά τη γνώμη σας; Σε ποιο βαθμό μπορεί η μία να «δανείζεται» από την άλλη;
«Η λογοτεχνία είναι που δανείζεται και μεταπλάθει από παντού χωρίς όριο, γιατί εκφράζει την βαθύτερη ανθρώπινη κατάσταση και μπορεί να διαπραγματευθεί τα πάντα. Όλα συρρέουν σε αυτήν και μεταχαλκεύονται σε αφήγηση, όλα μπορούν να γίνουν διηγήσεις, μύθοι, σενάρια και ιστορίες. Η βασική διαφορά είναι ότι η λογοτεχνία είναι μια αισθητική πραγμάτωση που καταρχήν πρέπει να προκαλεί απόλαυση, την ευχαρίστηση της ανάγνωσης, και, αν δεν υπάρχει αυτή, ό,τι και να μπολιαστεί εντός της είναι μάταιο. Η λογοτεχνία είναι κυρίως αισθητικό στοίχημα».
Η Θεσσαλονίκη βρίθει ιστοριών που αξίζει να διηγηθεί κανείς και έχει εμπνεύσει πολλούς λογοτέχνες. Εσείς προσωπικά με ποια κριτήρια επιλέγετε την ιστορία που αφηγείστε, ποια είναι η προσέγγιση και ποια μεθοδολογία ακολουθείτε μέχρι την ολοκλήρωση του εκάστοτε έργου;
«Κάθε φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η εποχή, τα κέφια, τα ενδιαφέρονται της κάθε περιόδου, η ένδον συγκυρία, όλα αυτά παίζουν κάποιο μυστικό ρόλο στην τελική επιλογή του θέματος. Και βέβαια, κατόπιν, η επάρκεια του υλικού, η πληροφόρηση, η βεβαιότητα ότι μπορείς να τα βγάλεις πέρα. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, προηγείται ο ενθουσιασμός για κάτι, η θρυαλλίδα, ο ίλιγγος της έμπνευσης, το αίσθημα ότι έχουν ανοίξει οι ουρανοί και ήρθε η ώρα. Αλλά και η βεβαιότητα πως έχεις το σθένος».

Πολυπολιτισμικότητα, διχασμός, υπόκοσμος. Αυτές είναι, όντως, οι τρεις λέξεις που χαρακτηρίζουν τη Θεσσαλονίκη του ΄30, όπως διέκρινα από τον ‘Ηλιο με Ξιφολόγχες’ και ποια κοινά στοιχεία μπορούμε να βρούμε με τη σημερινή Θεσσαλονίκη;
«Η ιστορία επαναλαμβάνεται και ας αφήσουμε την ρήση-κοινοτοπία περί της επανάληψης ως φάρσας. Η πολιτική είναι γεμάτη κλισέ, στερεότυπα, πράγματα και εκφράσεις και ρητορικές που επαναλαμβάνονται αενάως και βαρετά, συγκυρίες που ομοιάζουν βαθύτατα, γι’ αυτό και διδασκόμαστε από το παρελθόν. Ό,τι συνέβη πριν, θα ξανασυμβεί με μικρές, έστω, διαφορές και άλλο αμπαλάζ , αλλά οι καταστάσεις έρχονται και επανέρχονται σχεδόν πανομοιότυπες. Ο Θουκυδίδης ανακυκλώνεται στο διηνεκές και συνήθως έχει κατά 95% δίκιο, έστω έμμεσα, η κατ’ αναλογία».
Το ‘αυγό του φιδιού’ εκκολάφθηκε με την ανοχή της τότε εξουσίας, τη στιγμή που πολιτικά κόμματα και ακραίες και φανατικές τάσεις χειραγωγούσαν τον κόσμο από τη μία ή την άλλη πλευρά. Βλέπετε ομοιότητες της τότε εποχής του Μεσοπολέμου με τη σημερινή ή σήμερα μιλάμε για το τέλος των ιδεολογιών; Είναι ένα δίδαγμα και για το σήμερα η καταγραφή των γεγονότων του ΄31;
«Πάντα, όπως είπα. Και το αυγό του φιδιού δεν είναι ένα, αλλά πολλά, όπως και τότε στα 1931, που όλοι, λίγο πολύ, μετείχαν της ενοχής για τα όσα οργιώδη συνέβαιναν. Και τώρα, ποιος φταίει, ο Τραμπ, ή οι Δημοκρατικοί που εξαιτίας της ανικανότητάς τους εκείνος εξελέγη; Όταν κοτζάμ Δημοκρατικό κόμμα των ΗΠΑ δεν μπόρεσε να υποδείξει έναν υποψήφιο της προκοπής, ποιος φταίει; Πώς, άραγε, και πού επωάζεται κάθε φορά το αυγό του φιδιού, του ψαριού και της απλής κότας;».
Διακρίνονται συχνά ‘αντιφατικά’ μηνύματα ένας τίτλους των έργων ένας. ‘Ήλιος με ξιφολόγχες’, ‘Γερνάω επιτυχώς’, ‘Όλα βαίνουν καλώς εναντίον ένας’, για παράδειγμα. Είναι ένας κωδικοποιημένος τρόπος για να καταλάβουμε πόσο αντιφατική είναι η ίδια η ζωή;
«Προφανώς και είναι αντιφατική μέχρι τρέλας. Υπάρχει ο σουρεαλισμός, ο ανορθολογισμός, ο παραλογισμός, ο μεσσιανισμός, η ανεπάρκεια, ο φανατισμός, η ιδεολογική ψύχωση και άλλες μορφές διαταραχής που κυριαρχούν στην καθημερινή και στην πολιτική ζωή. Η κοινή λογική, είναι μερικές φορές, πιο σπάνια και από την ιδιοφυία».
Τι αλλάζει στη γραφή με το πέρασμα του χρόνου, τι νοσταλγεί κανείς από το νεανικό τρόπο που έγραφε και τι θα άλλαζε αν γύριζε πίσω;
«Και να νοσταλγεί, κανείς, δεν μπορεί να γράψει όπως παλιά, ή όπως χθες. Όλα μεταβάλλονται με μοιραίο και ανεπανάληπτο τρόπο, ο κόσμος τραβάει μπροστά, η αισθητική εξελίσσεται ανά δευτερόλεπτο και είναι δύσκολο στην Τέχνη να ξαναγυρίσουμε στα παλιά. Μπορεί να υπάρχει ο μανιερισμός, η στασιμότητα, η επιστροφή, για λίγο, ως πόζα, ή ως οπισθοδρομική κομπανία, αλλά ο χρόνος σαρώνει τελικώς τα πάντα, νέοι καλλιτέχνες γεννιούνται και φτάνουν σε νέες, απρόβλεπτες διατυπώσεις, εκφράζουν την εποχή τους με τον δικό τους τρόπο και όρους και γυρισμός ποτέ δεν υπάρχει».
Έχει σήμερα ο Τύπος, που υπηρετήσατε για πολλά χρόνια, στοιχεία από εκείνα που εσείς ερωτευτήκατε κάνοντας αυτή τη δουλειά ή μοιάζει να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, πια;
«Στον Τύπο πάντα υπάρχει εξέλιξη, (ιδίως τεχνική) αλλά και κάποιες απαραίτητες σταθερές, που είναι αναγκαίες: η αξιοπιστία, η γνώση, η εγκυρότητα, η διεκδίκηση, η ταχύτητα, η εγρήγορση, η αγρύπνια. Είναι ένας διαρκής πυρετός, είναι αυτενέργεια και πάθος, είναι τρόπος ζωής. Και το ταλέντο στην δημοσιογραφία είναι δωρεά, όπως και στην Τέχνη. Αλλά χωρίς διάβασμα και διαρκή υπερ-επιστράτευση δεν γίνεται τίποτε».
Τι σας ενοχλεί σήμερα στην πολιτική ζωή, αλλά και συνολικότερα στην κοινωνία;
«Με ενοχλούν πολλά γιατί είμαι πλέον γέρος. Όσο και να προσπαθώ να σκέφτομαι ως νέος είναι αδύνατον γιατί είναι το σώμα, που επιβάλλει τον τρόπο σκέψης και πολλές καθημερινές συμπεριφορές, με έναν ύπουλο, υποδόριο τρόπο. Οπότε δεν ξέρω αν φταίει ο κόσμος για όσα με ενοχλούν, ή κυρίως εγώ ο ίδιος».
Στοιχεία που διακρίνονται σε αρκετά κείμενά σας είναι το χιούμορ και η σάτιρα. Έχει αλλάξει το χιούμορ σήμερα και πού ακριβώς τίθενται τα όρια, ώστε να μην γίνεται χυδαίο;
«Πάντα υπάρχει το καλό και το κακό χιούμορ, όπως και οι διαβαθμίσεις τους. Η ειρωνική ματιά είναι γενετικό στοιχείο, που σε κάποιο βαθμό εξελίσσεται – αλλά πρέπει να το έχεις το κουσούρι, δεν αποκτάται με το ζόρι. Και είναι λυτρωτική η υπονομευτική, ειρωνική άποψη, γιατί απομυθοποιεί, υποσκάπτει, ανατινάζει κάθε απόλυτη ιδέα και κάθε σοβαροφάνεια και σε λυτρώνει. Και σένα και πιθανώς τον αναγνώστη. Αλλά είναι και θέμα διάκρισης και λεπτότητας, χειρισμού και πείρας. Πάντα χρειάζεται η κατάλληλη δοσολογία, ακόμα και στο θράσος, ακόμα και στην προπέτεια».
Από την εμπλοκή με το σινεμά και το θέατρο τι μάθατε;
«Κυρίως από το σινεμά, γιατί βλέπω μια με δυο ταινίες την μέρα. Και από το θέατρο, βέβαια, επηρεάζομαι πάντα. Και οι δύο αυτές τέχνες είναι εκδοχές της αφήγησης, οπότε για να κάνεις καλό σινεμά δεν χρειάζεται να ξέρεις καλά την κάμερα (που την μαθαίνεις σε μια βδομάδα) αλλά κυρίως αφηγηματολογία, που την διδάσκεσαι μια ζωή και χωρίς τελειωμό. Αλλά και το σινεμά καθεαυτό και το θέατρο, έχουν δικές τους, αυτόνομες κατακτήσεις, που μπορούνε πολλά να μας μάθουν. Κάθε τέχνη, εκβάλλει σε όλες τις άλλες και διδάσκει όλες τις άλλες και διδάσκεται απ’ αυτές».
Αποθεώνετε τη Θεσσαλονίκη ως πόλη παρότι γνωρίζετε καλά τις παθογένειές της. Η πιο μεγάλη της αρετή ποια είναι; Αισθανθήκατε ποτέ ότι η πόλη λειτουργεί περιοριστικά στην έμπνευση ή το έργο σας;
«Η Θεσσαλονίκη για μένα είναι λογοτεχνική ψύχωση. Δεν είναι κάτι απλώς ή χύδην πραγματικό, ως υλικό για ντοκιμαντέρ τεκμηρίωσης, ας πούμε. Είναι μια πόλη εσωτερική, ενδότερη, μυθοποιημένη, ποιητική, αινιγματική, διαφεύγουσα. Είναι υλικό έμπνευσης, όχι διαπίστωσης, ή επαλήθευσης. Είναι μελοποιημένη εντός μου, ή μελοποιείται διαρκώς, μεταμφιέζεται, είναι γεμάτη μυστικά, υπαινιγμούς και γρίφους. Είναι πολυσημική, ονειρική, πραγματική και όχι ταυτόχρονα. Είναι αντανακλάσεις και ρευστά θραύσματα, αμοντάριστα πλάνα και μετεικάσματα σε μια διαθλασμένη, κυμαινόμενη οθόνη».
Τη διάσπαση προσοχής των ανθρώπων σήμερα πώς μπορεί να την νικήσει ένας συγγραφέας;
«Δεν μπορεί νικήσει τίποτε ένας συγγραφέας. Ούτε και έχει τέτοιον καημό. Το πάθος του είναι να γράψει μια συναρπαστική ιστορία. Όλα τα άλλα έπονται και ο καθείς καταλαβαίνει, κάθε φορά, διαφορετικά πράγματα. Αλλά, εν αρχή είναι η γοητεία, η αποπλάνηση του αναγνώστη, η απόλαυση. Αν καταρχήν δεν αρέσει το βιβλίο, ή η ταινία, όλα είναι τζάμπα, άχρηστα και μάταια, κυρίως οι ιδέες».
Σας φοβίζει η Τεχνητή Νοημοσύνη για το μέλλον και συγκεκριμένα για την τέχνη ή θεωρείτε πως μπορεί να είναι ένα πολύ καλό εργαλείο;
«Είναι ένα εξαίρετο εργαλείο, χωρίς δική του βούληση. Μην δαιμονοποιούμε τίποτε. Τώρα, αν ο άλλος το παρακάνει, ποιος του φταίει; Και το αυτοκίνητο είναι καλό, αλλά αν πας και καρφωθείς με διακόσια πάνω σε γεωργικό ελκυστήρα, ποιος ευθύνεται; Ο agricola;».

