28ο ΦΝΘ: Το Φεστιβάλ θα τιμήσει τη Βουβούλα Σκούρα και τον Μπιλ Μόρισον με Χρυσό Αλέξανδρο
Οι δύο ξεχωριστοί δημιουργοί επαναπροσδιορίζουν τη σχέση μας με τη μνήμη, την Ιστορία και τον χρόνο, μέσα από τα έργα τους
Το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στρέφει το βλέμμα του σε δύο ξεχωριστούς δημιουργούς, οι οποίοι μέσα από τα έργα τους επαναπροσδιορίζουν τη σχέση μας με τη μνήμη, την Ιστορία και τον χρόνο.
Στη φετινή διοργάνωση θα παρουσιαστούν συνολικά 20 έργα της σκηνοθέτιδας Βουβούλας Σκούρα, η οποία, αντλώντας υλικά και μεθόδους από διαφορετικές μορφές τέχνης, συνθέτει ένα πολυεπίπεδο σύμπαν, όπου η μεγάλη Ιστορία διασταυρώνεται με τις μικρές, εύθραυστες ανθρώπινες αφηγήσεις.
Παράλληλα, η ταινία Ετέλ Αντνάν: Εξόριστες λέξεις (2007) θα προβληθεί με όρους προσβασιμότητας, με την υποστήριξη της Alpha Bank. Το Φεστιβάλ διοργανώνει, επίσης, spotlight στον αμερικανό πολυμεσικό καλλιτέχνη Μπιλ Μόρισον, έναν από τους πιο ριζοσπαστικούς δημιουργούς που έχουν ασχοληθεί με αρχειακές εικόνες, ο οποίος ήταν υποψήφιος για Όσκαρ Μικρού Μήκους Ντοκιμαντέρ το 2025. Το spotlight, που περιλαμβάνει έξι ταινίες, συνομιλεί δυναμικά με το μεγάλο αφιέρωμα της φετινής διοργάνωσης στα αρχεία, αναδεικνύοντας ζητήματα που αφορούν τη φθορά και την αναγέννηση.
Η Βουβούλα Σκούρα και ο Μπιλ Μόρισον θα βρεθούν στη Θεσσαλονίκη και το Φεστιβάλ θα τους τιμήσει με Χρυσό Αλέξανδρο, αναγνωρίζοντας τη βαθιά και διαχρονική τους συμβολή στον κινηματογράφο και τον σύγχρονο πολιτισμό.
Βουβούλα Σκούρα

Η Βουβούλα Σκούρα προτείνει μια νέα διάσταση του πειραματικού σινεμά που κινείται ρευστά ανάμεσα στα εικαστικά και τις γραφιστικές τέχνες, διερευνώντας τα όρια της αφήγησης και της εικόνας. Το έργο της δεν ακολουθεί γραμμικές δομές, αλλά με στοχαστικό τρόπο επαναδιαπραγματεύεται ιδέες, συνομιλεί με το έργο σπουδαίων δημιουργών και μας υπενθυμίζει ότι οι πανανθρώπινες αξίες παραμένουν η βάση της ζωής. Αξιοποιώντας τη σύγχρονη τεχνολογία, δημιουργεί κινηματογραφικά δοκίμια, ταινίες και video art, τα οποία άλλοτε επικεντρώνονται σε προσωπικότητες όπως η Ετέλ Αντνάν, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Τζέιμς Τζόυς και η Μέλπω Αξιώτη, άλλοτε φέρνουν στο προσκήνιο ζητήματα όπως η μετανάστευση, ο έρωτας και η αίσθηση του ανήκειν.
Οι ταινίες Εσωτερική μετανάστευση και Σκωρία φωτός θα αποκατασταθουν απο το Εργαστήριο Ψηφιακής Αποκατάστασης Ταινιών στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος με έξοδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, σε συνέχεια της προσπάθειας του Φεστιβάλ για αποκατάσταση σημαντικών ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου στο πλαίσιο των αφιερωμάτων που διοργανώνει.
Η Βουβούλα Σκούρα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Γραφικές Τέχνες στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Αθηνών [A.T.I.]. Έζησε και εργάστηκε στο Λονδίνο στη διάρκεια της ελληνικής δικτατορίας. Παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης [1970] και Μεταπτυχιακό πρόγραμμα Υπολογιστών για βίντεο στο Middlesex Polytechnic [1988]. Εδώ και πολλά χρόνια ασχολείται με πειραματικές μικτές τεχνικές βίντεο και φωτογραφίας. Τα έργα της στον κινηματογράφο και τα βίντεο που έχει δημιουργήσει έχουν παρουσιαστεί σε διεθνή φεστιβάλ και πανεπιστήμια, σε περισσότερες από πενήντα πόλεις, ενώ παράλληλα έχει συνεργαστεί και με πολλούς καλλιτεχνικούς οργανισμούς τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Οι ταινίες της Εσωτερική μετανάστευση (1984) και Σκωρία φωτός (1989) βραβεύτηκαν στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Το βίντεό της Μαύρο φεγγάρι απέσπασε Πρώτο Βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Βίντεο Τέχνης της Αθήνας, το 1998. H ταινία Ετέλ Αντνάν: Eξόριστες λέξεις (2008) κέρδισε το Βραβείο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου στο 10ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Με την τριλογία Η θεματική της εξορίας: Ετέλ Αντνάν, Τζέιμς Τζόις, Μέλπω Αξιώτη, βραβεύτηκε συνολικά για το έργο της, στο 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων. Το 2009, η Ένωση Γραφιστών Ελλάδας της απένειμε το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς.
Οι ταινίες του αφιερώματος:
Η Εσωτερική μετανάστευση (1984) παρακολουθεί την μετακίνηση μιας γυναίκας μέσα από τις παιδικές της αναμνήσεις και την περιγραφή τόπων και καταστάσεων. Το 1950, σε ένα χωριό της Μακεδονίας, τη βλέπουμε 10 ετών· το 1956, στη Θεσσαλονίκη, στα 16 της· και το 1960, ο γάμος της στην Αθήνα σηματοδοτεί μια νέα φάση της ζωής της. Η Εσωτερική μετανάστευση είναι η πιο αυτοβιογραφική ταινία της δημιουργού, θέτοντας με τρόπο πρωτοποριακό για την εποχή της το θέμα της βίαιης αποκοπής από το περιβάλλον μιας γυναίκας, της οποίας η μετακίνηση από τον τόπο γέννησης σε άλλο τόπο γίνεται η αφορμή για μια εσωτερική διαδρομή στους χρόνους και χώρους της μνήμης. Την ακολουθούν ο απόηχος από τον εμφύλιο, το ροκ εντ ρολ, οι ποιητές που αγάπησε· Καρυωτάκης, Πατρίκιος, Εμπειρίκος, τα βιβλία, οι ταινίες.

Η Σκωρία φωτός (1989) είναι ένα κολάζ από έργα δουλεμένα σε υπολογιστή, που αναπαράγουν ερωτικά σχέδια από την κλασική αρχαιότητα μέχρι σύγχρονες φωτογραφίες και ζωντανές λήψεις. Μέσα από διαφορετικές τεχνικές κινηματογράφησης ξεπροβάλλει μια ιδιαίτερη κατασκευή, στην οποία –παρ’ όλη τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας– δεν υπερισχύει η αισθητική της, αλλά αντίθετα υπογραμμίζεται μια πολύ προσωπική ματιά. Η ταινία επικεντρώνεται στο δίπτυχο «Έρωτας-Θάνατος», θέμα οικείο στο χώρο της τέχνης. Νεκρές φύσεις υπενθυμίζουν ζωγράφους όπως τον Μοράντι, τον Καραβάτζιο ή τον Λόπεζ. Η «αποδοχή» της αρχαίας και σύγχρονης κληρονομιάς λειτουργεί ταυτόχρονα με την «απόρριψή» της, καθώς εκείνη υποτάσσεται μέσα από την καταστροφή των υλικών και των εικόνων.

Το δίπτυχο ταινιών Γιώργος Σεφέρης: Ποιητής και Πολίτης. Διπλό ταξίδι – Τόπος χρόνος (2000) και Γιώργος Σεφέρης: Ποιητής και Πολίτης. Η εμπειρία του έρωτα + του πολέμου και της φθοράς (2000) παρουσιάζει ένα τεράστιο φωτογραφικό υλικό –σαν ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στον 20ό αιώνα– με ντοκουμέντα από τη ζωή του Γιώργου Σεφέρη, ντοκουμέντα εποχής από ολόκληρο τον κόσμο και ντοκουμέντα από τα μέρη στα οποία ταξίδεψε ο ποιητής. Οι μικρού μήκους ταινίες για τον Γιώργο Σεφέρη και την ποίησή του αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού έργου που ανατέθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας για τον εορτασμό της 100ής επετείου από τη γέννηση του ποιητή και νομπελίστα το 2000.

Στο Φιλοκτήτης – Η πληγή (2000) το θέμα της βίας μεταμορφώνει το φυσικό πρόσωπο σε κάτι ρευστό, παραπέμποντας στα πορτρέτα του Μπέικον. O πόνος τελικά αλλοιώνεται. Ο θάνατος έχει παγιωθεί, και τα νεκρά ζώα –παρόλο που εξακολουθούν και πετούν– ανήκουν σε μια εικόνα «παγωμένη» και τελικά γαληνεμένη.
Μέσα από θραύσματα εικόνων, μέσα από ρωγμές, ο έρωτας, ο θυμός, ο φόνος ως ακραία πράξη και η «εξορία» της Μήδειας, προαποφασισμένη. Μνήμες λειτουργίας, εκδίκησης, τιμωρίας. Στο Mήδεια – Νo comment (2001) ο Έρωτας είναι η Μνήμη. Kαι η απουσία του Ιάσονα –ακόμα και σαν μαυρόασπρη εικόνα– είναι ακριβώς η παραδοχή του μεγάλου της έρωτα. H μουσική από την κεντρική Ασία είναι η δική της μνήμη, ένα παρελθόν που γίνεται και το μέλλον. Mια επιστροφή μέσα σ’ ένα Πένθος, χωρίς ενοχές.
Οι αναφορές σε μεγάλους ζωγράφους της Αναγέννησης, σε φυσιογνωμίες που καθόρισαν τον 20ό αιώνα –Μπέκετ, Μαν Ρέι, Μπουνιουέλ, Αϊζενστάιν– σε αρχιτεκτονικά μοντέλα –Villa Adriana, Villa d’Este, Καπιτώλιο, Βατικανό, E.U.R.–, διαμορφώνουν στο έργο Σίβυλλες (2002), μέσα από τη χρήση διπλής εικόνας, ένα σύνολο «Σιβυλλικού λόγου». Λόγου απρόβλεπτου, εσωτερικού, μυστικιστικού και κυρίως βωβού που προβλέπει το τέλος της αθωότητας (α΄ μέρος), του αινιγματικού και παράλογου έρωτα (β΄ μέρος), του θανάτου (γ΄ μέρος), της απόγνωσης (δ΄ μέρος). Και με τις μάζες αιώνες τώρα να διαλύονται με τη βία της εξουσίας, που οδηγεί το άτομο στην απομόνωση ή την τρέλλα. Και στο τέλος, το άφωνο, το απελπισμένο τραγούδι της Σίβυλλας, μέσα στον ίσκιο των κτιρίων της φασιστικής περιόδου να επισημαίνει την επιστροφή της ως πρόβλεψη.
Το Ετέλ Αντνάν: Εξόριστες λέξεις (2007) ιχνογραφεί ένα μοναδικό πορτρέτο της ποιήτριας και ζωγράφου Ετέλ Αντνάν, μέσα από μια πληθώρα εικαστικών θραυσμάτων, που αναδεικνύουν γλώσσες, λαούς και τις ταυτότητές τους. Η ταινία βασίζεται στην αλληλογραφία της Αντνάν με τον καθηγητή Ιστορίας Φογουάζ Τραμπούλσι, καθώς και σε αποσπάσματα των συνομιλιών της με τη Βουβούλα Σκούρα, όπως καταγράφηκαν στο Παρίσι και στη Σκόπελο. Η ταινία θα προβληθεί θα προβληθεί με με ακουστική περιγραφή [AD: Audio Description] για τυφλούς και άτομα με προβλήματα όρασης και με υπότιτλους για Κ/κωφούς και βαρήκοους [SDH: Subtitles for the Deaf or hard of Hearing], με την υποστήριξη της Alpha Bank. Παράλληλα, θα προβληθεί νέο αδημοσίευτο υλικό.

Στο Ετέλ Αντνάν: Ανεξίτηλα χρώματα (2026) ακούμε τα τελευταία λόγια της Ετέλ Αντνάν, όπως τα ηχογράφησε ο στενός της φίλος, ο Λιβανέζος ιστορικός και συγγραφέας Φαουάζ Τραμπούλσι, πάνω στα χρώματα, τον Νίτσε και την ποίηση. Είκοσι χρόνια μετά την ταινία της Ετέλ Αντνάν: Εξόριστες λέξεις (2007), η Βουβούλα Σκούρα επιστρέφει για να βρει τη χαμένη φωνή της Ετέλ Αντνάν σε έναν Λίβανο σημαδεμένο από συνεχιζόμενα ιστορικά ρήγματα.
H ταινία Τα τέσσερα στάδια της σκληρότητας – Για τον Antonin Artaud (2008) γυρίστηκε 60 χρόνια μετά τον θάνατο του σπουδαίου Αντονέν Αρτώ, πρωτεργάτη του «Θέατρου της Σκληρότητας». Ο συγγραφέας επιστρέφει στην παιδική του ηλικία για να συναντηθεί εκ νέου με τις ιδέες, τις εξαρτήσεις και τα πρόσωπα που επηρέασαν το δημιουργικό του έργο.

Στο Νερό στο τραπέζι – Homage στον Οδυσσέα Ελύτη (2010) η Σκούρα συνυφαίνει την αγάπη για τον Οδυσσέα Ελύτη με θραυσματικές προσωπικές μνήμες. Όπως αναφέρει η ίδια: «Αποσπασμένα από τη ροή τους προσωπικά βιώματα. Τετράδιο μνήμης. Φωτογραφίες οικογενειακές, κείμενα που τα εγκατέλειψαν και εγώ τα κράτησα. Κειμήλια. Ταξιδεύοντας προς Αίγινα –πρώτες εικόνες, θάλασσα–, αγκαλιά το Εν λευκώ. “Είναι το κορίτσι”, που λέει ο ποιητής, “μ’ ένα λαγήνι στο χέρι”. Μίλτα ή το Αρχέτυπο. Είναι η “Μίλτα”, οι γυναίκες της Μεσογείου, είναι η “Μίλτα” της θάλασσας, της μνήμης, και της ποίησης. Κυρίως της ποίησης του λόγου αλλά και της εικόνας. Αφέθηκα λοιπόν στις μνήμες μου, στο σπίτι, στο βιβλίο, στον δρόμο. Καλοκαίρι, ζέστη, την ώρα που “Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα”. Έφτασε η ώρα να σας τις προσφέρω, όπως το νερό στο τραπέζι».
Το δίπτυχο Εις μνήμην (2012) και Εις μνήμην II (2012) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του δεκαπεντάχρονου αγοριού που σκοτώθηκε από αστυνομικό στην Αθήνα, το 2008.
Το Νίκη Μαραγκού: Επιφάνειες νερού (2012) είναι μια βίντεο-εγκατάσταση για την ποιήτρια Νίκη Μαραγκού. Λήψεις στην «Πράσινη Γραμμή». Ο λόγος των ποιημάτων της σε μια αναρχική απεικόνιση. Οι εικόνες από την Κύπρο απλώνονται ή εγκλωβίζονται, επαναλαμβάνονται ή όχι, σε ανοιχτή ή κλειστή μεταβαλλόμενη φόρμα, σε μεταβαλλόμενα χρώματα. Η Μεσόγειος ως γυναίκα, η ποιήτρια αντικατοπτρίζει τις ροές της μετανάστευσης, της ανθρώπινης παράσυρσης και μετατόπισης, ενώ ταυτόχρονα γίνεται ο ομφάλιος λώρος μεταξύ μνήμης και ελευθερίας του ταξιδιού.
Το THE RED BANK. Τζέιμς Τζόις: Tα τετράδιά του των Ελληνικών (2013) αποτελεί ένα δοκίμιο και ένα οδοιπορικό στον κορυφαίο εικονοκλάστη του 20ού αιώνα, τον Τζέιμς Τζόυς. Η ταινία αναπτύσσεται με αφορμή τα Τετράδια των Ελληνικών του Τζέιμς Τζόυς. Η μη γραμμική αφήγησή του εικονοποιείται σαν παζλ, και τα γυρίσματά της έγιναν στην Τεργέστη, στην οποία έχει ζήσει ο Τζέιμς Τζόυς, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και στην Αθήνα. Η ταινία αφιερώνεται στη Μαντώ Αραβαντινού.
Στο Νάνος Βαλαωρίτης (2014) ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης μιλά με την θεατρολόγο Όρσια Σοφρά για τα χρόνια που η Μαντώ Αραβαντινού στο Παρίσι (1967-1974), αυτο-εξόριστη από την Χούντα των συνταγματαρχών, ξεκίνησε την έρευνά της για τα Ελληνικά του Τζόις.
Το πολυγλωσσικό τοπίο, μαζί με τη συνεχή αλλά επαναλαμβανόμενη σκοτεινή εικόνα της θάλασσας, στην ταινία Eveline 2020 (2020) είναι αυτό που απεικονίζει τον ψυχικό της χώρο. Ξαφνικά η ροή της ταινίας διακόπτεται: Έκτακτες ειδήσεις. Εικόνες και φωτογραφίες ενός πλοίου του Ιρλανδικού Ναυτικού με το όνομα «Lé James Joyce», που έσωζε πρόσφυγες στη Μεσόγειο Θάλασσα, και ταυτόχρονα ένα κορίτσι τραγουδά ένα σύγχρονο τραγούδι, ανακόλουθο με τη μορφή και τη δράση της ταινίας. Είναι το κορίτσι αυτό η Έβελιν του 2020 ή όχι; Επιστρέφουμε στο τρίτο μέρος της ταινίας, και στη ροή του κειμένου του διηγήματος του Τζόυς. Ένα μαύρο πλοίο, το πλοίο του ταξιδιού που αρνήθηκε η Έβελιν, ή το πλοίο που ελπίζουν οι μετανάστες;
Στο Ακούω ένα στρατό (2022) ίχνη αφήγησης διαμορφώνουν τον χρόνο ακολουθώντας τον ρυθμό του πολέμου, κάθε πολέμου. Βασισμένο στο I Hear an Army του Τζέιμς Τζόυς.
Στο Κοντραμπάντο: Αναζητώντας τη Μέλπω (2023) παρακολουθούμε τη ζωή της Μέλπως Αξιώτη, μυθιστοριογράφου και ποιήτριας της σύγχρονης Ελλάδας. Ο λαβύρινθος της ζωής της ξεδιπλώνεται μέσα από την ανάλυση του ψυχιάτρου Σπήλιου Αργυρόπουλου.

Στην ταινία UTOPIA. Η ποιητική των συνόρων: Βερολίνο – Λευκωσία (2025), η οποία θα κάνει πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι εικόνες γίνονται ριζώματα, πολιτισμικές παρεκκλίσεις χωρίς αρχή ή τέλος, ένα είδος μετάστασης που σχηματίζει την ενότητα της Μεσογείου. Μέσα από τις λεκτικές της διαδρομές στη διχοτομημένη Λευκωσία, διεκδικώντας την ελευθερία της δημιουργικότητας, η ποιήτρια Νίκη Μαραγκού αντανακλά τις ροές της μετανάστευσης, της ανθρώπινης περιπλάνησης και του εκτοπισμού, αλλά και τον ομφάλιο λώρο μεταξύ μνήμης και ταξιδιού. Η Αρχή. Με ένα μονοπλάνο, εικόνες της Αμμοχώστου, την ώρα που ακούμε το κείμενο της Νίκης Μαραγκού από τον Πύρρο Θεοφανόπουλο, ενώ το βλέμμα της Νιόβης Χαραλάμπους περιγράφει τη νεκρή πόλη. Συνθέτοντας εικόνες και μυστικούς συνειρμούς, που χαρτογραφούν τα σημάδια των ανθρώπων, καθώς ταξιδεύουν ακολουθώντας διαδρομές της μνήμης τους. Οι λέξεις ρέουν σε διαιρεμένες γαίες και τόπους εξορίας, λαχταρώντας να ξεπεράσουν διαχωρισμούς και σύνορα. Η Νίκη στην Κύπρο, η Νίκη στο Βερολίνο.
Μπιλ Μόρισον

Ο Μπιλ Μόρισον, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί από τους New York Times ως «ο κατεξοχήν ποιητής των χαμένων ταινιών», χρησιμοποιεί τις παραμορφώσεις του φιλμ, ως ένα σχόλιο για τις εικόνες που εξαφανίζονται, παρομοιάζοντάς τες με αναμνήσεις, φαντάσματα ή κρυπτογραφήματα. Ο αμερικανός σκηνοθέτης θα πραγματοποιήσει masterclass στη Θεσσαλονίκη, με τίτλο Αποκαλύπτοντας το κρυμμένο κάδρο, στο πλαίσιο του οποίου θα αναφερθεί στην εξέλιξή του ως καλλιτέχνη και κινηματογραφιστή, εστιάζοντας ειδικά στον ρόλο που έχει διαδραματίσει το αρχειακό υλικό στην καλλιτεχνική του πρακτική.
Ο Μπιλ Μόρισον έχει παρουσιάσει σε παγκόσμια πρεμιέρα μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ στα φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, του Sundance, του Telluride και της Βενετίας. Έχει λάβει υποτροφίες από το Ίδρυμα Guggenheim, το Alpert Award και το Foundation for Contemporary Arts, καθώς και χρηματοδοτήσεις παραγωγής από τα Creative Capital, National Endowment for the Arts και Arté – La Lucarne. Το 2014 παρουσιάστηκε αναδρομική έκθεση του έργου του στο Museum of Modern Art της Νέας Υόρκης. Το έργο Decasia (2002), ένα εμβληματικό φιλμ found footage, ήταν η πρώτη ταινία του 21ου αιώνα που εντάχθηκε στο National Film Registry της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου των ΗΠΑ. Το The Great Flood (2013) τιμήθηκε με το Smithsonian Ingenuity Award για την ιστορική του έρευνα. Το Dawson City: Frozen Time (2016) συμπεριλήφθηκε σε περισσότερες από 100 λίστες κριτικών με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς και αργότερα αναγνωρίστηκε ως μία από τις κορυφαίες ταινίες της δεκαετίας από το Associated Press, τους Los Angeles Times και το Vanity Fair, μεταξύ άλλων. Το 2021 ο Μόρισον έγινε μέλος του τμήματος ντοκιμαντέρ της Ακαδημίας Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών. Το Incident (2023) απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους της International Documentary Association το 2023, το Cinema Eye Honors για Καλύτερο Μη Μυθοπλαστικό Μικρού Μήκους το 2025 και προτάθηκε για Όσκαρ Μικρού Μήκους Ντοκιμαντέρ το 2025.
Οι ταινίες του spotlight:
Στην ταινία The Village Detective: a song cycle (2021) ο Μόρισον χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό με έναν απροσδόκητο τρόπο. Το καλοκαίρι του 2016 ένα αλιευτικό σκάφος στα ανοιχτά της Ισλανδίας έβγαλε μια απρόσμενη και παράδοξη ψαριά: τέσσερις μπομπίνες φιλμ 35 χιλιοστών, που φαίνονταν σοβιετικής προέλευσης. Σε αντίθεση με το κινηματογραφικό εύρημα του Dawson City: Frozen Time, αποδείχτηκε πως δεν επρόκειτο για κάποια χαμένη δημιουργία μείζονος σημασίας, αλλά για μια ημιτελή κόπια μιας δημοφιλούς κωμωδίας με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο Ρώσο ηθοποιό Μιχαήλ Ζάροφ. Άραγε αυτό σήμαινε ότι δεν είχε κάποια αξία; Για τον Μόρισον ίσχυε το ακριβώς αντίθετο, καθώς η βαθιά διαβρωμένη από το νερό κόπια, σε συνδυασμό με τον τρόπο που ανήλθε στην επιφάνεια, αποτέλεσε μια εύστοχη αναλογία με τη ζωή του Ζάροφ, ο οποίος αγάπησε το συγκεκριμένο ρόλο τόσο πολύ, ώστε ανέλαβε να συν-σκηνοθετήσει και τη συνέχειά του. Με αφετηρία αυτήν την ιστορία ο Μόρισον καταθέτει έναν ακόμη στοχασμό για το παρελθόν του κινηματογράφου, προσφέροντας ένα ταξίδι στα βάθη της σοβιετικής ιστορίας και φιλμογραφίας, συνοδευόμενο υποδειγματικά από τη θαυμάσια μουσική υπόκρουση του βραβευμένου με Πούλιτζερ και Γκράμι συνθέτη Ντέιβιντ Λανγκ.
Στην ταινία Ντόσον Σίτι: Παγωμένος Χρόνος (2016), αρχειακό υλικό, σπάνιες ταινίες του βωβού και κινηματογραφικά επίκαιρα, συνεντεύξεις και ιστορικές φωτογραφίες αφηγούνται την παράξενη, αληθινή ιστορία μιας συλλογής που αριθμεί περισσότερες από 500 ταινίες της περιόδου 1910-1920, οι οποίες ήταν χαμένες για 50 χρόνια προτού βρεθούν θαμμένες σε μια πισίνα, στα βάθη της περιοχής Γιούκον του Καναδά. O Μπιλ Μόρισον φτιάχνει ένα μοναδικό κολάζ-λεπτοβελονιά από μια εύθραυστη πρώτη ύλη, για μια εξίσου εύθραυστη πραγματικότητα που κινείται πάνω σε λεπτό πάγο.
Η πλημμύρα του ποταμού Μισισιπή το 1927 υπήρξε το πιο καταστροφικό πλημμυρικό φαινόμενο στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Την άνοιξη εκείνης της χρονιάς ο ποταμός υπερχείλισε σε 145 σημεία, κατακλύζοντας 27.000 τετραγωνικά μίλια γης, ενώ η στάθμη του νερού έφτασε σε ύψος έως και εννέα μέτρα. Ένα από τα πιο βάναυσα αποτυπώματα της καταστροφής ήταν η μαζική έξοδος των εκτοπισμένων αγροληπτών. Σε μουσικό επίπεδο, η «Μεγάλη Μετανάστευση» των μαύρων του αγροτικού Νότου προς τις πόλεις του Βορρά είχε ως αποτέλεσμα τον εξηλεκτρισμό των μπλουζ του Δέλτα (Delta Blues) και τη μετουσίωσή τους σε Σικάγο μπλουζ, rhythm and blues και, τελικά, στο ροκ εντ ρολ. Με χρήση ελάχιστου κειμένου και την πλήρη απουσία διαλόγου ο κινηματογραφιστής Μπιλ Μόρισον και ο συνθέτης/κιθαρίστας Μπιλ Φριζέλ σμιλεύουν στο ντοκιμαντέρ Η μεγάλη πλημμύρα / The Great Flood (2013) αποτελεί ένα συγκλονιστικό πορτρέτο μιας κομβικής στιγμής της αμερικανικής ιστορίας, μέσα από σιωπηλές εικόνες που συνοδεύονται από ένα στοιχειωτικό, πρωτότυπο ηχητικό τοπίο.
Οι ύμνοι των μεταλλωρύχων / The Miners’ Hymns (2011) είναι ένας φόρος τιμής στην ιστορία της εξόρυξης άνθρακα στη βορειοανατολική Αγγλία και σηματοδοτεί την πρώτη συνεργασία του Μόρισον με τον αείμνηστο Ισλανδό μουσικό και συνθέτη Γιόχαν Γιοχάνσον. Χρησιμοποιώντας σπάνιο υλικό που απεικονίζει την πόλη του Ντάραμ και τα ανθρακωρυχεία της περιοχής, η ταινία αναδεικνύει τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές διαστάσεις ενός παραγωγικού τομέα που έχει πλέον εκλείψει. Διαρθρωμένη γύρω από μια σειρά δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της σκληρής εργασίας στα ορυχεία, του ρόλου των συνδικάτων στον αγώνα για την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων, της ετήσιας εορταστικής συνάντησης των ανθρακωρύχων (Miners’ Gala) και των συγκρούσεων με την αστυνομία κατά την απεργία του 1984, η ταινία σταχυολογεί υλικό που καλύπτει 100 ολόκληρα χρόνια.

Το Spark of Being (2010) είναι μια ανασκευή του Φράνκενσταϊν της Μαίρη Σέλεϊ από τον κινηματογραφιστή Μπιλ Μόρισον, ο οποίος επαναφηγείται το κλασικό μυθιστόρημα αξιοποιώντας ευρεθέν υλικό από αρχειακές και εκπαιδευτικού περιεχομένου ταινίες. Για το φιλμ ο Μόρισον συνεργάστηκε με τον συνθέτη και τρομπετίστα Ντέιβ Ντάγκλας, ο οποίος συνέθεσε τη μουσική για το εξαμελές σύνολό του, Keystone. Χωρίς διαλόγους, αφήγηση ή άλλη επεξηγηματική δραματουργία, το Spark of Being δομείται αποκλειστικά γύρω από δεκατρείς μεσότιτλους που προλογίζουν κάθε μέρος της ταινίας. Όπως και στο βιβλίο, η ιστορία ξεκινά μέσα από τα μάτια ενός καπετάνιου που εξερευνά τις πολικές θάλασσες και αποφασίζει να δεχτεί στο πλοίο του έναν μυστηριώδη επιβάτη: έναν γιατρό, ο οποίος αφηγείται πώς δημιούργησε με τα ίδια του τα χέρια ένα έμβιο πλάσμα. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη της αφήγησης παίρνει το ίδιο το Πλάσμα, που περιγράφει τις περιπλανήσεις και τα βάσανά του, καθώς και τη μάταιη, εν τέλει, αναζήτηση αγάπης – όλα αυτά μέσα από τη χρήση φθαρμένου και ταλαιπωρημένου αρχειακού υλικού και πλάνων από ταινίες εκπαιδευτικού περιεχομένου. Όταν το Πλάσμα έρχεται αντιμέτωπο με τον Δημιουργό του, η πλοκή της αρχικής ιστορίας ανατρέπεται.

Το Decasia (2002) είναι η πρώτη ταινία του 21ου αιώνα που κέρδισε μια θέση στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, καθώς αξιολογήθηκε από το National Film Registry ως ναυαρχίδα της αμερικανικής κινηματογραφικής κληρονομιάς, είναι ένα φασματικό αρχείο μοναδικής αισθητικής. Ένας αρχαιολόγος του σινεμά παραδίδει ένα έργο συμφωνικό, μια ρυθμική σύνθεση από κομμάτια φιλμ σε πρώιμο ή ύστερο στάδιο αποσύνθεσης, όπου τα σημάδια της φθοράς πάνω στο σελιλόιντ γίνονται στοιχεία της αφήγησης, περικλείοντας όλη την ιστορία της εμπειρίας του σινεμά και υποκαθιστώντας την ακρίβεια της ιστοριογραφίας του με την έκσταση του εφήμερου. Ένα έργο κυκλικό σαν τον χορό του δερβίση στο κάδρο που ανοίγει και κλείνει την ταινία, σαν την μπομπίνα που στροβιλίζεται σταθερά στη μηχανή προβολής, σαν τον ίδιο τον βιωμένο ανθρώπινο χρόνο. Το πρώτο «πιστοποιημένο» σύγχρονο αριστούργημα της νέας χιλιετίας είναι χτισμένο πάνω στα λαμπρά, ξεχασμένα ερείπια του παρελθόντος. Έπεισε ακόμα και τον Κένεθ Άνγκερ να το βαφτίσει το πιο επιβλητικό και τρομακτικό θέαμα που έχει δει ποτέ, ενώ ο ντοκιμαντερίστας Έρολ Μόρις παραδέχτηκε πως είναι η καλύτερη ταινία στην ιστορία.



