79o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών: It’s a mad, mad world
Οι Πάνος Αχτσιόγλου γράφει από τις Κάννες τις πρώτες του εντυπώσεις από τις πρώτες μέρες του μεγαλύτερου φεστιβάλ της 7ης τέχνης
Το 79ο Φεστιβάλ Καννών άνοιξε πριν από μερικές ημέρες τις λαμπρές, μεγαλόπρεπες κουρτίνες του, υποδεχόμενο χιλιάδες επαγγελματίες της έβδομης τέχνης, προβάλλοντας εκατοντάδες ταινίες στα πολυποίκιλα τμήματά του, αναζητώντας τις νέες τάσεις στο κινηματογραφικό (και όχι μόνο) στερέωμα και διεκδικώντας το δικό του, προσωπικό του σινε-στίγμα σε μια εποχή που μόνο γαλήνια και ισορροπημένη δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις.
Πάντως, αν κάτι διαμορφώνει μέχρι στιγμής τις πρώτες μέρες του «μεγαλύτερου συνεδρίου της δουλειάς μας», όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ένας έμπειρος και καταξιωμένος άνθρωπος του χώρου, είναι ότι το φετινό πρόγραμμα μοιάζει αρκετά πιο γειωμένο απ’ ό,τι συνήθως.
Όχι απαραίτητα πιο αδύναμο — ίσως μάλιστα το αντίθετο. Απλώς λιγότερο βασισμένο στα μεγάλα events και χολιγουντιανά μεγαλεία και περισσότερο σε ταινίες δημιουργών που δουλεύουν σε χαμηλότερους, πιο προσωπικούς τόνους, συχνά πάνω σε ζητήματα πολυδαίδαλα, όπως για παράδειγμα αυτά της μνήμης, των ανθρώπινων δεσμών, των κοινωνικών διλημμάτων, της πολιτικής αποξένωσης.
Η Κρουαζέτ φυσικά παραμένει η ίδια. Το πρωί ουρές έξω από το εμβληματικό Palais des Festivals, το απόγευμα κουβέντες για το τι πήγε καλά και τι όχι, τι ενθουσίασε ή τι αποδείχτηκε κατώτερο του hype.
Bραδινές προβολές σε κλειστές αίθουσες ή στην υπέροχη παραλία (το πρόγραμμα του Cinéma de la Plage προσφέρει φέτος δωρεάν ταινίες, κυριολεκτικά για όλα τα γούστα) που τελειώνουν πολύβουα ή μέσα σε παράξενες σιωπές, προσπαθώντας να καταλάβεις τι ακριβώς είδες, πόσο χώρο έπιασε μέσα σου, πόσο «επαγγελματικά» ή όχι πρέπει να το μεταβολίσεις.
Μέσα σε όλα αυτά, η εμφάνιση και ο τιμητικός Χρύσος Φοίνικας στον κινηματογραφικό πατέρα της Μέσης Γης Peter Jackson, απονεμημένος τίποτε λιγότερο από τον έναν και μοναδικό Frodo – δικό του και όλων μας – Elijah Wood, σχεδόν 25 χρόνια μετά τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», εμφύσησε στις πρώτες μέρες του φεστιβάλ μια περίεργη αίσθηση νοσταλγίας.
Όχι τόσο σαν μια στιγμή αποκλειστικά αφιερωμένη στους σκληρούς φαν του μεγαλύτερου fantasy έπους των καιρών μας, αλλά περισσότερο σαν μια γλυκιά και λιγάκι οδυνηρή υπενθύμιση μιας εποχής όπου το σινεμά μεγάλων διαστάσεων μπορούσε ακόμη να μοιάζει (και να είναι) προσωπικό, χειροποίητο και χειροπιαστό.
Αυτή η αίσθηση επιστροφής σε κάτι πιο δημιουργικό, κάτι που φέρνει την τέχνη και την κινηματογραφική έκφραση στο προσκήνιο, μοιάζει να διακρίνει τις επιλογές και στο ίδιο το Διαγωνιστικό Τμήμα. Το Nagi Notes του Koji Fukada είναι ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες του φετινού line-up.
Ένα μικρό, διακριτικό φιλμ που εξερευνά με τρόπο λιτό και υπόγειο μια σχέση αγάπης και αλληλοκατανόησης, μακριά από τη βουή των ιαπωνικών αστικών κέντρων.
Ο Fukada δουλεύει πάνω στις σιωπές και στις μικρές χειρονομίες (με τις επιρροές του μεγάλου δασκάλου Yasujirō Ozu να είναι ίσως λίγο περισσότερο από ευδιάκριτες), χτίζοντας σταδιακά μια ταινία αθόρυβη αλλά με ειδικό συναισθηματικό βάρος.
Σε έναν πιο ψυχρό, χειρουργικό τόνο κινείται το Fatherland του Paweł Pawlikowski, που χρησιμοποιεί τη σχέση του Thomas Mann με την κόρη του Erika (με την Sandra Hüller να εντυπωσιάζει για ακόμη μια φορά) για να πιάσει το νήμα εκεί που το άφησε, μιλώντας για μια Ευρώπη (αλλά και έναν ολόκληρο κόσμο) που, εγκλωβισμένη ακόμη στις μνήμες και στις ενοχές της, επαναλαμβάνει με ακρίβεια χιλιοστού τα ίδια λάθη. Μια σπουδαία ταινία που ήδη έχει κλέψει τις καρδιές όλων, λαμβάνοντας διθυραμβικές κριτικές.
Από την άλλη, σημάδια κόπωσης μοιάζουν να διατρέχουν τον Ιρανό σκηνοθέτη Asghar Farhadi και το «γαλλικό» του Parallel Stories. Ο δημιουργός επιστρέφει στα γνώριμα, σκοτεινά ηθικά διλήμματα, διασκευάζοντας Κισλόφσκι και κλείνοντας έμμεσα το μάτι και στο ίδιο το κινηματογραφικό μέσο, με ένα νέο φιλμ που ωστόσο μοιάζει να κουράζει με την εξεζητημένη αφήγηση και την ελαφρώς ξεχειλωμένη ιστορία του.
Ομοίως και το Soudain, η πρώτη (σχεδόν) γαλλόφωνη ταινία του Ιάπωνα Ριοσούκε Χαμαγκούτσι, φαντάζει φλύαρη και ελαφρώς διδακτική, στην προσπάθειά της να σε κάνει να πιστέψεις ότι, τελικά, είναι στο χέρι μας να μετατρέψουμε τα αδύνατα σε δυνατά.
Σε ένα φεστιβάλ που, κακά τα ψέματα, καθορίζει σχεδόν απόλυτα το πρεστίζ, την ποιότητα αλλά και τις επερχόμενες κινηματογραφικές σεζόν, αρκετές από τις φετινές του ταινίες, είτε άμεσα είτε έμμεσα, μοιάζουν να επιστρέφουν ή να επεξεργάζονται θέματα συνόρων, ριζών και μετατοπίσεων, οικογενειακής διάλυσης, ιστορικής μνήμης και κοινωνικής βίας. Ακόμη και τα πιο προσωπικά δράματα (όπως για παράδειγμα το χλιαρό Gentle Monster της Marie Kreutzer) έχουν συχνά στο βάθος έναν κόσμο σε κρίση ταυτότητας, σε αναζήτηση μιας αλήθειας που μοιάζει διαρκώς να γλιστρά ανάμεσα στις ρωγμές.
Τέτοια στοιχεία μπορείς πολύ εύκολα να διακρίνεις και στο αναμενόμενο Fjord του Cristian Mungiu, το οποίο σηματοδοτεί την μεγάλη επιστροφή του Ρουμάνου auteur και ακολουθεί το εντυπωσιακό καστ του (Σεμπάστιαν Σταν και Ρενάτε Ράινσβε) του σε ένα σχεδόν αφιλόξενο σκανδιναβικό τοπίο, το οποίο γίνεται ακόμη πιο σκληρό όταν μια υποψία μετατρέπει την οικογενειακή ζωή σε χάος.
Αντίστοιχα αφηγηματικά απαιτητική και βαθιά σαρκαστική μοιάζει ακόμη μια μεγάλη «επιστροφή», αυτή του Andrey Zvyagintsev με το Minotaur, μια πολιτική αλληγορία πάνω στη βία και την εξουσία που μοιάζει να κοιτά όχι μόνο προς τη χώρα του, αλλά και στη σημερινή Ευρώπη.
Από την άλλη, κινηματογραφικά συνεπές φαντάζει το Moulin του László Nemes, αναδεικνύοντας τη μοναδική ικανότητα του Ούγγρου σκηνοθέτη να χειρίζεται κλειστούς χώρους, μετατρέποντάς τους σε αναπόσπαστο εργαλείο αναμόχλευσης της ιστορικής μνήμης, ενώ το Amarga Navidad του Pedro Almodóvar αναζητά μια πιο σκοτεινή και μελαγχολική μετα-αφήγηση, χαρίζοντας ακόμη μια φορά μια βαθιά υπόκλιση στην ίδια την τέχνη της κινούμενης εικόνας.
Από τις ταινίες που σίγουρα κινούν ήδη το ενδιαφέρον είναι το The Beloved του Rodrigo Sorogoyen, που φαίνεται να ελίσσεται με αρτιότητα γύρω από πολυεπίπεδες σχέσεις εξάρτησης, συναισθηματικής φθοράς και υφέρπουσας βίας, αλλά και το Sheep in a Box του Hirokazu Kore-eda, το οποίο επιστρέφει στις γνώριμες οικογενειακές δυναμικές, ιδωμένες αυτή τη φορά μέσα από το πλαίσιο της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης.
Παράλληλα, ταινίες όπως το Paper Tiger του πάντα ευπρόσδεκτου James Gray (εξαίσια φωτογραφημένο, old school mafia drama με στιβαρές ερμηνείες και υποβλητικό τέμπο, τοποθετημένο περίτεχνα στην Νέα Υόρκη στα τέλη των 80s), το Coward του Lukas Dhont ή το μιούζικαλ The Man I Love του Ira Sachs αφήνουν την αίσθηση πως το φετινό πρόγραμμα του διαγωνιστικού των Καννών γοητεύεται από χαρακτήρες που κινούνται διαρκώς ανάμεσα στην άδολη αγάπη, την προσωπική επιθυμία και τις κοινωνικές επιταγές, με την αίσθηση της ασφυξίας και του αδιεξόδου να γεννιέται, ωστόσο, ισόποσα από όλες τις μεριές.
Πάντως, μια από τις πιο συζητημένες ταινίες των ημερών είναι το Hope του Na Hong-jin, ο οποίος και επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη 10 χρόνια μετά το σπουδαίο The Wailing. Και μόνο η παρουσία μιας τόσο ξεκάθαρα genre ταινίας μέσα στο Διαγωνιστικό λέει ίσως αρκετά για τη φετινή φυσιογνωμία των Καννών.
Ο Κορεάτης δημιουργός χρησιμοποιεί το θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, τα post-apocalyptic στοιχεία και τη διαρκώς αυξανόμενη ένταση για να μιλήσει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο για μια μικρή κοινωνία που έρχεται αντιμέτωπη με το άγνωστο.
Στις καθημερινές συζητήσεις γύρω και μέσα στο Marché Du Film (τον συνεδριακό χώρο αφιερωμένο στην βιομηχανία του σινεμά) επανέρχεται επίσης συνεχώς το θέμα της δυσκολίας χρηματοδότησης πιο προσωπικών ευρωπαϊκών παραγωγών, κάτι που ίσως κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα τη φετινή παρουσία αρκετών «δύσκολων» arthouse ταινιών στο επίσημο πρόγραμμα.
Υπάρχει γενικά η αίσθηση ότι οι Κάννες προσπαθούν φέτος να στηρίξουν περισσότερο δημιουργούς με σαφή προσωπική ταυτότητα παρά ασφαλείς επιλογές υψηλού πρεστίζ. Την ίδια στιγμή, τα παράλληλα τμήματα του Φεστιβάλ (Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών, Εβδομάδα Κριτικής) μοιάζουν φέτος ίσως πιο ζωντανά και πιο παλλόμενα από ποτέ.
Εξάλλου, εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος της πραγματικής κινηματογραφικής ενέργειας του θεσμού: ταινίες πιο ακατέργαστες, πιο ελεύθερες και λιγότερο εγκλωβισμένες στις όποιες (εμπορικές) προσδοκίες και χωρίς διαφόρων ειδών πιέσεις που συνοδεύουν απαστράπτοντα προγράμματα.
Το Butterfly Jam του Katemir Balagov είναι μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση. Ένα νευρώδες και ταυτόχρονα περίεργα μελαγχολικό φιλμ (στον απόηχο ταινιών του παρόντα και συμμετέχοντα στις Κάννες James Gray) πάνω στο οικογενειακό τραύμα, τη σεξουαλική ταυτότητα και την πατρίδα που συνεχίζεις να κουβαλάς μέσα σου σε έναν ξένο τόπο.
Πολύ διαφορετικό είναι το νευρώδες Shana της Lila Pinell, περιγράφοντας την αυτοκαταστροφική καθημερινότητα της ομώνυμης ηρωίδας με αστείρευτη ενέργεια, χιούμορ και μια περίεργη τρυφερότητα, ενώ το νορβηγικό Low Expectations εστιάζει στην αναγέννηση ή την πλήρη κατάρρευση που μπορεί να προέλθει από μια απόφαση επιστροφής στο πατρικό και τη γενέτειρα πόλη.
Και βέβαια δεν μπορούμε να παραλείψουμε και το Diary of the Chambermaid, τη νέα πολιτική σάτιρα του Radu Jude, ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτος να αντιμετωπίζει την ευρωπαϊκή αλλοπρόσαλλη πραγματικότητα με το γνώριμο ειρωνικό, προβοκατόρικο κινηματογραφικό του ύφος.
Τέλος, στην Εβδομάδα Κριτικής το Dua της Blerta Basholi, ένα δράμα ενηλικίωσης διαδραματιζόμενο στο Κόσοβο των 90s, έχει ήδη πάρει αξιοπρόσεκτες κριτικές, μαζί με ένα μακρόχρονο standing ovation προς την νεαρή του πρωταγωνίστρια Pinea Matoshi.
Είναι ακόμη νωρίς για συμπεράσματα ή φαβορί, όλα όμως δείχνουν πως οι φετινές 79ες Κάννες ενδιαφέρονται περισσότερο για ένα πιο τολμηρό, καλλιτεχνικό σινεμά (με την Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη και τον Τιτανικό Ωκεανό που διαγωνίζεται στο Ένα Κάποιο Βλέμμα, να αποτελεί χαρακτηριστικό ελληνικό παράδειγμα) κρατώντας ταυτόχρονα απόσταση από τις μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές και τα αναμενόμενα, λίγο ως πολύ, αποτελέσματα που συνήθως τις συνοδεύουν.
Μένει να φανεί αν αυτό θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του Φεστιβάλ το οποίο προμηνύεται απρόβλεπτο και (όπως πάντα άλλωστε) αδιαπραγμάτευτα ενδιαφέρον.










