Parallax View

Είδαμε την «Τελευταία Κλήση» και αισθανθήκαμε για λίγο όπως η Ελλάδα εκείνο το βράδυ

Η ταινία που είναι εμπνευσμένη από την υπόθεση του Σορίν Ματέι κυκλοφόρησε και μας κάνει να συζητάμε για αυτήν

Αντώνιο Παντέλη
είδαμε-την-τελευταία-κλήση-και-αισθ-1453851
Αντώνιο Παντέλη
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Έμαθα την υπόθεση του Σορίν Ματέι πριν περίπου τρία χρόνια. Από το πρώτο λεπτό μου φάνηκε πραγματικά βγαλμένο από ταινία φαντασίας. Σκεφτόμουν αν όλο αυτό όντως έγινε στη πραγματικότητα. Και όμως, όταν αντιλήφθηκα το τι έζησε η Ελλάδα εκείνο το βράδυ της ομηρίας, στο ελάχιστο, πάγωσα.

Από την πρώτη στιγμή που έμαθα πως θα κυκλοφορήσει μια ταινία βασισμένη στην υπόθεση του Ματέι, έμεινα άφωνος. Έχοντας διαβάσει καλά την τραγική ιστορία, ανυπομονούσα να κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους για να το δω.

Και έτσι έγινε.

96 λεπτά κοιτώντας την οθόνη – γιατί αν τραβήξεις το βλέμμα σου για λίγο, κάτι θα χάσεις.

Η πλοκή αφορά την υπόθεση του Σορίν Ματέι, ο οποίος στις 26 Σεπτεμβρίου 1998 εισέβαλε στο διαμέρισμα επί της οδού Νιόβης στα Κάτω Πατήσια, κρατώντας ομήρους τέσσερις ανθρώπους συνομιλώντας ζωντανά με τον δημοσιογράφο Νίκο Ευαγγελάτο μέσω τηλεφώνου, ενώ κρατούσε χειροβομβίδα.

Το τραγικό τέλος ήρθε με την έκρηξη της χειροβομβίδας, που στοίχισε τη ζωή τόσο στον Ματέι όσο και στην Αμαλία Γκινάκη αφού υπέκυψαν στα τραύματά τους.

Η επιχείρηση της αστυνομίας χαρακτηρίστηκε από πολλούς φιάσκο, καθώς θεωρείται ότι συνέβαλε στην μοιραία κατάληξη.

Η παρουσία του Γιώργου Μπένου και του Ορφέα Αυγουστίδη σε πρωταγωνιστικούς ρόλους σου δίνει αμέσως λόγο να δεις την ταινία.

Ο Ορφέας Αυγουστίδης υποδύεται τον Σορίν Ματέι με έναν τρόπο που σε κάνει να ξεχνάς ότι παρακολουθείς ηθοποιό. Οι φωνές, οι απειλές, οι κινήσεις του σώματος – τα πάντα αποτυπώνουν πιστά τον Ματέι εκείνο το βράδυ. Τα μάτια του κάνουν σχεδόν όλη τη δουλειά, αποδίδοντας ένταση και ψυχολογικό βάθος.

Από την άλλη, ο Γιώργος Μπένος ενσαρκώνει τον άπειρο δημοσιογράφο Νίκο Ευαγγελάτο. Το να μεταφέρεις στην κάμερα τον τρόμο και το άγχος ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε live μετάδοση απέναντι σε έναν ένοπλο κακοποιό είναι εξαιρετικά απαιτητικό. Ο Μπένος τα καταφέρνει με τρόπο που σε καθηλώνει, δημιουργώντας στιγμές έντασης που κόβουν την ανάσα κάνοντάς σε να νομίζεις ότι παρακολουθείς το αληθινό έκτακτο δελτίο.

Η ταινία είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη Σέριφ Φράνσις, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο μαζί με την Κατερίνα Μπέη και θα σταθώ στη πλοκή.

Όπως ήταν αναμενόμενο περίμενα να δω μια ταινία βασισμένη στην υπόθεση του Ματέι αλλά όχι εξ ολοκλήρου πάνω σε αυτή αφού έχοντας διαβάσει την περιγραφή της ταινίας κατάλαβα πως θα περιλαμβάνει και στοιχεία μυθοπλασίας.

Το μαγικό της υπόθεσης είναι το πώς κατάφερε ο Σέριφ Φράνσις να συνδυάσει την ΕΥΠ με έναν άπειρο δημοσιογράφο του οποίου ο πατέρας είναι “μεγάλο κεφάλι” και χωρίς να τον δούμε στην ταινία αντιλαμβανόμαστε πόσα περνάνε από τα χέρια του αλλά και μια ληστεία σε ένα στρατόπεδο που δεν πρέπει να αποκαλυφθεί…

Η σκηνοθεσία δημιουργεί μια σχεδόν ασφυκτική ένταση με στενά πλάνα, σιγή και αιφνίδιες εκρήξεις ήχου που κρατούν τον θεατή σε συνεχή αγωνία. Το pacing είναι εξαιρετικό: η ταινία κρατάει σχεδόν αδιάκοπα τον θεατή σε εγρήγορση, με μικρά διαλείμματα για να ανασάνει, πριν την επόμενη κορύφωση.

Ο Ματέι (Ορφέας) δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένας ναρκομανής με χειροβομβίδα. Η ταινία του δίνει ζωή, ψυχή και ακόμη και έναν προσωπικό πόνο, συνδέοντάς τον με μια ληστεία πυρομαχικών σε στρατόπεδο. Αυτή η πολυπλοκότητα τον κάνει πιο ανθρώπινο και ταυτόχρονα πιο τρομακτικό.

Η ταινία δεν δείχνει μόνο τον Ματέι και τον δημοσιογράφο, αλλά και τους ομήρους, που ζουν στιγμές απόλυτου τρόμου και αβεβαιότητας. Κάθε λεπτό που περνάει είναι ένας αγώνας για να κρατηθούν ψυχικά, ενώ δεν ξέρουν αν θα βγουν ζωντανοί.

Οι εκφράσεις τους, οι κινήσεις τους, οι ψίθυροι και οι αμήχανες αντιδράσεις αποτυπώνουν την ανθρώπινη τραγωδία σε όλο της το μέγεθος, κάνοντας τον θεατή να νιώσει σχεδόν ότι βρίσκεται μαζί τους μέσα στο διαμέρισμα.

Και κάπου εκεί, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Τα φώτα ανάβουν αλλά δε μπορώ να σηκωθώ τόσο άνετα όπως σηκώνομαι από την καρέκλα μου σε άλλες ταινίες γιατί με τρώει μια σκέψη. Πώς ένιωθε η Ελλάδα όταν παρακολουθούσε κάτι τέτοιο;

#TAGS
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα