Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Ραντεβού με το «ραντάρ» ονείρων κάτω από τα αστέρια
Από τον «άνθρωπο που αγαπούσε τη λογοτεχνία» στον δημιουργό που μετέτρεψε το σινεμά σε σκάλα για τον παράδεισο: Το μεγάλο αφιέρωμα στον τεράστιο Σουηδό σκηνοθέτη
Υπάρχει ένα βιβλίο το οποίο γράφτηκε από τον Γεωργιανό συγγραφέα Γκούραμ Ντοτσανασβίλι (1939-2021) και φέρει τον τίτλο “Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία”. Αυτό το μικρό σε έκταση σύγγραμμα, η νουβέλα, έχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πλοκή.
Στο επίκεντρο της ιστορίας – που διαδραματίζεται σε μια πόλη της Σοβιετικής Ένωσης – βρίσκεται ένας τυπικός δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος διεξάγει μια κρατική δημοσκόπηση με θέμα τις συνθήκες διαβίωσης. Όλα βαίνουν καλώς, έως ότου περάσει την πόρτα ενός φωτογράφου που εννοεί να απαντήσει στο σχετικό ερωτηματολόγιο ορμώμενος αποκλειστικά από τη λογοτεχνία.
Ο ερωτών αιφνιδιάζεται. Κι αυτό γιατί ο ερωτώμενος φωτογράφος απαντάει στις ίδιες ερωτήσεις – που με την ίδια εξίσου ιδιότητα άλλοι συμπολίτες του αποκρίθηκαν – με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Με έναν τρόπο που βγάζει από τη μια απόλυτο νόημα αλλά που μπορεί και συνάμα να γίνει ακατανόητος – καθώς αφήνει εκτεθειμένο τον δημόσιο υπάλληλό μας. Αν όχι όλες, τότε πολλές από τις απαντήσεις πηγάζουν μέσω της ανάγνωσης, αλλά και της εντρύφησης του με το βιβλίο ως υλικό που άπτεται.
Ο πρώτος «κλοτσάει», αφού ο εγωισμός του βγαίνει μπροστά: «δεν ξέρω τον Θερβάντες» λέει και αμέσως αισθάνεται υποδεέστερος. Δεν διαβάζει, ίσως και να μην ξέρει ότι η ανάγνωση είναι μια σιωπηρή ακρόαση ενός ανθρώπου ο οποίος διηγείται και είναι παγερά αδιάφορος για το πότε ακριβώς θα εννοήσεις τα όσα ο ίδιος απόσταξε από τη ζωή του.
Ακόμα και έτσι όλα έβγαζαν νόημα. Είναι λες και ο νεαρός υπάλληλος διαβάζει το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο. Όχι από έναν συγγραφέα, αλλά από έναν άνθρωπο που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία.
Σε ένα υποθετικό σενάριο: εάν το βιβλίο μετονομαζόταν σε «Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ το σινεμά» τότε ο Βάσικο Κεζεράντζε θα λεγόταν Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1918-2007).
Στον κοινό πυρήνα του έργου – των δύο αυτών πρωταγωνιστών – είναι η μετάφραση της πραγματικότητας μέσα από τη δική τους τέχνη. Αυτή η “λοξή” ματιά πάνω στην πραγματικότητα, είναι που διατρέχει και τις σελίδες του βιβλίου “Bergman on Bergman”.
Εκεί, ο Σουηδός δημιουργός εκτίθεται – παρά απαντάει ερωτήσεις – ως ένας καλλιτέχνης που η διαδικασία της δημιουργίας αποτελεί γι’ αυτόν τον μοναδικό έγκυρο τρόπο να υπάρξει μέσα στον κόσμο.
Όπως λέει και ο ίδιος, λειτουργεί ως ένα “σύστημα ραντάρ”: πιάνει τα σήματα του κόσμου, τα ανακατεύει με όνειρα και μνήμες, και τα επιστρέφει πίσω ως μορφή.»
Αυτός ο «παράδεισος» του Μπέργκμαν, που ξεκίνησε από μια δέσμη φωτός σε έναν εξώστη της Στοκχόλμης, βρίσκει μια απρόσμενη συνέχεια στη δική μας πόλη. Γιατί, αν το σκεφτεί κανείς, τι άλλο είναι ένας θερινός κινηματογράφος, αν όχι ένας μικρός, επίγειος παράδεισος που ανοίγει τις πύλες του μόλις πέσει το σκοτάδι;
Το Σινέ Απόλλων, η δική μας σκάλα προς τον παράδεισο στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, μας κάνει ένα σπουδαίο δώρο για την έναρξη της φετινής θερινής περιόδου: ένα αφιέρωμα στον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, το οποίο εκκινεί τον Μάιο και εκτείνεται μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, καλύπτοντας ένα μεγάλο φάσμα της δημιουργικής του διαδρομής.
Μέσα από αυτό το αφιέρωμα, μας δίνεται η ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με έναν δημιουργό που συχνά παρερμηνεύτηκε από εκείνους που αναζητούσαν επίμονα στα έργα του μια ξεκάθαρη πολιτική ή κοινωνική ατζέντα. Όπως συνέβη άλλωστε και με τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, οι αναλυτές επιχείρησαν συχνά να «μεταφράσουν» την εικόνα με τους όρους του γραπτού λόγου, μια προσπάθεια που ο Μπέργκμαν έβλεπε με σκεπτικισμό:
«Για τους ανθρώπους που γράφουν βιβλία, το κύριο μέλημα είναι συχνά να μπορέσουν να κρατηθούν από μια οπτική γωνία. Ισχυρίζονται ότι τα πράγματα είναι κάπως έτσι ή αλλιώς: μετά, προσπαθούν με το ζόρι να χωρέσουν το τετράγωνο στην τρύπα του κύκλου».
Αυτή η ανάγκη για κατηγοριοποίηση άφηνε τον Μπέργκμαν παγερά αδιάφορο. Δεν ανήκε στην κατηγορία των καλλιτεχνών που διέδιδαν τη λεγόμενη «Νέα Κοινωνική Συνειδητότητα». Όπως εξομολογείται στο Bergman on Bergman:
«Το ότι δεν με ενδιέφερε η πολιτική ή τα κοινωνικά ζητήματα είναι απόλυτα σωστό. Ήμουν τελείως αδιάφορος. Μετά τον πόλεμο και την αποκάλυψη των στρατοπέδων συγκέντρωσης […] απλώς αποσύρθηκα. Η ενασχόλησή μου έγινε θρησκευτική. Ακολούθησα μια ψυχολογική, θρησκευτική γραμμή. Ορισμένα πράγματα τα εκφράζω με πάθος. Για άλλα είμαι αδιάφορος. Δεν δέχομαι να με ποδηγετούν. Αρνούμαι κατηγορηματικά να προσαρμοστώ σε μια φόρμουλα ή σε ένα σύστημα».
Ωστόσο, αυτή ακριβώς η άρνηση να γίνει «φερέφωνο» μιας ιδεολογίας είναι που τον καθιστά βαθιά πολιτικό με έναν πιο ουσιαστικό τρόπο. Ο Γιορν Ντόνερ το διατύπωσε πολύ κομψά:
«Ο τρόπος του να αμφισβητεί και να δοκιμάζει όλες τις κοινωνικές συμβάσεις καθιστά τον Μπέργκμαν –ακριβώς επειδή επικεντρώνεται στην ηθική τους αξία– έναν ποιητή της εποχής μας».
Αυτό το καλοκαίρι, στον Απόλλωνα, θα συναντήσουμε έναν ποιητή που αρνήθηκε τις εύκολες απαντήσεις για να σκάψει βαθιά στην ηθική αξία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ίσως γιατί ο Μπέργκμαν, ακόμα και όταν δήλωνε πως δεν έχει “απόψεις” με την τρέχουσα πολιτική έννοια, παρέμενε ο πιο ευαίσθητος δέκτης των κραδασμών της εποχής του. Όπως σημειώνεται και στον διάλογο του Bergman on Bergman, το ίδιο το δίλημμα της ύπαρξης ήταν η δική του περιοχή ευθύνης:
Όταν ο συνομιλητής του τον φέρνει αντιμέτωπο με τη διαπίστωση του Γιορν Ντόνερ –ότι δηλαδή αποτελεί έναν ποιητή που στέκεται διαισθητικά στο ίδιο επίπεδο με την εποχή του– ο Μπέργκμαν μοιάζει να υπαναχωρεί, δηλώνοντας πως δεν έχει πια “απόψεις”.
Τότε, ο συνεντευκτής αντιστρέφει κάπως τον χαρακτηρισμό: ίσως αυτή ακριβώς η έλλειψη δογματικών απόψεων, αυτό το κενό, να είναι το μεγαλύτερο δίλημμα της εποχής μας και ο Μπέργκμαν να παραμένει ο εκφραστής του.
«Είμαι ένας δέκτης ραντάρ. Πιάνω το ένα ή το άλλο πράγμα για να το αντανακλάσω πίσω με τη μορφή ειδώλου, όλα ανακατεμένα με αναμνήσεις, όνειρα και ιδέες. Μια λαχτάρα και μια βούληση για μορφή»




