κώστας-μπακιρτζής-κωστής-σταμούλης-1443899

Κινηματογράφος

Κώστας Μπακιρτζής – Κωστής Σταμούλης : «Στο Σινέ Βίλμα ένιωθες τη μυρωδιά και την αίσθηση του απαγορευμένου»»

Μια κουβέντα με τους σκηνοθέτες του ντοκιμαντέρ για το θρυλικό πορνό-σινεμά της Θεσσαλονίκης

Γιάννης Γκροσδάνης
Γιάννης Γκροσδάνης

Η ταινία Βίλμα : Το τελευταίο αντίο αποτελεί ένα τρυφερό και ταυτόχρονα νοσταλγικό αποχαιρετισμό σε έναν ιδιαίτερο χώρο της αστικής μνήμης: τον κινηματογράφο Βίλμα, που βρισκόταν κοντά στο Βαρδάρη, ο οποίος έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2024, σηματοδοτώντας το τέλος μιας ολόκληρης εποχής ως ο τελευταίος παραδοσιακός ερωτικός κινηματογράφος της Ελλάδας. Ο Κώστας Μπακιρτζής και ο Κωστής Σταμούλης καταδύονται με αυτό το χειροποίητο, ευαίσθητο ντοκιμαντέρ σε ένα κομμάτι από την υπόγεια ιστορία της Θεσσαλονίκης σκαλίζοντας μαρτυρίες θεατών όπως ο Θωμάς Κοροβίνης, ο Τάκης Σπετσιώτης, ο Γιάννης Παλαμιώτης και ο Γιώργος Τσιτιρίδης και μοιράζονται μαζί μας εικόνες και συναισθήματα που συνδέθηκαν με αυτόν τον χώρο.

Οι δύο σκηνοθέτες μίλησαν στην Parallaxi για την περιπέτεια της προετοιμασίας και των γυρισμάτων και ετοιμάζονται για την σημερινή sold out προβολή της ταινίας τους στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης.

Τι σας ώθησε να καταπιαστείτε με το θέμα των ερωτικών κινηματογράφων της Θεσσαλονίκης και ποια ήταν η ερευνητική αφετηρία;

Κώστας: Όλα ξεκίνησαν στη Β’ Γυμνασίου, όταν είδα για πρώτη φορά τον «Ταξιτζή» του Σκορσέζε. Ο Τράβις Μπικλ, χαμένος στην πόλη με τα χίλια πρόσωπα, συχνάζει σε ερωτικούς κινηματογράφους. Αρκετά χρόνια μετά, όταν επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη για σπουδές, το 2016, πρόλαβα σε λειτουργία τα τρία τελευταία πορνοσινεμά της πόλης – το Λαϊκόν, το Βίλμα και το Θεανώ. Από την πρώτη στιγμή, το δεύτερο έγινε σημείο αναφοράς στην καθημερινότητά μου, αφού στο σύμπαν του συναντούσα όλες τις νοσταλγίες μιας Θεσσαλονίκης που δεν υπάρχει πια. Δεν νομίζω πως υπήρξε κάποια ερευνητική αφετηρία. Το ταξίδι μου στον κόσμο των ερωτικών κινηματογράφων ξεκίνησε όταν ακόμα πήγαινα στο σχολείο και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα – ως παρατηρητής, όχι ως πρωταγωνιστής.

Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά το αρχειακό υλικό και τις προφορικές μαρτυρίες, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα πεδίο με έντονο κοινωνικό και ηθικό φορτίο; Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε σε επίπεδο πρόσβασης σε αρχεία, εντοπισμού προσώπων ή διαχείρισης ευαίσθητου περιεχομένου;

Η αρχική μας επιθυμία ήταν να καταγράψουμε την τελευταία παραδοσιακή αίθουσα ερωτικών ταινιών στην Ελλάδα, λίγο πριν κατεβάσει ρολά για πάντα. Δεν υπήρχε συγκεκριμένη μεθοδολογία – ίσως γι’ αυτό το τελικό αποτέλεσμα έχει έναν αυθορμητισμό και μια ειλικρίνεια. Δεν θέλαμε να δημιουργήσουμε κάτι άρτιο, αλλά μια δήλωση που, ακόμη και σε εκατό χρόνια από τώρα, θα υπενθυμίζει ότι αυτοί οι κινηματογράφοι κάποτε υπήρξαν. Όταν ζητήσαμε από ανθρώπους που τα έζησαν από μέσα να μιλήσουν και εκείνοι ανταποκρίθηκαν θετικά, αποφασίσαμε πως όλο αυτό θα μπορούσε τελικά να πάρει μια πιο ολοκληρωμένη μορφή. Πραγματικά, δεν συναντήσαμε ιδιαίτερες δυσκολίες, εκτός από τις ημέρες που κάναμε γυρίσματα στο εσωτερικό του κινηματογράφου, καθώς η αίθουσα λειτουργούσε ακόμη κανονικά. Παρ’ όλα αυτά, με αρκετή έρευνα και επιμονή καταφέραμε να συγκεντρώσουμε ένα σημαντικό υλικό.

Σε ποιο βαθμό οι ερωτικοί κινηματογράφοι λειτούργησαν ως κοινωνικοί χώροι συνάντησης και όχι απλώς ως χώροι προβολής ταινιών, ιδιαίτερα σε περιόδους λογοκρισίας ή κοινωνικής συντηρητικότητας;

Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας τους, πολλά ζευγάρια επισκέπτονταν τους ερωτικούς κινηματογράφους. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, οι χώροι αυτοί άρχισαν να λειτουργούν ως σημεία γνωριμίας και συνάντησης γκέι ατόμων, μέχρι που στο τέλος σχεδόν αυτός έγινε ο κύριος ρόλος τους. Μέσα στη σκοτεινή αίθουσα κανείς δεν κρινόταν. Στο ημίφως, σε μια κοινωνία ιδιαίτερα καταπιεστική σε ζητήματα σεξουαλικότητας, δημιουργούνταν ένας χώρος όπου η σεξουαλική έκφραση μπορούσε να υπάρξει χωρίς φόβο.

Αισθάνεστε ότι υπήρχε μια τελετουργία μέσα στο σκοτάδι της προβολής για τους ανθρώπους που πήγαιναν στο Βίλμα και στα άλλα ερωτικά σινεμά; Πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Γιώργος Ιωάννου και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έχουν καταγράψει αυτούς τους χώρους και την ατμόσφαιρά τους.

Προσωπικά μπορούμε να καταθέσουμε την άποψή μας κυρίως για τον κινηματογράφο Βίλμα, αν και οι μαρτυρίες των θαμώνων επιβεβαιώνουν αυτό που αναφέρετε. Η ατμόσφαιρα στην τελευταία ερωτική αίθουσα της Ελλάδας ήταν συγκλονιστική. Ήταν σαν μια χρονομηχανή που σε μετέφερε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Υπήρχε μια χαρακτηριστική μυρωδιά που είτε σε μάγευε είτε σου έφερνε ζαλάδα, μια αίσθηση του απαγορευμένου και του παραβατικού. Τελικά, ήταν ένα ιδιαίτερο ταξίδι.

Πώς πιστεύετε ότι το ντοκιμαντέρ σας συμβάλλει στη συζήτηση για τη μνήμη της πόλης και τη λιγότερο «επίσημη» πολιτιστική ιστορία της Θεσσαλονίκης;

Ο κ. Τάκης Σπετσιώτης αναφέρει μέσα στο ντοκιμαντέρ πως συναντούσε στα πορνό σινεμά γνωστούς Αθηναίους, οι οποίοι όμως έκαναν πως δεν τον έβλεπαν. Όλοι στην πόλη γνώριζαν την ύπαρξη αυτών των χώρων, αλλά πολλοί προσποιούνταν ότι δεν τους ήξεραν. Κι όμως, αποτελούν και αυτοί ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης — ένα κομμάτι που αξίζει να μην να ξεχάσουμε.

Τι κοινό πήγαινε στο Βίλμα παραδοσιακά; Άλλαξε μέσα στα χρόνια ή παρέμεινε σταθερό;

Κυρίως άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας επισκέπτονταν το Βίλμα. Τα τελευταία χρόνια ειδικά είχε ένα σταθερό κοινό. Ήταν επίσης ένας από τους κινηματογράφους στους οποίους έγιναν ελάχιστες παρεμβάσεις στο εσωτερικό. Για εμάς, ως παρατηρητές, αυτό ήταν μια ευλογία. Για τους παραδοσιακούς θαμώνες, βέβαια, το πώς το βίωναν οι ίδιοι είναι κάτι που μόνον εκείνοι μπορούν να πουν.

Η ταινία λειτουργεί παράλληλα με την ιστορία των κινηματογράφων και ως ένα άτυπο λεύκωμα – ημερολόγιο της επαφής του Κώστα με τους άντεργκραουντ ερωτικούς κινηματογράφους της πόλης. Ο ίδιος είναι και ο βασικός αφηγητής της ιστορίας. Επίσης, πολύ συνειδητά, η ταινία εμφανίζει τεχνικές ατέλειες στον ήχο ή στο μοντάζ. Είναι μέρος της αισθητικής που θέλατε να δημιουργήσετε σε σχέση με το θέμα της ταινίας;

Αυτή ήταν η αρχική επιθυμία μας. Φυσικά η καταγραφή ενός χώρου εξελίχθηκε σε ένα ολοκληρωμένο ντοκιμαντέρ – και τελικά επίσημη επιλογή σε φεστιβάλ – κάτι που είναι για εμάς πολύ ευχάριστο. Το διαθέσιμο μπάτζετ ήταν σχεδόν μηδαμινό, οπότε προσπαθήσαμε απλώς να δημιουργήσουμε κάτι χειροπιαστό που να αφηγείται μια ιστορία. Παράλληλα, συνειδητά συμφωνήσαμε ότι η θεματολογία της ταινίας συνομιλεί με τα τεχνικά της χαρακτηριστικά, οπότε δεν δώσαμε ιδιαίτερη σημασία στις ατέλειές της.

Τι σημαίνει για την πόλη η εξαφάνιση χώρων όπως το Βίλμα, το Λαϊκόν, το Σταρ ή το Πάνθεον; Μήπως το ερωτικό στοιχείο καλύπτεται πλέον από τα social media και τις dating εφαρμογές αντί της ανωνυμίας στο σκοτάδι της Βίλμα;

Είναι σίγουρα ένα τέλος εποχής. Οι θαμώνες τους φεύγουν σιγά σιγά από αυτόν τον κόσμο. Νέοι θαμώνες, έτσι όπως γράφεται πλέον η ιστορία, δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά. Η πόλη θέλει να «καθαρίσει», να ευπρεπιστεί, να εξευρωπαϊστεί. Είναι σημαντικό όμως να μη ξεχάσει. Τα πράγματα αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν, είναι η φυσική πορεία των πραγμάτων.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα