Κινηματογράφος

Μικρού μήκους, μεγάλες συνέργειες: Πίσω απο την «Hedera», μια ανθρώπινη πυραμίδα

Η σκηνοθέτιδα Ασπασία Σταυροπούλου μας ταξιδεύει στην διετή πορεία κινηματογραφικής δημιουργίας: Την φτιάχνουν φοιτητές του ΑΠΘ - Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στη δημιουργία της

Ανδρέας Νεοκλέους
μικρού-μήκους-μεγάλες-συνέργειες-πίσ-1461467
Ανδρέας Νεοκλέους

Αφότου συζήτησα με την Ασπασία Σταυροπούλου, σκηνοθέτιδα της μικρού μήκους ταινίας «Hedera» κάπως προέκυψε και έπεσα πάνω σε μια γαλλική ταινία το «Coupez !» (2022) ή αλλιώς «Final Cut» σε σκηνοθεσία του Michel Hazanavicius.

Η συζήτηση με την πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτιδα κινήθηκε γύρω από τα όχι και τόσο διαδεδομένα σημεία της κινηματογραφικής παραγωγής – έτσι και στην ταινία που ανέφερα, παρουσιάζεται η προσπάθεια ενός σκηνοθέτη: να κινηματογραφήσει ένα 30λεπτο μονοπλάνο, το οποίο είναι βασισμένο σε μια ιαπωνική ιστορία και να παρουσιάσει εκ των υστέρων τη μεταφορά του στο ευρωπαϊκό κοινό.

Το έργο εκκινεί με το τελικό αποτέλεσμα της κινηματογράφησης, ενώ έχει ακόμα την εξής πρωτοπόρα ιδέα: αυτή του εγκιβωτισμού μιας άλλης ιστορίας μέσα στην ιστορία που πρώτα αφηγείται.

Η δεύτερη, και κατ’ εμένα πιο ενδιαφέρουσα, είναι αυτή της διαδικασίας παραγωγής μιας μικρού μήκους ταινίας. Τι συμβαίνει πίσω από τις κάμερες; Πώς προέκυψε και στο τάδε πλάνο τρεμάμενα κινείται η κάμερα; Γιατί δεν ακούγεται μουσική όταν υπάρχει η συγκεκριμένη στατική λήψη; Γιατί οι διάλογοι φαίνεται να τραβούν περισσότερο από όσο θα έπρεπε;

Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα είναι κάποια από τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να απασχολήσουν τους μεγαλύτερους σινεφίλ έξω από κάποιο σινεμά που προβάλλει κόπια φιλμ του 1961.

Κι όμως, τα ίδια ερωτήματα που τίθενται παραπάνω, απαντώνται με έναν τρόπο φαινομενικά αποκαθηλωτικό στο «Coupez !».

Εκεί είναι που η ταινία πραγματικά κερδίζει, στο σημείο που η φαινομενολογία παραδίδει τη σκυτάλη της στη γοητευτική πραγματικότητα που ενέχει καμιά φορά η κοινωνία – η σύμπραξη ανομοιογενών δυναμικών, ανθρώπων διαφορετικών μεταξύ τους που συμπορεύονται για την δημιουργία ενός κάτι.

Ενός κάτι, στην προκειμένη μιας ταινίας, που στην καλύτερη, δεν γίνεται να μην αφορά τους συντελεστές με κάποιο τρόπο.

Εδώ, σε αυτό το σημείο σταματώ. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας όπου με την γεωμετρική, σχηματική αποτύπωση μιας ανθρώπινης πυραμίδας, ο σκηνοθέτης Hazanavicius θεωρεί τη διαδικασία παραγωγής αν όχι περισσότερο, τότε εξίσου, γοητευτική με το τελικό κινηματογραφικό αποτέλεσμα που παρουσιάζεται.

Μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την αθέατη πλευρά της δημιουργικής διαδικασίας. Κι αυτό είναι ένα μεγάλο δώρο.

Η συζήτηση με την Ασπασία – φώτισε περισσότερο αυτή τη νοηματοδότηση και κάπως αναπόφευκτα συνέδεσα αυτούς τους δύο κόσμος που είχα την ευκαιρία να συναντήσω με διαφορετικούς τρόπους.

Η μικρού μήκους ταινία «Hedera», θα επιχειρήσει την κάθοδο της τόσο σε εγχώρια όσο και σε παγκόσμια φεστιβάλ την σεζόν που διανύουμε.

Η Parallaxi συνομίλησε με τη σκηνοθέτιδα της ταινίας Ασπασία Σταυροπούλου για το ταξίδι της δημιουργίας, τις δυσκολίες που ενέχει ένα τέτοιο εγχείρημα, το πώς βίωσε τον ρόλο του σκηνοθέτη στο ντεμπούτο της πρώτης τέτοιου βεληνεκούς παραγωγής αλλά και την τρομερή αλληλεγγύη που διέκρινε στον μαραθώνιο δρόμο του κινηματογράφου.

«Hedera» είναι η βοτανολογική ορολογία για ένα είδος Κισσού 

Ενέχει πάντα μια δυσκολία η άρθρωση των όσων μπορεί να μας έχουν απασχολήσει ώστε να παράξουμε ένα έργο. Διακριτό αυτό και στην περίπτωση της Ασπασίας, εξάλλου είναι όλες οι προσπάθειες μας απέλπιδες στο να ορίσουμε επ’ ακριβώς τα όσα σημαίνει για εμάς το απόσταγμα που φέρει η πίεση της εμπειρίας.

Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για κάτι τόσο προσωπικό που επιλέγεις όχι μόνο να εκθέσεις αλλά και να μοιραστείς με όλο αυτό τον κόσμο που περιτριγυρίζει το υπό κατασκευή project:

«Αυτή η ιδέα προέκυψε όταν βρισκόμουν σε μια από τις ίσως σκοτεινότερες περιόδους της ζωής μου. Είχα την πρώτη εμπειρία με τον βαρύ έρωτα. Με τον οποίο δυσκολευόμουνα, όχι με τον έρωτα κατ’ ακρίβεια, αλλά με το άτομο που ήμουν ερωτευμένη.

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Επειδή κι αυτό είχε υπάρξει σαν “μαραθώνιος” στη ζωή μου δεν έληξε εύκολα, του πήρε πολύ καιρό. Ότι κι αν σημαίνει αυτό. Υπήρχε σε όλη αυτή τη διαδικασία ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν πολύ παρών.

Κι αυτός είναι η μαμά μου. Την οποία θεωρώ ως ένα πολύ ιδιαίτερο πλάσμα αυτού του κόσμου. Πάντα είχα μια εξίσου ιδιαίτερη σχέση μαζί της. Κάπως, περπατώντας μέσα σε αυτό, η σχέση μου μαζί της άρχισε να μεταμορφώνεται. Αρχίσαμε να επικοινωνούμε διαφορετικά.

Ακριβώς επειδή βρισκόμουν στα χειρότερα μου. Ο μόνος τρόπος που της είχε μείνει, για να σταθεί, να υπάρξει για εμένα ήταν να μου μιλήσει περισσότερο για την ίδια. Για κάποιες αντίστοιχες φάσεις που πέρασε η ίδια.

Κάπως έτσι, συνειδητοποίησα πως τελικά μοιάζουμε πολύ περισσότερο από όσο νόμιζα ότι μοιάζουμε. Για λίγο θόλωσε η ηλικία και ο τίτλος «μαμά» και την είδα αλλιώς. Την συναισθάνθηκα διαφορετικά και έπαθα μεγάλο σοκ από αυτό.

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Δεν την είχα ούτε ξανακούσει να μου μιλάει έτσι, πόσο μάλλον δεν χωρούσε το μυαλό μου ότι θα μπορούσα να τη φανταστώ με τέτοιο τρόπο. Ως γυναίκα χωρίς «μαμά», χωρίς την Ασπασία, ως Όλγα.

Ήταν ένα από τα πράγματα που μου δώσανε μεγάλη δύναμη ψυχής για όλο το μετά. Συνδύασα τη δική μου αναζήτηση σε αυτά τα πολύ περίεργα χρόνια των 20-25 χρόνων – με τον έρωτα και τη μαμά μου.

[…] Αν κάναμε σύνοψη θα λέγαμε ότι είναι για τον έρωτα και τις γυναίκες. Επικεντρώνομαι περισσότερο στις σχέσεις μεταξύ των γυναικών γιατί είναι λίγο πιο συγκεκριμένη η ενέργεια της μαμάς που την φέρνει στον έρωτα.

[…] Ο κισσός είναι ένα φυτό που μεγαλώνει και επεκτείνεται – κατασπαράζει τα υπόλοιπα φυτά που είναι δίπλα του. Οπότε, βασιστήκαμε σε αυτό. Έτσι το ένιωθα και εγώ, ότι αυτοκαταστρεφόμουνα. 

Ο τίτλος είναι «Hedera» και τον βρήκε η παραγωγός της ταινίας (Αντωνία). Είναι η βοτανολογική ορολογία/ονομασία για ένα είδος Κισσού. Προσπαθώντας, έχοντας πολλές ιδέες – θέλαμε να φέρουμε τον κισσό ως σύμβολο στην ιστορία. Η ιστορία δεν μιλάει για έναν έρωτα ανάλαφρο, τουλάχιστον όχι για αυτή του την πλευρά γιατί δεν είναι μονόπλευρος ο έρωτας, αλλά για μια πολύ σκοτεινή και καταπιεστική έκφανσή του.

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Η διαδικασία της προπαραγωγής

Στην περίπτωση της Ασπασίας και της ομάδας που απαρτίζει αυτό το εγχείρημα που ονομάζεται Hedera η κατάσταση ήταν ιδιάζουσα. Ως σημείο μηδέν τοποθετείται η εκπόνηση της διπλωματικής τους εργασίας στο τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

«Είχαμε εξ αρχής ένα εισιτήριο, ένα πιστοποιητικό αν θέλεις, που θα μας κέρδιζε πιο “εύκολα” πρόσβαση σε κάποια πράγματα. Άλλο το να είσαι ένα νέο άτομο που θέλει να κάνει μια ταινία, άλλο να είσαι ένα νέο άτομο που σπουδάζει και κινηματογράφο και εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο, το ακαδημαϊκό.»

View this post on Instagram

A post shared by Aspasia (@aspasaros)

Μου αναφέρει χαρακτηριστικά πως ήταν αρκετά τυχερές καθώς το τμήμα κινηματογράφου είχε για πρώτη φορά ανακοινώσει ότι θα δώσει κάποιες χρηματοδοτήσεις ώστε να στηρίξουν τους νέους κινηματογραφιστές στην παραγωγή της ταινίας τους.

Ωστόσο, μου εξηγεί πως η επιλογή μόνο τριών project από τα αναρίθμητα εκείνης της χρονιάς – έκανε την όλη κατάσταση να φαίνεται πολύ ανταγωνιστική και δύσκολη για να καταφέρει κανείς να πάρει αυτή την χρηματοδότηση:

Οπότε μετά, φτιάξαμε τον φάκελο παραγωγής. Τι γίνεται εκεί; Ουσιαστικά είναι ένα αναλυτικό έγγραφο όπου παρουσιάζεις το ταινιάκι σαν να έχει γίνει.

«Σου ζητάνε λεπτομέρειες, σκέψεις αλλά και απόψεις που μπορεί να μην έχεις ακόμα προλάβει να μορφώσεις. Τι ηθοποιούς σκέφτεσαι για τους ρόλους. Το σενάριο. Για ποιο πράγμα μιλάς, τι πράγμα θέλεις να πεις μέσα από αυτή την ιστορία; Έχεις βρει χώρους; Βιογραφικά δικά σου αλλά και της ομάδας. Όχι μόνο των ατόμων που κάνουνε τη διπλωματική, αλλά και τι άλλα άτομα έχουν συμπεριληφθεί στο team.

Εικόνα: Masha Romanova

Εν ολίγοις, αισθητική, χρωματικές παλέτες, τεκμήρια ουσιαστικά για να τους αποδείξεις ότι αξίζει να πάρετε εσείς τη χρηματοδότηση. Ότι αξίζει περισσότερο από μια άλλη ταινία.. που κάπως περίεργο παιχνίδι μου φάνηκε αυτό. […]»

Συγκεκριμένα, «μια από τις προϋποθέσεις για την διεκδίκηση της χρηματοδότησης ήταν, να είναι το ταινιάκι αυτό, η διπλωματική όχι ενός αλλά τριών ατόμων».

Η Ασπασία ξεκίνησε την πορεία της με ένα άτομο, την Αντωνία – σε δεύτερο χρόνο έπρεπε να βρουν ένα τρίτο πρόσωπο.

«Οταν μου στάλθηκε ο αριθμός της Έλλης Κολυβά, δεν περίμενα ότι θα κατέληγε να είναι το άτομο με το οποίο θα περνούσα ατέλειωτες ώρες σε μια σκοτεινή αίθουσα, ανακαλύπτοντας στην πράξη πλέον ποια ταινία είχαμε και ποια ταινία μπορούσαμε να φτιάξουμε. Μαζί φτιάξαμε και είδαμε πολλές ταινίες μέχρι να καταλήξουμε σε αυτή τη μια που θα μοιραστούμε.»

Απροσδόκητα λοιπόν, ένα τυχαίο γεγονός – έφερε την Έλλη στην απαιτητική θέση του μοντάζ εκεί όπου όπως αναφέρει η Ασπασία ξεδίπλωσαν τον κόσμο της ταινίας μέσα απο τα χρώματα. 

«Έκανε όλη τη χρωματική επεξεργασία της ταινίας και μου άνοιξε παράθυρα που έκαναν την ιστορία να είναι αυτή που είναι. Η συνεργασία που προέκυψε αρχικά από ανάγκη, κατέληξε να είναι μια από τις πιο πλούσιες σε αυτό το πρότζεκτ».

«[…] Η θεματική που έχει το δικό μας ταινιάκι είναι και κάπως “φίλη” των φεστιβάλ. Δράμα σε είδος, οικογενειακών σχέσεων, αφορά μια μαμά και μια κόρη: κάπως νιώθαμε εξ αρχής ότι έχουμε ίσως περισσότερες πιθανότητες από άλλα ταινιάκια που είχαν θεματολογίες ή ήταν είδη που μπορεί να μην “συμφέρουν” τόσο πολύ τα φεστιβάλ και δεν τους το κάνουν τόσο εύκολο.

Κερδίσαμε τη χρηματοδότηση. Είναι πάλι, ισορροπίες, δεν είναι ποτέ μαύρο και άσπρο. Δεν νομίζω ότι κερδίσαμε τη χρηματοδότηση επειδή απλά συνέφερε λόγω αυτών που επιλέξαμε να κάνουμε. Σίγουρα, μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο, αλλά πιστεύω ότι είχε να κάνει με το πώς το παρουσιάσαμε και υπερασπιστήκαμε το δικαίωμα μας σε αυτό».

Το χρονικό της δημιουργίας 

«Από μικρή, σε κάποια πράγματα, το ακούω το ένστικτο μου. Επομένως, το εμπιστεύομαι και το ακολουθώ. Είχα αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι μου ταιριάζει η θέση της σκηνοθεσίας.

Το είχα προαποφασίσει μέσα μου. Παρόλο που είχε τις δυσκολίες του και δεν θα σου κρύψω ότι αυτές ήταν πολλές και η μοναχικότητα μεγάλη».

«Είναι η πρώτη, τέτοιου βεληνεκούς, προσπάθεια. Είναι τρομερό σαν βίωμα όλο αυτό. Διάβαζα λίγο τις προάλλες και δεν θυμάμαι από πού αλλά είδα αυτή τη φράση που λέει ότι “οι σκηνοθέτες έχουν την ανασφάλεια ότι δεν έχουν αρκετές γνώσεις για τα πάντα”».

Παραπάνω απεικονίζεται ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, Δημήτρης Κόσυββας. Αφότου έγινε μέρος της ομάδας, αναφέρει η Ασπασία, είχε μεταξύ πολλών άλλων να διαχειριστεί τον πολύ μεγάλο ενθουσιασμό της. «Με βοήθησε σε πολλαπλά στάδια της σκέψης μου, κάνοντας ερωτήσεις με υπομονή και μεταμορφώνοντας τις σκέψεις μας σε εικόνα». Για αυτό η σκηνοθέτιδα τονίζει πως αυτό το καθιστά μαγικό. «Από τις χορογραφίες τις κάμερας με τους ηθοποιούς που σκαρφιζόμασταν αργά το βράδυ, μέχρι τις κατασκευές που έχτιζε με την ομάδα του για να τις φέρουμε εις πέρας, είμαι πάρα πολύ χαρούμενη που τον είχα πλάι μου και ελπίζω να τον ξανά έχω!»

[…] «Το οποίο, δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει για όλους, αλλά εγώ προσωπικά, λιγάκι, το συναισθάνθηκα όλο αυτό. Ότι θα έπρεπε να ξέρω καλύτερα, πιο λεπτομερώς τη φωτογραφία. Αλλά, πήγαζε και από ένα άγχος πιο προσωπικό – ότι δεν ήμουνα τόσο γρήγορη στα αντανακλαστικά μου αναφορικά με τα όσα είχα να διαχειριστώ.

Εδώ κρύβεται όλο το ενδιαφέρον. Στη σκηνοθεσία, κάπως αναλαμβάνεις να εναρμονίσεις όλα τα ανόμοια στοιχεία μεταξύ τους. Κι αυτό για μένα είναι μαγικό.

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Εκεί κρύβεται η μαεστρία. Πώς θα τα παντρέψεις όλα; Είναι πάρα πολλοί οι άνθρωποι που είναι πίσω από ένα ταινιάκι. Πολλές ψυχές, προσωπικότητες – οι οποίες όλες τους στοχεύουνε σε ένα αποτέλεσμα το οποίο θα έχει συνοχή».

«Ένα ωραίο πράγμα που έχει το να κάνεις το πρώτο σου ταινιάκι – που έχει πολύ πάθος και όχι τόσα πολλά μέσα: θέλει θράσος και κυνήγι.

Είναι σημαντικό να αντιληφθείς ότι δεν θα σου δοθούν όλα εύκολα. Θα πρέπει να τα διεκδικήσεις. Έτσι και λειτούργησα. Με σεβασμό πάντα ως προς τα όρια του καθενός, έκανα ότι πέρναγε από το χέρι μου για να το φέρουμε εις πέρας».

«Είναι τρομερή η αλληλεγγύη σε αυτή τη συνθήκη»

«Κοιτώντας πίσω, βλέποντας πόσο δύσκολο είναι να κτίσεις μια ομάδα, να φέρεις εις πέρας ένα project.. όχι μόνο λόγω οικονομικών, αλλά δυσκολιών κιόλας της ζωής – να συγκεντρώσεις στον ίδιο χώρο και χρόνο όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν διαφορετικές καθημερινότητες.

Νιώθω πολύ τυχερή που το κατάφερα. Πολλές φορές σκεφτόμουνα την ομάδα που είχα πλάι μου και έλεγα πόσο τυχερή είμαι;

Χωρίς να απελπίζομαι για το ότι είτε δεν θα ξαναγίνει αυτό ή δεν θα γίνει τουλάχιστον σύντομα, χωρίς περιττές σκέψεις και ανησυχίες, απλά απόλαυσε το όσο περισσότερο μπορείς γιατί είναι όντως πάρα πολύ ωραία διαδικασία. Σε αυτό συνέδραμε η ελεύθερη δημιουργία που πήγασε από το γεγονός ότι είμαστε μικροί, φοιτητές και κάπως «δεν ξέραμε».

Αυτό το δεν ξέρω σου δίνει μια κάποια ασφάλεια, ώστε να πας πάσο και να πειραματιστείς πολύ πιο ελεύθερα».

Το σενάριο & η πρωτότυπη μουσική 

Αυτός ο πειραματισμός και η ελευθερία που προσφέρει το «δεν ξέρω», βρήκαν το πεδίο εφαρμογής τους σέ ένα από τα πιο κρίσιμα στάδια: τη συγγραφή του σεναρίου. Η ιστορία της Hedera ξεκίνησε ως μια απόπειρα της Ασπασίας να αποτυπώσει η ίδια το βίωμά της, για να καταλήξει σε μια δημιουργική συνεργασία.

«Η αλήθεια είναι πως περάσαμε από διάφορες διακυμάνσεις», εξομολογείται. «Παρόλο που η παραγωγός μου, η Αντωνία Χαλαβαζή, μου έδωσε τον χώρο να το προχωρήσω σεναριακά, γρήγορα συνειδητοποίησα ότι, παρά τις καλές στιγμές στους διαλόγους, μου έλειπαν οι δομικές και τεχνικές γνώσεις».

Η λύση δεν ήταν η αναζήτηση ενός απλού «διεκπεραιωτή» σεναριογράφου, αλλά ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να μεταφράσει τον εσωτερικό της κόσμο. Αυτός ο άνθρωπος ήταν η Ιωάννα Μητσοπούλου.

«Η Ιωάννα με ήξερε καλά. Είχε το προβάδισμα στην κατανόηση της ιδέας μου. Παρόλο που αρχικά δίσταζε, επειδή γράφει κυρίως μυστήριο και horror, επέμεινα. Δεν με φόβισε η έλλειψη τριβής της με το δράμα – αντίθετα, ήταν για τις δυο μας μια διαδικασία ανακάλυψης».

Μετά από ατελείωτες ώρες συζητήσεων και παράλληλης γραφής και αφότου η Ιωάννα ήρθε σε επαφή με τα πρόσωπα που αποτέλεσαν την έμπνευση για τους χαρακτήρες, παρατηρώντας και ακούγοντας τις αληθινές τους ιστορίες: κατανοώ ότι η συγγραφή δεν ήταν μια μοναχική πράξη, αλλά μια κοινή πορεία όπου η σκηνοθέτιδα έδινε στην σεναριογράφο πλήρη πρόσβαση σε ό,τι την επηρέαζε.

«Η μουσικός μας είναι η Ελισάβετ Γούναρη που δεν είχε κάνει ξανά κινηματογράφο, αλλά θέατρο.

Κι αυτό έγινε με έναν τρόπο “περίεργης” επικοινωνίας, ξεκινήσαμε να μιλάμε από πολύ νωρίς: της έφτιαξα μια playlist με κομμάτια, τις έδωσα χρωματικές παλέτες ώστε να της μεταφέρω το κλίμα της μουσικής που θα ήθελα ιδανικά να μεταφέρω.

Μετά το πρώτο στάδιο συνάντησης όπου ήταν εκείνο της συμφωνίας σε ένα γενικότερο πλαίσιο κλίματος, αφέθηκε εν συνεχεία στο δικό της μέρος το οποίο ήτανε προτάσεις.

Τελικώς, έγραψε πολλά διαφορετικά μουσικά αποσπάσματα για διαφορετικές φάσεις της ταινίας: το γεγονός αυτό με έναν τρόπο, δημιούργησε και κάποια ηχητικά μοτίβα που συνόδευαν την εκτύλιξη της ιστορίας.

Για το τέλος προέκυψε και ένα κομμάτι το οποίο έχει στίχο: το οποίο είναι αστείο το πώς γράφτηκε, καθώς είχε ήδη γραφτεί. Την είχα συναντήσει σε μια περίοδο όπου βρισκόταν στην Σκωτία και πήγα για διακοπές. Μου το παρουσίασε και μου ζήτησε να κάτσουμε και να σκαρφιστούμε κάποιες δεύτερες φωνές. Έτσι και έγινε, οι δεύτερες φωνές που ακούγονται στο κομμάτι είναι από τη δική μου φωνή. 

Ήθελα να μπει στην ταινία και έτσι και έγινε, μπαίνει στους τίτλους τέλους.»

Casting Call 

Η απόφαση να πραγματοποιηθεί το casting call στην Αθήνα ήταν κυρίως πρακτική, καθώς εκεί υπήρχε η απαραίτητη υποστήριξη, αλλά και η πρόσβαση σε ένα μεγαλύτερο εύρος χαρακτήρων.

«Ήταν μια από τις πιο αγαπημένες μου διαδικασίες», θυμάται η Ασπασία. Παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για μια φοιτητική παραγωγή χωρίς αμοιβή, η ανταπόκριση στο δημόσιο κάλεσμα ήταν απρόσμενα μεγάλη. Το «από στόμα σε στόμα» λειτούργησε ως ο καλύτερος πρεσβευτής μιας ιστορίας που ήθελε να ειπωθεί.

Για τον ρόλο της κόρης τόσο η σκηνοθέτιδα όσο και οι ηθοποιοί βρίσκονταν στην ίδια φάση της επαγγελματικής τους ζωής. Αυτή η έλλειψη εμπειρίας λειτούργησε ως πλεονέκτημα, αφαιρώντας τα «φίλτρα» και τα προσωπεία που συχνά συνοδεύουν τους καταξιωμένους του χώρου.

Πριν από κάθε δοκιμαστικό, η Ασπασία μοιραζόταν το «γιατί» πίσω από την ταινία. Η σύνδεση με το βίωμα προηγούνταν της ερμηνείας.

«Η διαδικασία ήταν εξαντλητική αλλά αναζωογονητική» μου λέει. Κάθε νέα κοπέλα έφερνε μια διαφορετική οπτική, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Ωστόσο, για τον ρόλο της μητέρας τα πράγματα κύλησαν κάπως διαφορετικά κι αυτό γιατί «η ηλικία ήταν μεγαλύτερη – αυτομάτως το μυαλό μας πήγαινε στο ότι θα απευθυνθούμε σε μια πιο έμπειρη και επαγγελματία ηθοποιό».

 «Ήμουν στο πλοίο για διακοπές όταν ξεκινήσαμε το ψάξιμο σε σειρές, θέατρα και ταινίες», θυμάται. Η φωτογραφία μιας φυσιογνωμίας που δεν είχε ξαναδεί, της κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον. «Αυτή θέλω», είπε, εμπιστευόμενη για άλλη μια φορά το ένστικτό της, παρόλο που είχε δει μόνο ψήγματα της δουλειάς της.

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Στη δεύτερη φάση του casting ήταν το κρίσιμο σημείο του να δούνε πώς θα αλληλοεπιδρούσαν οι δύο ηθοποιοί μεταξύ τους. «Το οποίο ήτανε και το σημαντικότερο. Όσο υπέροχες κι αν ήταν μεμονωμένα, αυτή η ταινία έχει να κάνει με μια γυναικεία σχέση. Έπρεπε να υπάρχει η μαγεία μεταξύ τους.»

«Ήταν ένα στοίχημα και στις δύο περιπτώσεις: από τη μια, μια νέα ηθοποιός σε μια “ξένη” εμπειρία όπως ο κινηματογράφος, κι από την άλλη, μια καταξιωμένη επαγγελματίας που κλήθηκε να εμπιστευτεί και να την εμπιστευτούμε και εμείς, μια φοιτητική ομάδα χωρίς τα τυπικά φίλτρα ενός casting. Τελικά, η χημεία τους δικαίωσε το ένστικτό μου».

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Η γεωγραφία της ανάγκης

Χωρίς αυστηρούς γεωγραφικούς περιορισμούς, αλλά με το βάρος των οικονομικών δυσκολιών, η Ασπασία επέλεξε να στήσει «δύο βάσεις». Η παραγωγή μοιράστηκε ανάμεσα σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, με την ίδια να μετατρέπεται σε έναν διαρκή ταξιδιώτη των έξι ωρών στα ΚΤΕΛ.

«Ήμουν ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε δύο κόσμους», εξηγεί. Ενώ η ομάδα βρισκόταν κυρίως στη Θεσσαλονίκη, η ανάγκη για οικειότητα και στήριξη την οδήγησε στην Αθήνα για το casting και τις πρόβες. Η γεωγραφία του project επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο, με συνεργάτιδες στη Βουλγαρία (ενδυματολόγος) και τη Σκωτία (μουσικός), καθιστώντας την ψηφιακή επικοινωνία απαραίτητο εργαλείο.

«Επρόκειτο για μια πολύ συνειδητή επιλογή και χαίρομαι που την έκανα. Να κινήσω τη διαδικασία του casting στην Αθήνα κι αυτό γιατί έχω μια μεγάλη αγάπη αλλά και οικειότητα με αυτή τη πόλη.

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Είχα έτσι και τη δυνατότητα να βρω στήριξη και βοήθεια με διάφορους ευρηματικούς τρόπους. Όπως ο χώρος, οι χώροι που κάναμε τις πρόβες. Το casting έγινε στο υπόγειο ενός φούρνου, όπως και κάποιες πρόβες, άλλες στην ταράτσα της Γιολάντας, στη δική μου. Υπήρχε μέσα από τις οικονομικές δυσκολίες – η διάθεση για εύρεση τρόπων που θα επιλύανε τα εκάστοτε προβλήματα.

Κι αυτό φέρνει κάτι πολύ προσωπικό στη διαδικασία.

Αναγκάστηκα δηλαδή να έρθω πιο κοντά με τις συνεργάτιδες μου – φέρνοντας τες στο σπίτι μου για πρόβα ή σε ένα περιβάλλον που είναι δικό μου. Όλα αυτά παίξανε πάρα πολύ μεγάλο ρόλο τόσο στις σχέσεις που κτίσαμε μεταξύ μας αλλά και στις σχέσεις που ανέπτυξαν με την ιστορία.»

Εικόνα: Σάβα Κοκκινίδι

Από το βίωμα στην μυθοπλασία 

Παρά τον έντονα προσωπικό χαρακτήρα της Hedera, «η τέχνη αυτή δεν είναι εκτελεστική», τονίζει. Η μέθοδός της στις πρόβες ξεκίνησε χωρίς σενάριο, με συζητήσεις που στόχευαν στο να «ξεκλειδώσουν» τις προσωπικές εμπειρίες των ηθοποιών. Ο στόχος ήταν να μπολιάσει την ιστορία με τα δικά τους στοιχεία, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι ένα συλλογικό απόσταγμα και όχι μια μονοδιάστατη αφήγηση.

Σήμερα, έναν χρόνο μετά τα γυρίσματα, η ταινία βρίσκεται στο τελικό στάδιο του «κλειδώματος».

«Αφήνεις όλο αυτό που συνέβη να κάτσει λίγο. Βοηθάει να ξεχαστείς, να πάρει τον χρόνο του το ταινιάκι αλλά κι εμείς»

Όλο αυτό διήρκησε 2 ολόκληρα χρόνια – σε αντίθεση με άλλες τέχνες, το σινεμά είναι ένας μαραθώνιος που απαιτεί τεράστια αποθέματα υπομονής.

«Είναι μια συνεχής άσκηση», εξηγεί. «Υπάρχουν στιγμές που η σιγουριά χάνεται για μήνες. Πρέπει να αποδεχτείς ότι αυτό που παρουσίασες αρχικά ως ιδέα για να πάρεις μια χρηματοδότηση, μπορεί στην πορεία να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο. Ο χρόνος αλλάζει εσένα, τους συνεργάτες σου, τις σκέψεις σου».

Αυτή η εξέλιξη, ωστόσο, δεν είναι δείγμα αδυναμίας. Για την Ασπασία, το μυστικό κρύβεται στη σύνδεση με τον πυρήνα γιατί αν ξέρεις τι θέλεις να πεις, θα βρεις τον δρόμο να ελιχθείς ανάμεσα στις αλλαγές που επιβάλλει η ζωή.

«Το σημαντικότερο που έμαθα είναι να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου. Το να αλλάζεις γνώμη στην πορεία δεν σημαίνει ότι δεν ξέρεις τι θέλεις να πεις. Αντίθετα, δείχνει ότι το έργο αναπνέει και εξελίσσεται μαζί σου».

Από τα εξαντλητικά 6ωρα στα ΚΤΕΛ και τις πρόβες στις ταράτσες, μέχρι τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό τραύμα και την καλλιτεχνική δημιουργία, η Hedera είναι μια ανθρώπινη πυραμίδα ανθρώπων που μοιράστηκαν μια κοινή κάψα. Τώρα, καθώς ετοιμάζεται για το ταξίδι της στα φεστιβάλ, μένει μόνο το τελευταίο και πιο σημαντικό βήμα, η συνάντηση με το κοινό. Γιατί, όπως λέει και η ίδια, «δεν το κάναμε μόνο για εμάς – το κάναμε για να το μοιραστούμε»

Συντελεστές ταινίας: Σκηνοθεσία, Ασπασία Σταυροπούλου | Παραγωγή, Αντωνία Χαλαβαζή | Σενάριο, Ιωάννα Μητσοπούλου | Α’ Βοηθός Σκηνοθέτη, Γιολάντα Τσίρμπα Αναγνώστου | Σκρίπτ, Μένη Τσιλιανίδου | 

Location Manager, Άννα Κάρμεν Παπαφωτίου | Unit Manager, Θανάσης Λαγάνης | Unit Manager Assistant, Ελισάβετ Τσολερίδου | Location Scouter, Μαρία Γκάλιου | Ενδυματολόγος, Ζανό Παππά |

Σκηνογράφος, Νικολέτα Χατζησάββα | Hair & Makeup Artists, Δανάη Αθανασιάδη, Χρύσα Μπαλμπαγάδη & Σοφία Βουλαλά | Διεύθυνση Φωτογραφίας, Δημήτρης Κόσσυβας | Α’ Βοηθός Κάμερας, Σμαρώ

Πολυχρονιάδου | Gaffers, Χάρης Φράγκου & Νάγια Βαΐου | A’ Βοηθός Κάμερας, Νεφέλη Κάκου | Β’ Βοηθός Κάμερας, Δήμητρα Τζαλαβρέτα | Μοντέζ, Έλλη Κολυβά

Παίζουν: Ειρήνη Δράκου, Νεφέλη Καστανιά, Σταυριανός Γκάτζιος & Δημήτρης Τσιλινίκος 

Μπορείτε να στηρίξετε το εγχείρημα της ταινίας: ΕΔΩ

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα