Κινηματογράφος

«Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»: Μια ταινία που ισορροπεί ανάμεσα στην επαφή, τον πρωταθλητισμό και την ενηλικίωση

Με αφορμή τη διανομή της ταινίας στις κινηματογραφικές αίθουσες, ο δημιουργός της, Γιώργος Γεωργόπουλος, μιλάει στην Parallaxi

Γιάννης Γκροσδάνης
πολύ-κοριτσίστικο-όνομα-το-πάττυ-μι-1438535
Γιάννης Γκροσδάνης

Υπήρξε μια από τις αγαπημένες ελληνικές ταινίες στο πρόσφατο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου μάλιστα της έδωσε το βραβείο για την ελληνική ταινία του Φεστιβάλ. Ο λόγος για το «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ» του Γιώργου Γεωργόπουλου, μια ιστορία αθλητισμού αλλά και ενηλικίωσης με ηρωίδα μια έφηβη που προσπαθεί να μπει για τα καλά στον πρωταθλητισμό αλλά και στον κόσμο της ωριμότητας.

Λίγο πριν την διανομή της ταινίας στις αίθουσες η Parallaxi μίλησε με τον δημιουργό της ταινίας.

Η συζήτηση γύρω από την ταινία «Πάττυ» ξεκινά από κάτι φαινομενικά απλό: τον ίδιο τον τίτλο. Ο Γιώργος Γεωργόπουλος παραδέχεται ότι τον ενδιαφέρουν «οι τίτλοι που να δίνουν την ευκαιρία να συμμετέχει λίγο και ο θεατής. Δηλαδή, να τους υιοθετεί μετά όπως νομίζει». Δεν πρόκειται για κάποιο τεχνικό «τρικ», αλλά για μια βαθύτερη επιθυμία επικοινωνίας∙ μια προσπάθεια να ανοίξει από την αρχή ένας διάλογος με το κοινό.

Η αφετηρία της ιστορίας της «Πάττυ» συνδέεται με μια προσωπική εμπειρία του ίδιου του δημιουργού: την πολυετή ενασχόλησή του με το τζούντο από την παιδική ηλικία: «Έκανα πολλά χρόνια, από μικρός μέχρι και το τέλος της εφηβείας. Και μετά το επισκεπτόμουν σποραδικά μέσα στα χρόνο το άθλημα. Οπότε ήμουν πολύ εξοικιωμένος με το τζούντο, και εκεί προέκυψε η σεναριακή επιλογή να χτίσω την ιστορία μέσα στο άθλημα».

Πως προέκυψε λοιπόν η Πάττυ; «Προέκυψε κυρίως γιατί ήθελα να κάνω μια αθλητική ταινία, γιατί αγαπάω το είδος από μικρός. Και ήθελα να κάνω μια ταινία που να έχει να κάνει με αυτό το ζήτημα της επαφής σήμερα, οπότε χρειαζόμουν ένα άθλημα με επαφή. Και τύχαίνει το άθλημα που γνωρίζω να είναι κατεξοχήν επαφής».

Μια ταινία επομένως που γεννήθηκε κυρίως από την ανάγκη να μιλήσει για την έννοια της επαφής στη σύγχρονη εποχή – σωματικής, συναισθηματικής, ανθρώπινης. Η σχέση δασκάλου και αθλήτριας γίνεται έτσι το πεδίο όπου συναντώνται η πειθαρχία, η εμπιστοσύνη, η σύγκρουση και τελικά η ενηλικίωση.

Στον πυρήνα της ιστορίας της Πάττυ βρίσκεται ένα νεαρό κορίτσι, που παλεύει ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: στον απαιτητικό κόσμο του πρωταθλητισμού και στην ανάγκη να ζήσει όσα αντιστοιχούν στην ηλικία του: «Αυτό το κορίτσι θα βρεθεί μπροστά σε καταστάσεις που σχεδόν αναγκαστικά θα την κάνουν να ενηλικιωθεί και να συνειδητοποιήσει πράγματα». Αυτή η εσωτερική σύγκρουση μετατρέπει την ταινία εκτός από αθλητική και σε μια διαδρομή ενηλικίωσης, όπου η ηρωίδα δοκιμάζει τα όριά της και προσπαθεί, έστω για λίγο, να αναβάλει το πέρασμα της στην ωριμότητα.

Ο Γιώργος Γεωργόπουλος επιδιώκει ένα σινεμά άμεσο και «λαϊκό» με την ουσιαστική έννοια: ιστορίες που μπορούν να αγγίξουν όλους, αλλά κυρίως τους ίδιους τους ανθρώπους που απεικονίζονται μέσα σε αυτές: «Θέλω να κάνω ένα σινεμά που να μπορεί να απευθύνεται σε όλους, αλλά κυρίως αυτό που σκέφτομαι είναι να κάνω μια ταινία που οι ίδιοι οι χαρακτήρες που κατοικούν, ας πούμε, στο σύμπαν της να μπορούν να πάνε να δουν αυτήν την ταινία. Αυτή είναι η αφετηρία της λαϊκότητας που μπορεί να έχει μια τέτοια ταινία».

Αυτή η αγωνία συνοδεύεται από μια συνεχή αυτοκριτική για το κατά πόσο το έργο του φτάνει σε ευρύτερο κοινό. «Δεν είμαι άνθρωπος που ικανοποιούμαι με μια ταινία που πάει σε πέντε, δέκα, δεκαπέντε φεστιβάλ. Θέλω να φτάνει σε ένα κοινό πιο ευρύ, γιατί γι’ αυτό τη φτιάχνω».

Όντας μια ιδιαίτερη ταινία είδους – αθλητική – η Πάτι βασίστηκε σε μια γενικότερη εξοικείωση των ηθοποιών της με τις πολεμικές τέχνες, αλλά όχι απαραίτητα με το ίδιο το τζούντο. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό η σχέση που είχε η πρωταγωνίστρια του που υποδύεται την Πάτι, η εξαιρετική Μορτ Κλωναράκη, με το τάε κβο ντο. Το σημαντικότερο για τον ίδιο ήταν να κατανοήσουν την κουλτούρα του αθλήματος: την πειθαρχία, τον σεβασμό προς τον αντίπαλο, την ιδέα ότι η πραγματική νίκη είναι η βελτίωση του ανθρώπου και όχι απλώς η κατάκτηση ενός μεταλλίου. Αυτή η φιλοσοφία διαπερνά ολόκληρη την ταινία και κορυφώνεται στην επιλογή μιας διαφορετικής «νίκης» για την ηρωίδα: «Γιατί μερικά πράγματα όσο και να αλλάζει το άθλημα είναι κοινά. Το Τζούντο είναι ένα πάρα πολύ ευγενές άθλημα.

Χαρακτηριστικά στο τέλος ενός αγώνα τζούντο υποκλινόμαστε στον αντίπαλο και δίνουμε το χέρι. Το κάνουμε γιατί τον ευχαριστούμε που μας έκανε καλύτερους αθλητές. Χάσουμε κερδίσουμε. Γι’ αυτό βλέπουμε και στην ταινία σε κάποια φάση που η Πάτι δεν δίνει το χέρι, ότι εξοργίζεται ο Γιούρι (ο προπονητής της). Είναι ένα άθλημα πολύ αυστηρών, αρχών, που η νίκη δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα. Σημαντικότερο πράγμα είναι να βγαίνεις κάθε φορά καλύτερος μέσα από την προπόνηση. Καλύτερος όμως ως άνθρωπος, όχι μόνος αθλητής. Αυτό είναι πάρα πολύ βασικό κομμάτι για αυτό το άθλημα. Άρα μιλάμε για μια διαρκή προσπάθεια».

Ιδιαίτερη πρόκληση αποτέλεσαν εδώ οι σκηνές των αγώνων. Η κάμερα επιχειρεί να συγχρονιστεί με τη ροή των σωμάτων, να μεταφέρει τον παλμό και την αγωνία των αθλητών περισσότερο από την τεχνική του ίδιου του αθλήματος. Οι ηθοποιοί εκτέλεσαν μόνοι τους όλες τις σκηνές πάλης, ενώ γύρω τους βρίσκονταν πραγματικοί τζουντόκα – αυστηροί, σιωπηλοί κριτές της αυθεντικότητας.

Κι αφού μιλήσαμε για αθλητικές ταινίες ο Γιώργος Γεοργόπουλος τονίζει τη σημασία που είχαν για τον ίδιο οι κλασικές αθλητικές ταινίες των δεκαετιών του ’70 και του ’80, όπως ο Ρόκυ και το Καράτε Κιντ, κυρίως ως προς τη δραματουργική δομή που οδηγεί σε μια τελική αναμέτρηση αλλά και στην ανατροπή που επιλέγει καθώς η εξωτερική νίκη υποχωρεί μπροστά στην εσωτερική συμφιλίωση και στη βαθύτερη κατανόηση της σχέσης δασκάλου-μαθήτριας.

Πέρα από το αθλητικό κομμάτι, η ταινία συνομιλεί έντονα με το παρόν, μια εποχή σύγχυσης και διαρκούς βομβαρδισμού ερεθισμάτων: «Νομίζω η Πάτι έχει στο κεφάλι της ένα χάος. Και όσο πάει προσπαθεί κάπως να το ξεκαθαρίσει, τόσο δύσκολο γίνεται αυτό. Αυτό το θυμάμαι και από τη δικιά μου διαδρομή ως αθλητής, μικρός, σε εκείνες τις ηλικίες. Και για αυτό τις πιο πολλές φορές το πιο ωφέλιμο πράγμα για μένα ήταν ότι είχα απέναντί μου έναν δάσκαλο για τον οποίο τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Ενώ εγώ είχα ένα μυαλό απολύτως μπερδεμένο ως έφηβος, είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που άσχετα αν συμφωνούσα ή όχι μαζί του, ήξερα ότι όλα στο μυαλό του είναι ξεκάθαρα. Το οποίο μου βοηθούσε πάρα πολύ να ξεκαθαρίσω και το δικό μου κεφάλι».

Γιώργος Γεωργόπουλος και Μόρτ Κλωναράκη

Η συζήτηση μας αγγίζει και την πρόσφατη επικαιρότητα με τις δηλώσεις του Βιμ Βέντερς περί του αν το σινεμά είναι πολιτικό ή όχι : «Σαφώς, είναι πολιτικό το σινεμά. Νομίζω ότι είναι αυτονοητό αυτό. Καταλαβαίνω ότι ο Βέντερς μάλλον βρέθηκε σε μια δύσκολη θέση που προσπάθησε να δώσει μια ισορροπιστική και συμβιβαστική απάντηση. Αλλά αυτό σπανίως πετυχαίνει. Ήταν μια ατυχή δήλωση. Ωστόσο παραμένει ένας τεράστιος σκηνοθέτης και δεν επηρεάζει κάτι τέτοιο τον τρόπο που βλέπουμε το έργο του. Αλλά σίγουρα είναι πολιτικό και το σινεμά και τα φεστιβάλ και οτιδήποτε γύρω από το σινεμά».

Όσο για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου, η ποικιλία των πρόσφατων επιτυχιών γεννά συγκρατημένη αισιοδοξία: «Είναι θαυμαστό ότι το ελληνικό σινεμά με μια τόσο μικρή παραγωγή ταινιών κάθε χρόνο καταφέρνει να έχει τέτοια ποικιλία και αυτό να οδηγεί και σε εισιτήρια. Σίγουρα υπάρχουν ταινίες για διαφορετικά κοινά. Είμαι σίγουρος ότι μια ταινία σαν του Γιάννη Οικονομίδη, η Σπασμένη Φλέβα, και τα εισιτήρια της μπορούν να βοηθήσουν μια ταινία σαν την Πάτι αλλά θα το δούμε και στην πράξη. Πάντως, δεν σου κρύβω ότι και μόνο που βλέπω χαμογελαστές φάτσες από τους αιθουσάρχες που κόψανε οι εισιτήρια, όλο αυτό το βλέπω θετικό. Τώρα για τις ίδιες τις ταινίες η φάση είναι λίγο περι ορέξεως...».

Η «Πάττυ», η τρίτη μεγάλου μήκους δουλειά του δημιουργού, φιλοδοξεί να ανοίξει περισσότερο προς το κοινό χωρίς να χάσει την αλήθεια της. Το επόμενο βήμα παραμένει ωστόσο ανοιχτό, με αρκετές ιστορίες ήδη σε αναμονή : «Έχω ήδη ανεπτυγμένα αρκετά stories. Απλά λίγο θέλω λίγο χρόνο για να δω τι θα κάνει η Πάτι και να αποφασίσω που θα προχωρήσω. Αν θα είναι κάτι σε μια τελείως άλλη κατεύθυνση, ή αν θα είναι κάτι σε μια πιο κοντινή».

Info: Το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου. Σκηνοθεσία – Σενάριο: Γιώργος Γεωργόπουλος, Παραγωγή: Στέφανος Κουτσαρδάκης, Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος, Φένια Κοσσοβίτσα, Φωτογραφία: Χριστίνα Μουμούρη, Μουσική: Σταύρος Μητρόπουλος, Μαριλένα Ορφανού, Πρωταγωνιστούν: Μορτ Κλωναράκη, Βαγγέλης Μουρίκης, Φιλίππα Κουτούπα, Γιούλα Μπούνταλη, Τάσος Νούσιας

#TAGS
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα