Σωνιέρου 4: Ένα hommage μια φιλίας και του ελληνικού σινεμά από τον Φωκίωνα Μπόγρη
Ο σκηνοθέτης μιλάει στη Parallaxi για τη διαδικασία της προπαραγωγής του «Golden Grip», τον πυρήνα του έργου και για τα μελλοντικά του πλάνα
Τον Κώστα Στεφανάκη ίσως να μην ξέρετε οι περισσότεροι. Υπήρξε ένας εμβληματικός ρολίστας του ελληνικού κινηματογράφου για παραπάνω από 40 χρόνια έχοντας την ικανότητα να περνάει από τον Παλιό Ελληνικό Κινηματογράφο στις ταινίες του Όμηρου Ευστρατιάδη και από εκεί στον Αγγελόπουλο και στον Βούλγαρη και μετά στις βιντεοκασσέτες.
Όλη αυτή η σπουδαία διαδρομή ενός αφοσιωμένου ηθοποιού στην τέχνη του και φυσικά μια αρκετά συγκινητική ιστορία περνάνε μέσα στην Σωνιέρου 4.
Ο σκηνοθέτης Φωκίωνας Μπόγρης μιλάει στην Parallaxi για την ταινία και στον Κώστα Στεφανάκη.
Πως προέκυψε η Σωνιέρου 4 ως ταινία ; Ποιο ήταν το έναυσμα για να αισθανθείς ότι εδώ υπάρχει μια ιστορία για να αφηγηθείς; Και πόσο καιρό σου πήρε για να την ολοκληρώσεις;
– Ο Κώστας Στεφανάκης έφυγε τον Απρίλιο του 2024. Μόλις έμαθα το νέο, ασυναίσθητα, μπήκα στην αποθήκη μου και άρχισα να ξεθάβω πράγματα σχετικά με αυτόν: ταινίες σε vhs, αφίσες ταινιών του, φωτογραφίες και παλιές του συνεντεύξεις.
Προσπαθούσα για κάποιες μέρες να βάλω αυτό το υλικό σε μια χρονολογική σειρά και εκεί γεννήθηκε η ιδέα ενός ντοκιμαντέρ. Μου πήρε συνολικά ενάμιση χρόνο μέχρι να το ολοκληρώσω. Γυρίστηκε πολύ νέο υλικό, δεν αρκεστήκαμε στο αρχειακό.
Πως γνωριστήκατε με τον Κώστα Στεφανάκη; Πως ήταν ως άνθρωπος; Και πως αντέδρασε όταν του είπες ότι θέλεις να κάνεις μια ταινία για τον ίδιο;
– Τον Κώστα τον γνώρισα το 2002 στο σπίτι του στην οδό Σωνιέρου, στην Αθήνα. Ο πρωταγωνιστής της πρώτης μου ερασιτεχνικής ταινίας τον είχε δει σε μια βιντεοκασέτα που είχε αγοράσει από το Μοναστηράκι, τον “Σκυλά”.
Απορώ που την βρήκε κιόλας, γιατί είχαν κυκλοφορήσει ελάχιστα αντίτυπα στα βίντεοκλαμπ. Οπότε ο φίλος μου είχε γίνει φαν του Στεφανάκη χάρη σε αυτή την ταινία και προσπαθούσε να με ψήσει να τον πάρουμε στην δική μας.

Παρόλο που δεν μου άρεσε καθόλου “Ο Σκυλάς”, δέχτηκα να πάμε να τον συναντήσουμε. Δεν ήταν και ο πιο ομιλητικός άνθρωπος στον κόσμο, μαζί μας όμως ανοίχτηκε εύκολα, είχε κάτι πολύ προσιτό που σου επέτρεπε να γίνεις φίλος του κατευθείαν. Μόλις μου είπε πως είχε παίξει και στις ταινίες του Χρυσόστομου Λιάμπου, εκεί ακριβώς κέρδισε τον θαυμασμό μου.
Πρέπει να ειπωθεί σε αυτό το σημείο ότι το 2000 ήταν σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς αυτές τις ταινίες και να τις δει, οπότε είχαν πάρει μυθικές διαστάσεις στο μυαλό μου. Τελικά τις είδα λίγο αργότερα σε αντιγραμμένα dvd απο άθλιες κασέτες. Και κάπως κατέρρευσε ο μύθος που είχα χτίσει, αλλά ακόμα τους έχω μια αδυναμία, πιθανότατα και λόγω Στεφανάκη.
Πέρα από τις συνεντεύξεις δύσκολα έχουμε την ευκαιρία ως θεατές να δούμε σε ένα ντοκιμαντέρ όλη την ιστορία του ελληνικού σινεμά μαζεμένη.
Σε δυσκόλεψε αυτό καθόλου ; Αναφέρομαι και στην συγκέντρωση όλου του υλικού αλλά και ως προς τη διαχείριση του θέματος για τον τρόπο που θα ισορροπήσεις ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις ενός θέματος ή ήταν ξεκάθαρο από την αρχή πως δουλέψεις;
– Συνήθως βλέπουμε τέτοιες ιστορίες μέσα απο τη σκοπιά μεγάλων ηθοποιών η δημιουργών, οπότε μου φάνηκε ενδιαφέρον να πω την ιστορία ενός μικρορολίστα. Πολλές φορές χρειάστηκε να απαντήσω την ερώτηση “γιατί θέλησες να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ για τον Στεφανάκη και όχι για κάποιον μεγάλο Έλληνα ηθοποιό;”.
Μου αρέσουν αυτού του είδους τα ντοκιμαντέρ που ασχολούνται με την κινηματογραφική ιστορία και η αλήθεια είναι πως δεν γίνονται και πολλά τέτοια στην χώρα μας. Το κομμάτι της κινηματογραφικής ιστορίας υπάρχει στην ταινία ώστε να πάρει ο θεατής μια γεύση απο τον κόσμο στον οποίο έζησε και δούλεψε ο ήρωάς μας.

Σίγουρα όμως ήθελα να συμπεριλάβω και τα πιο προσωπικά του στοιχεία ώστε να μπορεί να συνδεθεί ο θεατής και συναισθηματικά. Έπρεπε, όπως λες, να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στα ιστορικά και τα προσωπικά στοιχεία. Αυτό μας παίδεψε αρκετά μοντάροντας με τον Φαίδωνα (σ.σ. Γκρέτσικο – τον μοντέρ της ταινίας).
Όσον αφορά τους τίτλους που συμπεριλάβαμε, δώσαμε μεγαλύτερο βάρος στις ταινίες που είχαν περισσότερο Στεφανάκη, και πάντα μέσα απο το δικό του point of view.
Από τον ΠΕΚ στο ΝΕΚ, από το cult στη βιντεοκασέτα και από εκεί στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά.
Με ποιους τρόπους η πορεία του Κώστα Στεφανάκη μέσα από τα στούντιο του Φίνος Φιλμ, το σινεμά του Αγγελόπουλου και του Βούλγαρη και τις παραγωγές του Ευστρατιάδη και του Λιάμπου λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στις διαφορετικές «σχολές» και αισθητικές του ελληνικού σινεμά;
– Δεν νομίζω ότι ήθελα συνειδητά να κάνω κάποιο σχόλιο πάνω σε αυτό, περισσότερο με ενδιέφερε να δω μονταρισμένα μέσα σε ένα μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ όλα αυτά τα τόσο διαφορετικά υλικά, οπτικά μιλώντας.
Αυτό ήταν σίγουρα ένα απο τα κίνητρα μου να φτιάξω αυτή την ταινία. Αλλά και το γεγονός ότι μέσα σε διάστημα ενός χρόνου ο Κώστας είχε περάσει απο Γκουσγκούνη αλλά και Αγγελόπουλο/Βούλγαρη, σε πολύ πετυχημένες ταινίες και στα δύο είδη σινεμά- αυτό το εύρος μου φαινόταν μοναδικό. Μπορώ να σου πω ότι ήταν εξίσου περήφανος και για τα δύο.

Αν και ο Κώστας Στεφανάκης δεν ήταν ποτέ αυτό που λέμε «πρώτο όνομα», είχε φοβερή αντοχή και έκανε μια καριέρα 40 ετών. Που οφείλεται κατά τη γνώμη σου αυτό ;
– Νομίζω ο Στεφανάκης ήταν κάποιος που λάτρευε να βρίσκεται μπροστά απο την κάμερα. Όχι με την έννοια του αυτοθαυμασμού- ήταν πραγματικά ταγμένος σε αυτό, όπως ήταν και ένας από αυτούς τους ηθοποιούς που σπάνια θα απέρριπταν δουλειές. Υπήρξαν και τέτοιες περιπτώσεις αλλά πέρα από αυτό ήταν ένας πραγματικός εργάτης του σινεμά.
Μετά και την ολοκλήρωση της Σωνιέρου 4 τι συμβολίζει για σένα ο Κώστας Στεφανάκης;
– Σίγουρα έναν πολύ καλό φίλο. Που για να ήταν αυτό σημαίνει πως θα ήταν και καλός συνεργάτης, κάποιος δηλαδή που ήταν δίπλα μου στα δύσκολα. Που όταν δουλεύαμε μαζί είχαμε κοινό στόχο.
Πέρα απο αυτό, για εμένα είναι και το σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς καλτ ηθοποιών που έχει φύγει ανεπιστρεπτί, όπως έλεγε και ο Νίκος Τριανταφυλλίδης.
Μετά την Θεσσαλονίκη ποια είναι η συνέχεια για την Σωνιέρου 4; Θα ταξιδέψει σε ξένα φεστιβάλ; Και επίσης ετοιμάζεις κάτι άλλο σε fiction;
– Θα το ήθελα να ταξίδευε η ταινία- έξω υπάρχει πολύς κόσμος που καίγεται με τα b-movies και ενδεχομένως θα ήθελε να δει μια τέτοια ιστορία. Σίγουρα έχουν υπάρξει πολλοί ηθοποιοί σαν τον Στεφανάκη σε διάφορες γωνιές του κόσμου. Καθώς μιλάμε, ετοιμάζομαι να γυρίσω και την επόμενη μου ταινία μυθοπλασίας, το “Δημόσιο Πρόσωπο”. Μία ιστορία που διαδραματίζεται στον κόσμο της ελληνικής ραπ σκηνής.
*Ολύμπιον (Αριστοτέλους 10) | Σάββατο 7 Μαρτίου στις 19:45 | Διάρκεια: 94′ | Τιμή εισιτηρίου: 5 ευρώ | Ηλεκτρονικό εισιτήριο: MORE

*


