Γιάννος Αιόλου: Η μουσική είναι μια βουτιά στον κόσμο που φέρει ο καθένας μέσα του

Μια συζήτηση με αφορμή το νέο άλμπουμ του μουσικοσυνθέτη: «Beyond Night»

Ανδρέας Νεοκλέους
γιάννος-αιόλου-η-μουσική-είναι-μια-βου-1421750
Ανδρέας Νεοκλέους

Φαντάζομαι πως υπάρχει πάντα μια αμηχανία όταν, μέσα σε μια φράση ή πρόταση, επιχειρεί κανείς να περιγράψει κάτι που μόλις άκουσε – και ίσως ακόμα περισσότερο όταν αυτό το «κάτι» δεν ανήκει στη γλώσσα, αλλά στη μουσική. Όταν πρόκειται για μια σύνθεση που αντηχεί σε ένα τόσο ανοιχτό και αχαρτογράφητο πλαίσιο, όσο η νύχτα, οι λέξεις μοιάζουν να καθυστερούν ή μάλλον να ακολουθούν απο απόσταση.

Η πρώτη γνωριμία με τον Γιάννο Αιόλου έγινε κινηματογραφικά: η μουσική που συνόδευε τη μεταφορά του «Τανγκό των Χριστουγέννων» στη μεγάλη οθόνη, τό όχι και τόσο μακρινό 2011. Αισθάνομαι πως εκεί – η μουσική σύνθεση του λειτουργούσε σχεδόν όπως ένας καβαλιέρος: διακριτική αλλά παρούσα, οδηγούσε τη δραματουργία χωρίς να την επισκιάζει.

Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που τον ακούω με αυτό τον τρόπο: σε ένα δικό του προσωπικό άλμπουμ, το «Beyond Night» (2025), όπου αντί να ακολουθήσει τις «συναισθηματικές συνθήκες» που προϋπάρχουν ενδεχομένως σε μια ταινία, ο ίδιος βυθίζεται στα εσωτερικά του ντοκουμέντα προσπαθώντας να τα κατανοήσει και να αποστάξει τα δικά του μουσικά σύμπαντα.

Όπως ο Umberto Eco προτείνει την ιδέα της «πολλαπλής ανάγνωσης» έτσι και εγώ ακολούθησα την πολλαπλή ακρόαση των μουσικών του συνθέσεων – κάπως έτσι ανακύπτουν και τα παρακάτω ερωτήματα που θα δείτε ότι τίθενται.

Επί προσωπικού δηλαδή, το Beyond Night δεν είναι απλώς ένας τίτλος, αλλά μια στάση: μια επιμονή να μείνεις μέσα στη νύχτα χωρίς να τη δραματοποιείς και να την ακούς χωρίς να τη χρησιμοποιείς ως άλλοθι. Κάπου εκεί γεννιούνται και τα ερωτήματα που διαπερνούν τη δημιουργική διαδικασία — όχι μόνο της μουσικής, αλλά κάθε τέχνης που εκτίθεται.

Με αφορμή το νέο άλμπουμ, η κουβέντα μας για την Parallaxi ξεκίνησε από αυτήν ακριβώς τη λεπτή ισορροπία:

Υπάρχει η άποψη του Basquiat ότι η μουσική δεν διακοσμεί τον χώρο αλλά τον χρόνο. Ακούγοντας το “Night Beyond”, κανείς νιώθει ότι ο χρόνος δεν κυλά ευθύγραμμα, αλλά μετασχηματίζεται.

Αν σας ζητούσα να σταθείτε ως ακροατής του ίδιου σας του έργου: θα λέγατε ότι αυτή η σχέση με τον χρόνο σας αφορά; Ότι σας εκφράζει;

Ίσως ο Basquiat ήθελε μια αντιδιαστολή σε σχέση με τη ζωγραφική που ήταν η τέχνη του, και κατέφυγε σε αυτή του τη δήλωση, ότι η μουσική διακοσμεί το χρόνο και όχι τον χώρο. Η μουσική είναι μία από τις λίγες τέχνες που εμπεριέχει τον χρόνο συνυφασμένο δομικά στην έκφρασή της, και φέρει ως δομικό συστατικό τον ρυθμό.

Όμως η δική μου άποψη είναι ότι η τέχνη δεν ‘διακοσμεί’ τίποτα. Δεν θα έπρεπε να έχει αυτή τη χρήση ή τη λογική. Για μένα η μουσική είναι μια βουτιά όσο πιο βαθιά μπορεί ο καθένας στον κόσμο που φέρει μέσα του – μια επαφή, ίσως μια συνομιλία με το δομικό συστατικό της ζωής, που υπερβαίνει τις αισθήσεις, υπερβαίνει το γνωστικό, το λογικό.

Είναι μια σχέση με αυτό που μας δημιουργεί, με αυτό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι.

Ο χρόνος είναι μια ανθρώπινη εφεύρεση, και φυσικά έχει ρυθμό, τρόπο μέτρησης, ίσως και αρχή, συνδυασμένα όλα με τον παρατηρητή… αλλάζοντας τον τρόπο παρατήρησης αλλάζει και ο χρόνος…

Η κίνηση του σύμπαντος – και της νύχτας, για να το συνδέσω με το τελευταίο έργο μου- είναι μια κίνηση σε χώρο, σε χρόνο, σε ενέργεια, σε διαστάσεις πολύ περισσότερες από 3 ή 4. Η μαγεία που ασκεί το σκοτάδι της νύχτας το οποίο ‘σκίζει’ η ουράνια κίνηση των πλανητών, αστεριών, είναι ακριβώς γιατί εκεί αναγνωρίζουμε κάτι που ξέρουμε από πάντα, αλλά που δεν έχουμε ακόμη εργαλεία να τα περιγράψουμε…

Το σύμπαν, φυσικά γνωρίζετε, είναι πολύ περισσότερα από αυτά που βλέπουν τα τηλεσκόπια, και τα μάτια μας…

Αυτά, που ‘δεν βλέπουμε’ αλλά ‘αναγνωρίζουμε’ είναι νομίζω και η αφετηρία του έργου μου και ίσως και ο βασικός λόγος γοητείας της νύχτας σε όλους μας…

Αυτή η λογική των ανεπαίσθητων μετατοπίσεων — όπου το σύμπαν αλλάζει χωρίς να διακόπτεται η ροή — είναι κάτι που σας διακατέχει πυρηνικά ως συνθέτη; Σαν κάπως ο μαγικός ρεαλισμός να μην είναι απλώς μια αναφορά ή μια τεχνική αν μπορώ να πω στο έργο σας, αλλά ένας βασικός τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεστε και οργανώνετε τη μουσική σας. Ισχύει κάτι τέτοιο;

Το έχω ξαναπεί ότι η διαδικασία σύνθεσης των Tangos του Μαγικού Ρεαλισμού – η οποία κράτησε αρχικά μια δεκαετία αλλά συνεχίζεται, δεν έχει τελειώσει – με έχει αλλάξει και διαμορφώσει ως άνθρωπο και ως συνθέτη.

Ισχύει αυτό που ισχυρίζεστε.

Η αίσθηση της ‘αλήθειας’, του ρεαλισμού, αλλάζει όταν αλλάζει η γωνία θέασης, παρατήρησης, και η ενσωμάτωση πολλών ‘ελαφρώς αλλαγμένων’ πλαισίων θέασης – ή ακρόασης – φωτίζει αλλιώς το ίδιο περιεχόμενο, και αυτό μου δίνει τη δυνατότητα μιας πιο ξεκάθαρης αίσθησής του, και μια γνώση που δεν στέκεται σε ενδεχομένως πλαστές ή ψευδείς βεβαιότητες, αλλά που αφού υπερβαίνει τα πλαίσια παρατήρησης, μπορεί να προσεγγίζει ίσως λίγο καλύτερα την ίδια την ουσία του περιεχομένου.

Σίγουρα δεν είναι απλά μια τεχνική. Θα μπορούσα να διδάξω την τεχνική ή κάποιος να την μιμηθεί, αλλά πιστέψτε με, δεν υπάρχει ‘ένας τρόπος’. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει ‘μία πραγματικότητα’, δεν υπάρχει ‘μία αλήθεια’, μία γραμμή να ακολουθήσει κανείς, αλλά ένα ‘σύννεφο πιθανοτήτων’, που μέσα σε αυτό ενεργοποιούνται σχεδόν νομοτελειακά οι πιθανότητες εξέλιξης της μουσικής γραφής, σαν η κίνηση να είναι το άθροισμα δεκάδων σπειροειδών κινήσεων, με πολύ διαφορετικά κέντρα, που όμως όλα έχουν ένα σημείο εκκίνησης, τον ψυχισμό μου.

Αυτό που εισπράττει ο κάθε ακροατής βάζει στην εξίσωση και τα δικά του κέντρα. Και αυτό μπορεί να είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον σε όποιον θελήσει να αφεθεί στην μουσική κίνηση.

Το “Night Beyond” μοιάζει λιγότερο με συλλογή κομματιών και περισσότερο με μια ενιαία νυχτερινή διαδρομή. Η ιδέα του άλμπουμ προέκυψε εξαρχής ως ένα συνολικό έργο ή σχηματίστηκε σταδιακά, μέσα από μεμονωμένες συνθέσεις που αργότερα «ζήτησαν» να συνυπάρξουν;

Τα μουσικά θέματα ενυπάρχουν σε αυτό το ‘σύννεφο’ πιθανοτήτων που σας είπα πιο πάνω. Το πώς μας συναντούν, με τι αφορμές… είναι αδύνατο να το περιγράψω. Υπάρχουν οι ‘συνθήκες’ μέσα στις οποίες ο ψυχισμός μου ζει, αντιδρά… και τα μουσικά θέματα με συναντούν εκεί μέσα χωρίς διάλογο, άμεσα. Το αποτέλεσμα της όποιας συνάντησης καταγράφεται… κάποιες φορές… και μετά συνειδητοποιώ ότι ενδεχομένως να αναγνωρίζω κάποιο από τα μηνύματα που φέρουν σε εμένα… άλλες φορές, αναγνωρίζω πράγματα και πολύ αργότερα.

Σίγουρα η ψυχική και χρονική συνάφεια συνήθως φέρει ως αποτέλεσμα μουσικά έργα που έχουν μια ‘συγγένεια’, ως εξέλιξη, συνέχεια ή ολότητα. Όταν όμως μιλούμε για έργα που δεν είναι ‘παραγγελία’ όπως η μουσική μιας ταινίας ας πούμε, όπου ‘οι συναισθηματικές συνθήκες’ προϋπάρχουν και απλά τις συναντάς, στα έργα που ξεκινούν να γεννιούνται αμιγώς από την εσωτερική φωνή του συνθέτη, τότε οι διαδικασίες είναι περίπου όπως σας τις περιέγραψα… δηλαδή: απλά βουτάς… κάποια στιγμή καταλαβαίνεις… ίσως…

Η επιλογή μιας ορχήστρας εγχόρδων, χωρίς εντυπωσιασμούς ή «μεγαλοπρεπείς χειρονομίες», δίνει στο άλμπουμ μια αίσθηση αναπνοής και εγγύτητας. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στον συγκεκριμένο ήχο; Ήταν αισθητική ανάγκη, αφηγηματική επιλογή ή μια πιο ενστικτώδης απόφαση;

Δεν με ενδιαφέρει η αισθητική ως αυτοσκοπός. Με ενδιαφέρει μονάχα ως κρίκος συνοχής μιας αφηγηματικής γλώσσας. Το ένστικτο παίζει φυσικά μεγάλο ρόλο, αλλά για να σας περιγράψω με αναφορές ίσως πιο κατανοητές θα σας έλεγα να σκεφτείτε την ορχήστρα και τα επιμέρους σολιστικά όργανα ως μια επιλογή χαρακτήρων σε ένα λογοτεχνικό ή θεατρικό έργο.

Όταν ο συγγραφέας δημιουργήσει τους χαρακτήρες του (στην δική μου περίπτωση καταλήξω στην επιλογή των οργάνων) αφήνεται σιγά σιγά στις σχέσεις που δημιουργούν οι χαρακτήρες μεταξύ τους ανάλογα με το παρελθόν τους, τις αγωνίες τους, γίνεται πιο πολύ ένας ‘παρατηρητής’ των μουσικών σχέσεων – από εκεί προκύπτει και η επιθυμία μου να τροποποιώ την οπτική μου για να δοκιμάζω τους χαρακτήρες μου (τους μουσικούς αλλά και τους προσωπικούς μάλλον), και να δημιουργώ ‘σύμπαντα’ όπου είναι πιθανές πολλές σχέσεις, να με εκπλήσσω, αλλά όχι με αυτοσκοπό να με εντυπωσιάσω… να με ταρακουνήσω για να καταλάβω τι είναι ‘πίσω από τη σκιά’, τι είναι αυτό που προκαλεί τη σκιά, ή πώς θα ήταν η ζωή μόνο στη σκιά ή και χωρίς αυτή… άρα το πώς φωτίζω τα μουσικά μου θέματα (πώς τα παρατηρώ), καμιά φορά είναι εξίσου σημαντικό με τα ίδια τα μουσικά κείμενα τα οποία σε μεγάλο βαθμό καθορίζονται από τον τρόπο που μιλούν οι ίδιοι οι χαρακτήρες μου (δηλαδή τα όργανα).

Συνήθως δημιουργώ ‘καταστάσεις’ ομάδας… δηλαδή, πέρα από τις δυνατότητες των ίδιων των οργάνων και των ερμηνευτών (π.χ. το πρώτο βιολί μπορεί να παίζει πολύ πιο γρήγορα θέματα από τη βιόλα ή το κόντρα μπάσο, ή το πιάνο μπορεί να παίζει ως μέλος, χρώμα, ρυθμός, ή και αντίστιξη… τα φυσιολογικά όρια δηλαδή που όλοι οι συνθέτες γνωρίζουν) προσπαθώ να δημιουργώ αρμονικά τοπία που το άθροισμα των μουσικών φωνών να ‘υπονοεί’ και επιπλέον συνδέσεις που δεν είναι ολοφάνερες, σαν μια επίγευση από ένα συστατικό που δεν αναγνωρίζεις αμέσως με την πρώτη μπουκιά, αλλά είναι χαρακτηριστική…

Ακούγοντας το άλμπουμ, έχω την αίσθηση ότι το κανονάκι εμφανίζεται πάντα διακριτικά, όχι για να πρωταγωνιστήσει, αλλά για να αλλάξει ανεπαίσθητα τη συναισθηματική θερμοκρασία του ήχου. Πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο αυτού του οργάνου μέσα στο σύνολο των συνθέσεων σας;

Το κανονάκι είναι ένα αρχαίο όργανο που φέρει πολλά αρώματα. Είναι το κύριο όργανο πολλών μουσικών παραδόσεων. Για μένα είναι ένα κατεξοχήν Μεσογειακό όργανο. Είναι δε ταυτισμένο με τον τροπικό ήχο – τον ήχο των τρόπων, μην τον μπερδεύουμε με τις τροπικές γεωγραφίες, – όχι τον δυτικό εννοώ.

Εγώ στο έργο μου ήθελα τα μουσικά αρώματά του και όχι τόσο τον ‘μουσικό του τρόπο’. Δεν με ενδιέφεραν τα μακάμια δηλαδή, γιατί το ενσωματώνω σε μια κάθετη, δυτική, σύνθετη αρμονικά γραφή όπου πρέπει να έχει πολύ συγκεκριμένο χώρο για να συνυπάρξει με το όλο σύνολο.

Γενικά δεν με ενδιαφέρει τόσο ο ‘παραδοσιακός’ τρόπος του αυτοσχεδιασμού όπου ο κάθε οργανοπαίχτης (ή ο χορευτής για να το δούμε από την πλευρά του κοινού) έρχεται και καταθέτει μια δική του εκδοχή ενώ οι υπόλοιποι κάθονται στην άκρη και χειροκροτούν. Με ενδιαφέρει ένα σύνολο που ως μια ορχήστρα, ως ένα μπαλέτο, ως ένα μηχανισμό ενός ρολογιού αντιλαμβάνονται τον χρόνο κοινά.

Έτσι έγραψα για το κανονάκι μέρη που θα μπορούσε θεωρητικά να παίξει και ένα δυτικό όργανο ορχήστρας, π.χ. μια άρπα, ή ένα πιάνο… όμως το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο γιατί το κανονάκι έχει μια γλώσσα φορτισμένη συναισθηματικά με τον Μεσογειακό χώρο, την μελωμένη αύρα της Μεσογειακής νύχτας. Παίζει με την δυτική θεώρηση του μουσικού κειμένου, όλα γραμμένα και μετρημένα σε απόλυτη ακρίβεια, όμως με την δική του φωνή, το δικό του άρωμα…

Ακούγοντας ξανά και ξανά το άλμπουμ, νιώθω ότι κάθε πέρασμα φέρνει νέες λεπτομέρειες, μικρές μετατοπίσεις στον ήχο, σαν ένα βιβλίο που αποκαλύπτει κομμάτια του κάθε φορά. Σας βρίσκει σύμφωνο η ιδέα μιας «πολλαπλής ακρόασης» όπως αυτή που προτείνει ο Umberto Eco για τα βιβλία; Θα λέγατε ότι το άλμπουμ κερδίζει μέσα από αυτή τη διαδικασία;

Είναι για μένα τόσο αυτονόητο… σε βαθμό που θα σας έλεγα πως αν πίστευα ότι δεν υπάρχει η ‘πολλαπλή ακρόαση’ ή η ανάγκη αυτής, δεν θα είχα κανένα λόγο να κάνω αυτό που κάνω. Κάθε ένα μουσικό θέμα μπορεί να με απασχολήσει πολλές εβδομάδες ή μήνες. Το ακούω, το σμιλεύω, το σβήνω και το ξαναγράφω δεκάδες φορές. Φανταστείτε κάθε φορά να ‘άκουγα’ το ίδιο θέμα… δεν θα μπορούσα να συνεχίζω…

Ο τρόπος που γράφεται η μουσική σαν αυτή που υπηρετώ δεν θα μπορούσε παρά να έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης – ακρόασης. Και δεν εννοώ μονάχα ότι υπάρχουν πολλές φωνές και καμιά φορά πας πέρα από την πρώτη, δεύτερη και ανακαλύπτεις και τις πιο μέσα… εννοώ όλες αυτές τις υπαινικτικές φράσεις, τις σπασμένες αρμονίες που μπορούν να αναλυθούν με πολλούς τρόπους, τις διφορούμενες μουσικές καταστάσεις στις οποίες οι μουσικοί μου ήρωες (τα όργανα) μπαίνουν στα σύμπαντα που τους εκθέτω, ιδιαιτέρως αλλάζοντας κάθε φορά τη θέση παρατήρησης… έτσι κάθε φορά είναι και λίγο διαφορετική, καθώς η γλώσσα γίνεται πιο οικεία, καθώς η μουσική φράση γίνεται μέρος του καθενός μας… και καθώς αλλάζουμε κι εμείς ως ακροατές, είναι σημαντικό να υπάρχει πάντα χώρος μέσα στο έργο να μας συναντήσει στη νέα βερσιόν του εαυτού μας…

Η νύχτα, σαν θεματικό πεδίο, στο “Night Beyond” μοιάζει να δημιουργεί έναν πιο ελεύθερο, συμμετοχικό χώρο, διαφορετικό από τον περιορισμένο κόσμο που μπορεί, ενδεχομένως, να προκαλεί η κινηματογραφική μουσική με εικόνα. Νιώθετε ότι αυτή η ανοικτότητα βοηθά τον ακροατή να βιώσει το «συμπάσχω»;

Στην μουσική κινηματογράφου η μουσική μου προσπαθώ εκτός από το να υπηρετεί την κάθε σκηνή, να την εξελίσσει και αναβαθμίζει συναισθηματικά, να λειτουργεί και σε ένα δεύτερο επίπεδο ως μια άλλη μορφή αφήγησης, μια παράλληλη αφήγηση, που θα μπορούσε ενδεχομένως να υπάρξει και μόνη της. Αυτό έχει ως στενό όριο καμιά φορά τις ανάγκες της ίδιας της ταινίας.

Στα έργα που δημιουργώ από την αρχή εγώ (που από το 2015 είναι όλο και περισσότερα και ομολογώ τα έχω πιο πολύ ανάγκη) δεν έχω τα στενά πλαίσια της εικόνας της ταινίας. Αυτό από τη μία κάνει αυτού του είδους τη μουσική λιγότερο ίσως κατανοητή στο αμύητο κοινό – όταν δεν έχει μια εικόνα στην οποία να αφήσει την φαντασία του να ακουμπήσει και να αισθανθεί συντονισμένος με αυτό που εισπράττει συνολικά – όμως για όσους με ακολουθούν στο μουσικό ταξίδι η ελευθερία είναι πολύ μεγαλύτερη γιατί είναι οι εικόνες του κοινού, οι δικές του σκέψεις, αγωνίες, επιθυμίες που μπαίνουν ως μέρος της αφήγησης, της ταύτισης, του ‘συντονισμού’ όπως λέτε.

Η Νύχτα είναι ένας καμβάς που ακριβώς όπως είπα πιο πάνω μας κάνει να ‘αναγνωρίσουμε’ σύμπαντα από τα οποία ερχόμαστε, σαν από πάντα…

Αυτοί οι συναισθηματικοί χώροι στους οποίους μας εκθέτει το σκοτάδι είναι σίγουρα πολύ πιο μεγάλοι από αυτό που μπορεί να χωρέσει η λογική ή η φαντασία μας. Μόνο να τους αισθανθούμε μπορούμε. Όχι να τους σκεφτούμε ή να τους περιγράψουμε.

Η μουσική είναι μία από τις αρχέγονες γλώσσες που τα κύτταρά μας αναγνωρίζουν και έτσι κάπως συντονίζονται με την καταγωγή μας, το σκοτάδι, τη μήτρα, το επέκεινα…

Περισσότερα για τον Γιάννο Αιόλου στο: https://eolou.com/ 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα