κορίνα-λεγάκη-καλλιτέχνης-είναι-εκε-1490735

Μουσική

Κορίνα Λεγάκη: «Καλλιτέχνης είναι εκείνος που δε γαντζώνεται σε μια τυποποιημένη εκδοχή του εαυτού του»

Η Parallaxi συνομίλησε με την πολυπρισματική ερμηνεύτρια για τον ρόλο της ως Κορυφαία στη Λυσιστράτη του ΚΘΒΕ, τη δύναμη της γυναικείας διεκδίκησης και την αλήθεια που εμπεριέχει η δωρικότητα στη μουσική σύμπραξη με τον Γίωργο Ανδρέου στο άλμπουμ Piano Forte

Ανδρέας Νεοκλέους
Ανδρέας Νεοκλέους
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Η μουσική και το αρχαίο δράμα είναι έννοιες ταυτόσημες. Αν ανατρέξουμε στην αυγή της Όπερας μετά την Αναγέννηση, θα δούμε ότι γεννήθηκε ακριβώς από την ανάγκη των δημιουργών να αναπαραγάγουν τον τρόπο που ανέβαιναν οι παραστάσεις στην αρχαιότητα, δικαιώνοντας το «μέλος» ως κυρίαρχο στοιχείο.

Επομένως, το αρχαίο δράμα είναι τρόπον τινά, στον πυρήνα του, μουσικό θέατρο. Στη νέα καλοκαιρινή παραγωγή της Λυσιστράτης από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), σε σκηνοθεσία Αστέριου Πελτέκη, αυτή η μουσική διάσταση παίρνει σάρκα και οστά – όσο οξύμωρο κι αν διαβάζεται μάλλον αυτό.

Εδώ, ο Χορός δεν είναι μια ανώνυμη μάζα, όχι, κάθε χαρακτήρας φέρει ένα όνομα που υποδηλώνει την ιδιότητά του, ακολουθώντας την αρχαία ελληνική παράδοση όπου το όνομα καθρεφτίζει την πορεία του ανθρώπου.

Στο “επίκεντρο” αυτού του μουσικού σύμπαντος βρίσκεται η Κορίνα Λεγάκη, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της Κορυφαίας του Χορού.

Γεννημένη στο Ηράκλειο Κρήτης, με ελληνοσουηδική καταγωγή, η ίδια είναι μια γυναίκα πολυπρισματική και πολύγλωσση. Κι ενώ αυτό το πλούσιο υπόβαθρο θα προδιέθετε τον συνομιλητή της —ή τουλάχιστον εμένα στην προκειμένη περίπτωση— για έναν εξίσου πληθωρικό και μακροσκελή λόγο, η ίδια εκπλήσσει με τις εξαιρετικά περιεκτικές και “to the point” απαντήσεις της.

Με σπουδές στο σύγχρονο, κλασικό και τζαζ τραγούδι, δίπλωμα από το Εθνικό Ωδείο, θητεία στο Εργαστήριο Φωνητικής Τέχνης του Σπύρου Σακκά και σπουδές στη Βυζαντινή Μονωδία δίπλα στον Χρήστο Χαλκιά, κινείται με την ίδια άνεση από τη free jazz μέχρι το παραδοσιακό και το λαϊκό τραγούδι.

Έχοντας στο ενεργητικό της έξι προσωπικούς δίσκους και σπουδαίες συνεργασίες (από τον Μάνο Ελευθερίου και την Κική Δημουλά, μέχρι τον Γιώργο Ανδρέου και τον Μανώλη Φάμελλο), έχει πατήσει τις σημαντικότερες σκηνές της Ελλάδας και του εξωτερικού, αναπτύσσοντας παράλληλα έντονη κοινωνική και εθελοντική δράση.

Σήμερα, με αφορμή τη Λυσιστράτη, αλλά και τα επικείμενα δισκογραφικά της σχέδια, ξετυλίγει τις σκέψεις της για το θέατρο, τη γυναικεία διεκδίκηση και την αλήθεια που εμπεριέχει η δική της σχέση με την τέχνη.

Η ανάληψη του ρόλου της Κορυφαίας στη Λυσιστράτη, είχα την εντύπωση ότι, φέρει μια διπλή ευθύνη. Πιο συγκεκριμένα να είσαι ταυτόχρονα οργανικό μέλος μιας ομάδας, αλλά και η καθοδηγητική φωνή της. Η ίδια, ωστόσο, αποφορτίζει αυτή την πολυπλοκότητα, προσεγγίζοντας την ευθύνη του ρόλου μέσα από τη γνώριμη ιδιότητά της:

«Η ευθύνη αυτή είναι πολύ κοντά με εκείνη που έχω ως ερμηνεύτρια τραγουδιών στη σκηνή – είμαι η φωνή “μιας ομάδας” (των ανθρώπων της εποχής μου) και συγχρόνως μέλος της ομάδας αυτής»

Αυτή η ανάγκη να εκφραστεί η «φωνή της εποχής» γίνεται ακόμα πιο έντονη αν αναλογιστεί κανείς το ευρύτερο πλαίσιο του έργου. Διαβάζουμε ότι η σκηνοθετική προσέγγιση εστιάζει πολύ στην έννοια της «εντροπίας» (της φθοράς και του χάους που φέρνει ο πόλεμος) και στο πώς η γυναικεία παρέμβαση φέρνει την επανεκκίνηση.

Πώς μεταφράζεται όλο αυτό το concept μέσα από τη μουσική;

«Η μουσική έχει τα δικά της εργαλεία για να συγκινήσει, να υπενθυμίσει, να ενώσει, να ξεσηκώσει. Τα Χορικά που ερμηνεύει ο Χορός (κι εγώ ως Κορυφαία του) είναι μηχανισμός σχολιασμού, εξέλιξης, ανατροπής»

Είναι σχεδόν αδύνατο να μην διακρίνει κανείς ένα κοινό νήμα ανάμεσα στη Λυσιστράτη και σε προηγούμενες δουλειές της, ειδικότερα στο έργο «Μαρίκα με είπανε, Μαρίκα με βγάλανε», την προηγούμενη συνεργασία της με τους Αστέριο Πελτέκη και Γιώργο Ανδρέου. Αν εκεί το διακύβευμα ήταν οι γυναίκες που «σηκώθηκαν από την καρέκλα και στάθηκαν στο πάλκο όρθιες», εδώ, στη Λυσιστράτη, οι ηρωίδες διεκδικούν ξανά, ομαδικά, τη φωνή τους:

«Είμαι παιδί της εποχής μου, γυναίκα της εποχής μου – κάθε αναφορά στη διεκδίκηση από τις γυναίκες των (αυτονόητων) κοινωνικών τους δικαιωμάτων, κάθε καλλιτεχνικό υπόδειγμα με συγκινεί και με κάνει να συντάσσομαι, να το υιοθετώ και να θέλω να το υπηρετήσω και να το αναδείξω»

Αυτή η διαρκής της επιστροφή στο θέατρο δεν είναι τυχαία. Έχοντας ήδη καταγράψει σημαντικά περάσματα από το σανίδι – ερμηνεύοντας το κομβικό τραγούδι στην Έντα Γκάμπλερ ή συμμετέχοντας στο Γωνία Στουρνάρα και Πατησίων υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Θοδωρή Γκόνη – η Κορίνα συναντιέται ξανά με τη θεατρική πράξη:

«Χωρίς την υποκριτική ενσάρκωση δεν υπάρχει θέατρο. Αυτή η συνθήκη είναι που με “προκαλεί” δημιουργικά, που με οδηγεί στη θεατρική σκηνή. Η σκηνή του ερμηνευτή (της ερμηνεύτριας) σε μια συναυλία τραγουδιών, έχει αναλογίες με το θεατρικό σανίδι, αλλά στο θέατρο δεν είσαι μόνη, δεν τραγουδάς συνεχώς αλλά συνομιλείς (θεατρική πρόζα – δύσκολη, υπέροχη), έχεις χρόνο και χώρο να αναπτύξεις ένα “πρόσωπο”, έναν χαρακτήρα, μια συνθήκη πολύπλευρη».

Υπάρχει, ενδεχομένως, κάποιο όργανο που ξεκλειδώνει καλύτερα τη δική της ερμηνευτική αλήθεια;

«Όλα τα όργανα είναι πολύτιμα. Η ανθρώπινη φωνή το ανεπανάληπτο»

Στο νέο άλμπουμ, Piano Forte – Volume I (παραγωγή Γιώργου Ανδρέου & ερμηνείες της ίδιας), διακρίνουμε  μόνο μια φωνή και ένα πιάνο. Σε μια εποχή που η μουσική παραγωγή κατακλύζεται από ψηφιακούς ήχους, εφέ και loops, το τι είναι αυτό που χρειάζεται τελικά ένα τραγούδι για να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τον ακροατή, μας το εξηγεί η ίδια:

«Σπαρακτική ειλικρίνεια, ρωγμές, βάθος αισθήματος, ξεγύμνωμα. Και αν το τραγούδι είναι όπως αυτά του Piano Forte, ένα αριστούργημα μουσικής και λόγου, τότε δεν χρειάζονται πομπώδεις ενορχηστρώσεις, κόλπα και καμώματα. Η αλήθεια του αριστουργήματος είναι ανίκητη, με ένα πιάνο και μια φωνή. Και με τη συμμαχία της σιωπής»

Αυτή η αναζήτηση της αυθεντικότητας, άλλωστε, διατρέχει το σύνολο της διαδρομής της. Κοιτάζοντας πίσω βλέπουμε πλούσιες καλλιτεχνικές συναντήσεις, η η ίδια συνοψίζει τη δική της σταθερή ανάγκη πίσω από κάθε μουσικό «μαζί»:

«Έχω συνεργαστεί με πολλούς εξαιρετικούς δημιουργούς και τραγουδοποιούς (Ελευθερίου, Δημουλά, Γκανάς, Καρασούλος, Γκόνης, Μαραμής, Ξυδάκης, Καζαντζής, Ντάντος, Σιόλας κ.α.). Για μένα σταθερή συνέπεια είναι η συνύπαρξη με τρόπο πειστικό και καλλιτεχνικά “πρωτότυπο” με κάθε δημιουργό που συνεργάζομαι»

Ακούγοντας, άλλωστε, κανείς τη δισκογραφία της, από τη λιτότητα του Piano Forte και την ερμηνεία της στο «Ένα αστέρι πέφτει», μέχρι τις αναζητήσεις του άλμπουμ MOSAIC, αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει μάλλον αισθητικές προκαταλήψεις, ούτε ως ακροάτρια αλλά ούτε και ως ερμηνεύτρια.

Καλλιτέχνης είναι… 

Γεννάται, λοιπόν, το ερώτημα πόση ελευθερία της χαρίζει αυτή η έλλειψη στεγανών στη μουσική και ποιο είναι, τελικά, το κριτήριο που την οδηγεί στην επόμενη επιλογή της:

«Αυτή ακριβώς η ελευθερία χωρίς στεγανά είναι ο πιλότος μου για τις επόμενες μουσικές μου δράσεις και επιλογές – καλλιτέχνης δεν είναι ένας επώνυμος των κοινωνικών δικτύων και του ρηχού “socialising” – καλλιτέχνης είναι εκείνος που αντέχει την ελευθερία και συγχρόνως την πειθαρχία στο δημιουργικό του όραμα, εκείνος (εκείνη) που δεν φοβάται να γίνει κομμάτια και να ξαναενωθεί, που δεν γαντζώνεται σε μια τυποποιημένη εκδοχή του εαυτού του, αλλά ξεφεύγει διαρκώς, δραπετεύει από τα κλισέ, προκαλεί και προσκαλεί. Στο υπερβατικό του παιχνίδι».

Επιστρέφοντας στην ίδια την παράσταση της Λυσιστράτης, που παρουσιάζεται απόψε στο Θέατρο Δάσους, η κουβέντα στρέφεται αναπόφευκτα στη δύναμη του έρωτα ως απάντηση στην κοινωνική «σήψη». Έχοντας μιλήσει στο παρελθόν για το σοφόκλειο «Έρως ανίκατε μάχαν», τονίζοντας ότι ο έρωτας είναι αυτός που θα τρυπώσει σε κάθε ασχήμια για να αναδείξει την ομορφιά, αναρωτιέται κανείς πώς λειτουργεί αυτό το concept στο αριστοφανικό έργο, όπου η αποχή από τον έρωτα γίνεται το απόλυτο όπλο ενάντια στον παραλογισμό του πολέμου.

Η ίδια φωτίζει το εύρημα αυτό:

«Στη Λυσιστράτη ο Αριστοφάνης εξαίρει τη μεγάλης αξίας συγκρότηση των γυναικών απέναντι σε όλες τις περιστάσεις της ζωής. Αυτό προβάλλει το έργο με το πανέξυπνο εύρημα της σεξουαλικής αποχής ως μέσου για την αποκατάσταση της ειρήνης.

Ωστόσο, μέσω της σεξουαλικής αποχής (υπαινίσσεται ο Αριστοφάνης) οι γυναίκες απέχουν από το σύνολο της κοινής ζωής με τον άνδρα, από κάθε κοινωνική τους συνεισφορά – κι έτσι αποδεικνύουν την πολυτιμότητα της ύπαρξής τους στην κοινωνία, μια ανδροκρατούμενη (ακόμα και σήμερα) κοινωνία»

Μετά από ένα τόσο γεμάτο καλοκαίρι και τη μεγάλη περιοδεία της παράστασης;

«Επόμενη κυκλοφορία τραγουδιού για το Λαϊκό Μπελκάντο, ηχογραφήσεις νέου υλικού τραγουδιών, οργάνωση συνεργασιών live (στο πεδίο του Τραγουδιού)… Και λίγη (αναγκαία) ξεκούραση»

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα