Ο Μανώλης Φάμελλος απεχθάνεται τις υπεραπλουστεύσεις
Με αφορμή τη συναυλιακή του συνάντηση με τη Νατάσσα Μποφίλιου στο Επταπύργιο, μιλάει στην Parallaxi για το πρώτο σκίρτημα της μουσικής, την αγωνία του στίχου και τη δύναμη του τραγουδιού να περιπλέκει δημιουργικά τα ερωτήματα αντί να τα υποτάσσει σε υπεραπλουστεύσεις
Είχαμε πει για Παρασκευή. Ανέκαθεν υπήρχε αυτό το μικρό, δημιουργικό άγχος προτού εκκινήσω μια συνέντευξη—αυτή η απαραίτητη κινητήριος δύναμη που αποστάζει τις σκέψεις και τις προσδοκίες για το πώς θα εξελιχθεί μια συνάντηση.
Τελικά, η συζήτησή μας μετατέθηκε για το Σάββατο. Και πολύ καλύτερα, αν με ρωτάτε. Το τηλεφώνημά μας με βρήκε αναπάντεχα, δημιουργώντας τον δικό του, αυτόνομο χρόνο μέσα στην ημέρα.
Από τις πολλές ερωτήσεις που είχα προετοιμάσει, κατέληξα να κάνω τελικά μόνο μία, μπορεί και δύο. Κι αυτό ίσως γιατί ο Μανώλης Φάμελλος απεχθάνεται τις υπεραπλουστεύσεις.
Όταν η κουβέντα αγγίζει ζητήματα που γυρίζουν τον χρόνο πίσω, συνειδητοποιείς εκ των υστέρων πως, αν είχες προβλέψει τη βαθύτητα των απαντήσεών του, θα ήξερες ότι μια και μόνο αφορμή αρκεί για να ξετυλιχθεί μια ολόκληρη διαδρομή.
Μια πορεία τριάντα ετών στην ελληνική μουσική σκηνή – από την εποχή των Ποδηλατών μέχρι τις αναπάντεχες διασκευές, τις μεγάλες συνεργασίες και τις «σκηνοθετικές» του επιλογές ως συνθέτη για τα πρόσωπα που θα ερμηνεύσουν τα τραγούδια του.
Για τις διαφορετικές εκδοχές που έχει φανταστεί και για εκείνη ακριβώς τη φαντασία που γεννά τις υψηλές του απαιτήσεις επί σκηνής. Μια διαδρομή που αυτό το καλοκαίρι κάνει μια ξεχωριστή στάση στο Επταπύργιο, στις 20 και 21 Ιουνίου, όπου παρέα με τη Νατάσσα Μποφίλιου ετοιμάζονται να γίνουν οργανικά μέλη μιας κοινής μουσικής εμπειρίας, αναζητώντας εκείνη τη μαγική στιγμή της έκστασης που μοιράζεται με το κοινό.
Μιλήσαμε, όμως και κυρίως, για στίχους βασανιστικούς, για τη μοναξιά της κιθάρας και τη συλλογικότητα της σκηνής – για μια διαδρομή γεμάτη ανατροπές που, όσο κι αν εξελίσσεται, επιστρέφει πάντα εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Σε ένα πρώτο, καθοριστικό σκίρτημα.
Γυρίζοντας όμως λίγο πίσω τον χρόνο. Πώς και πότε μπήκε αυτό το «μικρόβιο» της μουσικής στη ζωή σου;
-Νομίζω πως, με έναν τρόπο, γεννήθηκα με αυτό. Από τη μία πλευρά, ο πατέρας μου και η ευρύτερη οικογένεια έπαιζαν μουσική, οπότε ζυμώθηκα σε αυτή την ατμόσφαιρα. Από την άλλη, ήμουν ένα παιδί χωρίς ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. Μέχρι να καταφέρω να εμπιστευτώ τα εκφραστικά μου μέσα —και κυρίως την ικανότητά μου να πω κάτι δικό μου— πέρασε πολύς καιρός.
Υπήρξαν πολλά “πέρα-δώθε”, γιατί παράλληλα με ενδιέφεραν η ποίηση, η λογοτεχνία και, ιδιαίτερα, ο κινηματογράφος. Δεν ένιωθα ότι είχα κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα στη μουσική· αυτό που διέθετα κυρίως ήταν πάθος και πείσμα. Ωστόσο, μου φαινόταν σπουδαίο το ότι μπορούσε κανείς να δημιουργήσει κάτι τόσο μεγάλο, επιστρατεύοντας μονάχα τα ελάχιστα μέσα.
Ποια είναι αυτά τα ελάχιστα μέσα;
-Μια κιθάρα, ένα μολύβι κι ένα χαρτί. Αν και, εκείνη την εποχή, δεν σημείωνα τίποτα από όσα έγραφα. Τα “παίδευα” τόσο πολύ μέσα μου, που τελικά εντυπώνονταν στο μυαλό μου για πάντα.
Σήμερα υπάρχουν τραγούδια που εξελίσσω, τα επεξεργάζομαι αλλά η μνήμη διαρκώς με απατά και πρέπει οπωσδήποτε να τα καταγράφω. Όμως τα τραγούδια της πρώτης εκείνης σοδειάς —ακόμα και όσα έμειναν ημιτελή ή εγκαταλείφθηκαν— είναι ανεξίτηλα γραμμένα μέσα μου.
Αν καταλαβαίνω σωστά, οι διακλαδώσεις είναι πολλές όταν κοιτάζουμε το παρελθόν από το παρόν. Κρατώντας τα πρώτα σου χρόνια, ανέφερες ότι γεννήθηκες με αυτό το μικρόβιο, αλλά αμέσως μετά περιέγραψες ένα οικογενειακό περιβάλλον που ήδη ασχολούνταν με τη μουσική.
Θέλω να σε ρωτήσω: ποια ήταν τα πρώτα εκείνα ακούσματα που σε διαμόρφωσαν και πώς ήταν τα πρώτα σου βήματα στην πράξη;
-Η μουσική με συγκινούσε πάντα βαθιά με ένα τρόπο που δεν μπορούσα να εξηγήσω στον νεαρό εαυτό μου. Τα λαϊκά τραγούδια που άκουγα από τον πατέρα μου, κάποια ελαφρά από τη μητέρα μου, ακόμα και τα ποπ τραγούδια της εποχής… Πέρασα μέσα από αυτά όμως στο μονοπάτι σου, σε οδηγούν τελικά οι ανατροπές και οι παρεκτροπές της πορείας. Εγώ, ας πούμε, ξεκίνησα παίζοντας μπουζούκι.
Ενώ όμως μου άρεσε να αυτοσχεδιάζω, δεν ήθελα να κοπιάζω μαθαίνοντας τραγούδια,μού φαίνονταν κακώς βέβαια σαν καταναγκασμός, οπότε κάποια στιγμή το παράτησα. Παράλληλα, ο αδελφός μου μάθαινε κιθάρα. Όταν είδαμε και οι δύο τι απαιτεί αυτή, καταλάβαμε ότι χρειάζεται ένα παίδεμα και μια προσήλωση στην οποία δύσκολα αφιερώνεται ένα παιδί εκείνης της ηλικίας. Ειδικά στη μουσική, τα αποτελέσματα αργούν να φανούν.
Έτσι, το εγκατέλειψα. Έπειτα όμως, η κλασική κιθάρα του αδελφού μου έμεινε στο σπίτι “ορφανή”, χωρίς να της δίνει κανείς σημασία.
Κλασική κιθάρα; Οπότε παιδεύτηκες πάνω στον πλαστικό ήχο των χορδών της;
-Ναι, αλλά αυτή η κιθάρα πέρασε από σαράντα κύματα. Ταξίδια, εκδρομές, χορδές ακουστικής, μετά πάλι κλασικής… Ήταν και παραμένει ένα όργανο ταλαιπωρημένο με κάθε πιθανό τρόπο. Κι όμως, πάνω σε αυτή την κιθάρα έγραψα τα περισσότερα τραγούδια μου όσο έμενα στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή μέχρι τα τριάντα μου,μια κιθάρα που δεν ήταν καν δική μου, παρότι είχα πλέον δικά μου όργανα.
Αυτό το συγκεκριμένο όργανο έγινε τελικά προέκτασή μου, παρόλο που δεν προοριζόταν για μένα. Αυτή ήταν με ένα τρόπο η επανεκκίνηση μου, επειδή είχα αφήσει τη σχέση μου με τη μουσική στη μοίρα της, και αυτή η κιθάρα είχε αφεθεί εξίσου στη δική της. Κάποια στιγμή, έχοντας μια σχετική ευχέρεια με τα έγχορδα και θέλοντας να τραγουδήσω ένα κομμάτι που μου άρεσε, άρχισα να παίζω.
Εκείνη την εποχή, βέβαια, οι δυνατότητες ήταν περιορισμένες. Πήγαινες ίσως για λίγο στο ωδείο τα πρώτα χρόνια, αλλά η ουσιαστική μάθηση γινόταν παρακολουθώντας τι έπαιζαν οι φίλοι σου ή παρατηρώντας τους μουσικούς στις συναυλίες. Πήγαινα πάντα μπροστά, στην πρώτη σειρά, και προσπαθούσα να απομνημονεύσω τις κινήσεις τους, τις συγχορδίες, τον τρόπο που έπαιζε ο καθένας.
Θέλει κι αυτό μια προσπάθεια όμως, έτσι; Το να είσαι καλός ακροατής ή μάλλον καλός δέκτης. Ένα «παίδεμα», όπως είπες και πριν;
-Ναι. Εμένα με ενδιέφερε η κιθάρα, μετά άρχισα να παίζω μπάσο… Νομίζω ήταν στις αρχές του 2000, όταν ένας φωτογράφος στη Θεσσαλονίκη, με τον οποίο είχαμε κάνει μερικές λήψεις, μου είπε: “Περίμενε, σου έχω ένα δώρο”. Και μου έφερε μια φωτογραφία από μια συναυλία του Παύλου Σιδηρόπουλου. Ο φακός ήταν στραμμένος προς το κοινό και εγώ διακρινόμουν καθαρά στην πρώτη σειρά. Αυτή η φωτογραφία αποτύπωνε με απόλυτη ακρίβεια το τι συνέβαινε εκείνη την εποχή.
Αυτό που άρχισε να με ενδιαφέρει από πολύ νωρίς —επειδή έγραφα ήδη ποιήματα και στιχάκια, πρωτόλεια πράγματα— ήταν να τα εντάξω μέσα στη μουσική.
Μου φαινόταν το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Μπορώ να σου πω ότι ακόμα και τώρα έτσι μου φαίνεται. Οι άνθρωποι που το κατάφερναν αυτό μού έμοιαζαν με μικρούς θαυματοποιούς, είτε τους γνώριζα από κοντά είτε τους παρακολουθούσα από μακριά.
Τελικά, άρχισα να γράφω τα πρώτα μου τραγούδια στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου. Είναι λίγα τα κομμάτια που διασώθηκαν και κυκλοφόρησαν αργότερα. Τα χρόνια του Γυμνασίου, όμως, παιδεύτηκα αρκετά και, παρότι ήμουν προσηλωμένος, δεν μου άρεσα καθόλου,ένιωσα μια βαθιά απαξία για τον εαυτό μου.. Υπήρξαν περίοδοι που έλεγα: “Όχι, αυτό δεν είναι για μένα, δεν έχω τα εφόδια να το κάνω”. Αυτή η αμφιβολία, βέβαια, πάντα με χαρακτήριζε.
Σε ό,τι αφορά τη μουσική ειδικότερα;
-Εκεί εκφράστηκε πιο έντονα. Ήμουν υπερβολικά απαιτητικός με μένα και, ταυτόχρονα, πολύ βιαστικός. Για παράδειγμα, τον πρώτο μου δίσκο τον ηχογράφησα πολύ νωρίς, γύρω στα 20 με 21 μου. Πίστευα – και το πιστεύω ακόμα – ότι κατά κάποιον τρόπο με πίεσα, δεν ήταν μια ώριμη συνθήκη.
Έπρεπε να μου είχα δώσει λίγο περισσότερο χρόνο.
Δεν είναι όμως σαν ένα τατουάζ που το κάνεις σε μικρή ηλικία από ενθουσιασμό και το μετανιώνεις αργότερα; Με τη διαφορά ότι δεν μπορείς να το σβήσεις αναδρομικά, αν μου επιτρέπεται ο παραλληλισμός.
-Είναι πολύ εύστοχος ο παραλληλισμός, αν και δεν έκανα ποτέ τατουάζ. Τώρα, όμως, που έχει περάσει καιρός από εκείνη την πρώτη ηχογράφηση, έχω αρχίσει να βλέπω εκείνα τα χρόνια με συμπάθεια, χωρίς απαραίτητα να ταυτίζομαι.
Νιώθω ότι εκείνος ο παλιός εαυτός δεν είμαι πια εγώ,είναι μια ειλικρινής αλλά πρωτόλεια προσπάθεια, την οποία βλέπω όχι με νοσταλγία, αλλά με μια τρυφερότητα.
Μου ακούγεται σαν οι τότε απαιτήσεις που είχες από τον εαυτό σου, κοιτάζοντας σήμερα προς τα πίσω, να σου προσφέρουν μια μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο “τώρα” σου
-Μπα, θα έλεγα ότι τώρα νιώθω ακόμα πιο ανασφαλής. Ιδιαίτερα στο κομμάτι των στίχων· είναι κάτι που το παιδεύω και το επεξεργάζομαι σε εξαντλητικό βαθμό. Μπορεί να γράψω χιλιάδες λέξεις μέχρι να καταλήξω σε μια διατύπωση που να με ικανοποιεί. Μάλιστα, πάντα ολοκληρώνω ένα κομμάτι τη στιγμή της ηχογράφησης. Αν δεν υπήρχε αυτό το χρονικό ορόσημο, ότι “πρέπει επιτέλους να καταγραφεί”, νομίζω πως δεν θα τελείωνε ποτέ.
Παλιότερα ήμουν πιο επιεικής,έγραφα έως και σχεδόν αυτόματα. Μετά από χρόνια βέβαια αναρωτιόμουν: “Πώς μου διέφυγε αυτό το λάθος;”. Τελικά, όμως, διακρίνω μια ροή, μια συνέχεια. Αν δεν είχε προηγηθεί εκείνη η περίοδος της νεανικής έξαψης και του “μικρού Μανώλη Παπατρέχα”, δεν θα είχα τη σημερινή μου προσέγγιση. Αυτή η διαδρομή με βοήθησε να φτάσω σε πράγματα που, τουλάχιστον για μένα, λειτούργησαν αποκαλυπτικά.
Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό ειδικά με τον στίχο; Γιατί σε δυσκολεύει ολοένα και περισσότερο;
Θυμάμαι να διαβάζω κάπου —νομίζω ο Ταρκόφσκι το είχε πει για την ποίηση— ότι οι λέξεις έχουν τέτοια δυναμική που σμιλεύουν το μαχαίρι της μοίρας μας. Σε μια ελεύθερη δική μου μετάφραση, φαντάζομαι πως όσα γράφουμε μας ακολουθούν, άλλοτε μας στοιχειώνουν, κι εσύ καλείσαι διαρκώς να τα επαναδιαπραγματευτείς.
-Με έναν τρόπο, αυτό συμβαίνει σίγουρα. Κι αυτό επειδή, όταν γράφεις, αποκαλύπτεσαι —πρώτα απ’ όλα στον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν ξέρεις ποτέ πού θα σε βγάλει. Κάποιες φορές το τραγούδι εμφανίζεται μπροστά σου σχεδόν έτοιμο. Νομίζω όμως ότι τα πιο ενδιαφέροντα και δύσκολα θέματα είναι εκείνα που σε καλούν να τοποθετηθείς απέναντι σε κάτι.
Τα ερωτήματα αυτά είναι πολλές φορές ιδιαιτέρως βασανιστικά και απαιτούν μια κάποια απάντηση. Όχι ρητή, γιατί δεν πρόκειται για κάποιο πολιτικό μανιφέστο, αλλά να ξεδιπλώσεις την αγωνία σου,να αποκωδικοποιήσεις και να βάλεις σε μια σειρά τους ψίθυρους μέσα σου. Αυτές είναι οι πιο κρίσιμες προκλήσεις.
Αυτό δεν πρέπει να το συνδέουμε με ένα «βιωματικό χαρακτήρα» που πολλοί θέλουν οπωσδήποτε να προσδώσουν σε ένα έργο. Μιλώ για ιστορίες που εκτυλίσσονται δίπλα μας, που δεν συμβαίνουν απαραίτητα σε εμάς, ή για μεγάλα ζητήματα που μας αγγίζουν έμμεσα ως σύνολο και μας βασανίζουν εσωτερικά ως διλήμματα.
Εκεί προσπαθείς να βρεις μια ισορροπία, μια λύση. Απεχθάνομαι τις υπεραπλουστεύσεις. Πιστεύω ότι τα πράγματα δεν είναι ποτέ μονοδιάστατα, και το να τα παρουσιάζουμε έτσι είναι σαν εθελοτυφλούμε μπροστά στην πραγματικότητα. Το τραγούδι μπορεί να αναδείξει τις λεπτές αποχρώσεις ενός βασανιστικού ερωτήματος και να το φωτίσει από όλες τις πλευρές, χωρίς να ακυρώσει καμία. Αυτό σημαίνει “σύνθεση”.
Και οι πιο ενδιαφέρουσες συνθέσεις είναι εκείνες που αντλούν από διαφορετικά ύφη, σχολές, περιόδους και παραδόσεις, προτείνοντας τελικά μια άλλη αλήθεια. Αν και η λέξη “αλήθεια” είναι κάπως βαριά..
Ποια λέξη, η αλήθεια;
-Η αλήθεια, ναι. Αλλά κάτι που σε δομεί και σε συγκινεί —ακόμα κι αν ως επιχείρημα σηκώνει μεγάλη συζήτηση— είναι, με έναν τρόπο, αληθινό. Έχει πραγματικό αντίκτυπο μέσα σου, οπότε αυτή είναι η διαδικασία σε γενικές γραμμές.
Πώς βιώνεις τη στιγμή της δικής σου συναυλίας; Όταν παύεις να είσαι ο ακροατής της πρώτης γραμμής και βρίσκεσαι στη σκηνή ως ο δημιουργός που όλοι έχουν έρθει να ακούσουν;
-Πάνω στη σκηνή νιώθω κι εγώ σαν ένας ακροατής που αποζητά το αποτέλεσμα που έχει πλάσει στη φαντασία του. Η πολλαπλότητα των ρόλων, όμως, είναι η μέγιστη πρόκληση, επειδή είμαι ταυτόχρονα ο ερμηνευτής, ο εκτελεστής, αλλά και εκείνος που έχει τη γενική ευθύνη για το μουσικό σύνολο, την παραγωγή και την ενορχήστρωση.
Υπάρχει, λοιπόν, μια δεδομένη διάσπαση προσοχής. Η μεγάλη πρόκληση είναι να ισορροπήσεις: να ερμηνεύεις και παράλληλα να έχεις τον νου σου στην ορχήστρα. Εγώ έτσι μεγάλωσα, μέσα σε συγκροτήματα, ως μέλος μιας ομάδας. Δεν είμαι κάποιος που απλώς διευθύνει, αλλά κάποιος που συμμετέχει και εμψυχώνει.
Φυσικά, υπάρχουν και πολλά τεχνικά ζητήματα. Σπανίως έχεις την ευκαιρία —τουλάχιστον στο επίπεδο που κινούμαι εγώ— να παίζεις απολύτως με τους δικούς σου όρους, με τον ήχο και τους μουσικούς που ιδανικά θα ήθελες. Προσπαθείς για το καλύτερο με τα δεδομένα που έχεις. Πάντα έχω το άγχος: “Τώρα πρέπει να προσέξω πως θα παιχθεί αυτό, αλλά ταυτόχρονα το τραγούδι πρέπει να επικοινωνηθεί…”.
Στο τέλος, δεν έχει τόση σημασία αν η κιθάρα θα είναι εκτελεστικά άψογη, όσο το να μεταφέρεις το αίσθημα στον κόσμο. Ένας τραγουδιστής που έχει ως μοναδικό μέλημα την ερμηνεία έχει έναν πολύ πιο ξεκάθαρο ρόλο.
Επειδή όμως είμαι συγκεντρωτικός από τη φύση μου, ξέρω ότι δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω διαφορετικά. Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, ακόμα και όταν παίζω μια διασκευή, την αντιμετωπίζω σαν δικό μου υλικό· θέλω να την αποδώσω όπως τη νιώθω, χωρίς δεσμεύσεις.
Αυτός ο απαιτητικός ρόλος είναι κάτι που έπλασα ο ίδιος στα μέτρα μου και δεν θα με ενδιέφερε να κάνω κάτι έξω από αυτό. Έχω συμμετάσχει σε συναυλίες βέβαια αποκλειστικά και ως ερμηνευτής ενός ή δύο τραγουδιών, αλλά εκεί νιώθω ότι δεν εκφράζεται ολόκληρος ο εαυτός μου.
Είναι η δική σου συνολική πρόταση, με ό,τι αυτή συνεπάγεται και για σένα τον ίδιο, σωστά;
-Ναι, αν και ας μην το ονομάσουμε “δική μου πρόταση”. Ας πούμε καλύτερα ότι θέλω να νιώθω οργανικό μέλος μιας συλλογικότητας, μιας ομάδας που παίζει για τη μουσική και επιδιώκει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Έχω μεν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά —κι αυτή είναι μια σοβαρή αντίφαση— δεν μπορώ να βγω μπροστά αποκλειστικά ως τραγουδιστής, αφήνοντας τους μουσικούς πίσω να κάνουν μόνοι τους τη δουλειά, επειδή είμαι και τα δύο παράλληλα.
Ακόμα και σε συνεργασίες, όπου δεν χρειάζεται να βρίσκομαι συνεχώς στο επίκεντρο, δεν αποσύρομαι στα παρασκήνια. Πηγαίνω προς την κονσόλα του ήχου για να ελέγξω το αποτέλεσμα. Προσπαθώ διαρκώς να ισορροπώ ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ρόλους.
Στην προκειμένη περίπτωση, έρχεται η συναυλία με τη Νατάσσα Μποφίλιου. Πώς εξελίσσεται αυτή η συνεργασία; Παίζει ρόλο ο ίδιος ο χώρος, ειδικά όταν μιλάμε για το Επταπύργιο;
-Για μένα, το Επταπύργιο συνδέεται με ένα κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας. Από τη μία είναι ένας χώρος επιβλητικός, από την άλλη εκεί “αλήτεψα”, εκεί έμαθα να καπνίζω —ελπίζω να το ξεμάθω τώρα που θα ξαναπάω! Ήμουν πολύ νέος για να προλάβω τον χώρο ως φυλακή, αν και, ξέρεις, αν είχα πάρει διαφορετικό μονοπάτι στην εφηβεία μου, ίσως να είχε συμβεί κι αυτό.
Πέρα από τον χώρο, η συγκεκριμένη παραγωγή προσφέρει μια ιδανική συνθήκη, καθώς σου δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσεις ελεύθερα την πρόταση που επιθυμείς. Σπάνια έχω τέτοιες ευκαιρίες, και με τη συμμετοχή της Νατάσσας αυτό γίνεται ακόμα πιο εύκολο.
Είναι μια ευτυχής συγκυρία, αν και το ζωντανό κρύβει πάντα εκπλήξεις. Όταν πληρούνται οι υλικοί όροι και οι προϋποθέσεις, μπορείς πάνω στη σκηνή να κάνεις ένα άλμα που δεν είχες πλησιάσει καν στις πρόβες· να φτάσεις σε μια μορφή έκστασης που μεταδίδεται στο κοινό. Αυτό το συναίσθημα πλάθεται αμοιβαία, γιατί ο κόσμος σού ανοίγει την ψυχή του για να περάσεις μέσα, και αυτή η ενέργεια σου επιστρέφεται. Όταν λειτουργεί αυτός ο δίαυλος, το κύκλωμα ανατροφοδοτείται διαρκώς και δημιουργούνται στιγμές μαγικές. Τέτοιες στιγμές ελπίζω να ζήσουμε.
Πάντως, αν στη μουσική σου ο τραγουδιστής ήταν ηθοποιός κι εσύ ο σκηνοθέτης, θα έλεγα ότι επέλεξες τη Νατάσσα για έναν “κόντρα ρόλο”, δίνοντάς της ένα εντελώς διαφορετικό ηχόχρωμα.
-Με τη Νατάσσα είχαμε την ευκαιρία να το επεξεργαστούμε πολύ αυτό. Προσωπικά, είχα πάντα στο μυαλό μου μια “άλλη” Νατάσσα —χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μου αρέσουν τα τραγούδια της τριάδας,αντιθέτως μάλιστα . Αλλά ήθελα να εξερευνήσω τη δική μου εκδοχή της μέσα σε ένα νέο υλικό,σε ένα δρόμο άγνωστο.
Είμαστε στενοί φίλοι εδώ και πολλά χρόνια, κυρίως μέσα από παρέες έξω από τη μουσική. Έχουμε φτάσει σε ένα επίπεδο επικοινωνίας που δεν χρειαζόμαστε καν τις λέξεις. Εκείνη νιώθει αμέσως τι θέλω, κι εγώ καταλαβαίνω (ελπίζω) πού πρέπει να της δώσω χώρο για να αφεθεί. Είναι κάτι που ζυμώνεται χρόνια· δεν θα μπορούσε να προκύψει χωρίς όλο αυτό το κοινό παρελθόν και τη βαθιά μας συνάφεια.

*Επταπύργιο | Σάββατο 20 & Κυριακή 21 Ιουνίου στις 21:15 | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: εδώ

