παναγιώτης-καπετανάκης-δε-νιώθω-κάπ-1477396

Μουσική

Παναγιώτης Καπετανάκης: «Δε νιώθω κάποιες ιδιαίτερες ρίζες, αυτές σταμάτησαν στο τσιμέντο της Θεσσαλονίκης»

KAPTEN: Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή του Θεάτρου Κήπου σε μια βραδιά που θα ανοίξει το εκρηκτικό σχήμα των Paranaue, συνομιλήσαμε με τον ιδρυτή της μπάντας

Ανδρέας Νεοκλέους
Ανδρέας Νεοκλέους

Οι KAPTEN είναι μια 8μελης μπάντα με έδρα τη Θεσσαλονίκη – αν και στην περίπτωσή τους, η κοινή γεωγραφική καταγωγή είναι απλώς η αφορμή και όχι η ουσία. Το να ευθυγραμμιστούν τόσα διαφορετικά άτομα κάτω από μια κοινή στέγη φαντάζει πάντα πιο εύκολο όταν το όχημα είναι η μουσική.

Άλλωστε, όπως μας λέει ο Παναγιώτης, ο εμπνευστής αυτού του μουσικού εγχειρήματος, ανάμεσά τους υπάρχει μια «εξωλεκτική επικοινωνία» που ξεπερνά τα προφανή. Η νέα τους δισκογραφική δουλειά με τίτλο “Dancing Tooth” (2025)  δεν αποτελεί απλώς μια φρέσκια πρόταση στη σύγχρονη μουσική βιβλιοθήκη, αλλά και μια επιβεβαίωση για εμάς τους ακροατές:

Πρόκειται για ένα σχήμα που όσο δύσκολο είναι να το κατατάξεις σε ένα συγκεκριμένο είδος, τόσο εύκολο είναι να αντιληφθείς την ισορροπία του.

Στους KAPTEN οι δυνάμεις μοιράζονται ισομερώς, δημιουργώντας ένα συμπαγές, εκρηκτικό κράμα: στα vocals οι Αλεξάνδρα Καραμπουρνιώτη & Nikos Tsop, στα πνευστά οι Παναγιώτης Καπετανάκης (τρομπέτα) & Θάνος Τσακιλτζίδης (σαξόφωνο), στα έγχορδα οι Γρηγόρης Λιόλιος (κιθάρα) & Maquitto (μπάσο) ενώ το rhythm section αναλαμβάνουν οι Θωμάς Κωστούλας & Άλεξ Μακατσέλος (ντραμς).

Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή του Θεάτρου Κήπου – την Παρασκευή 12 Ιουνίου – σε μια βραδιά που θα ανοίξει το εκρηκτικό σχήμα των Paranaue, συνομιλήσαμε με τον ιδρυτή της μπάντας:

Παναγιώτη, το 2023, σε συνέντευξή σας στην Parallaxi, είχες πει ότι το στούντιο των Kapten βρίσκεται στα Λαδάδικα – μια περιοχή αν μη τι άλλο -καταφύγιο για πολλές μπάντες της πόλης, η οποία όμως αλλάζει ραγδαία λόγω της “ανάπτυξης”.

Σήμερα, με το gentrification, τα Airbnb και τα ενοίκια στα ύψη, πού σας βρίσκουμε; Εξακολουθείτε να υπάρχετε στα Λαδάδικα και πώς βλέπεις αυτή την ολική μετάλλαξη του αστικού τοπίου της Θεσσαλονίκης;

Δυστυχώς ξεσπιτωθήκαμε! Χάσαμε το στούντιο μας τον Οκτώβρη που μας πέρασε. Ολόκληρο σχεδόν το κτήριο αγοράστηκε από Ισραηλινή εταιρεία η οποία κινήθηκε πολύ επιθετικά στους όποιους ενοικιαστές απέμειναν.

Δεν θα το ονόμαζα ανάπτυξη αυτό που συμβαίνει,εκτός άμα θέλουμε να χρυσώσουμε το χάπι. Ανάπτυξη για ποιους τελικα? Την υποβάθμιση των ζωών μας την ζούμε βαθιά στο πετσί μας και άμα ξέρει κάτι καλά η εξουσία είναι να μαγειρεύει νούμερα και να τα παρουσιάζει σαν πρόοδο.

Η Θεσσαλονίκη χάνει κομμάτια της ταυτότητάς της μέσα σε μια “ανάπτυξη” που συχνά μοιάζει να μην αφήνει χώρο ούτε για τους ανθρώπους που ζουν εδώ ούτε για τον πολιτισμό της πόλης.

Το gentrification, τα Airbnb και τα ενοίκια που ανεβαίνουν ασταμάτητα αλλάζουν εντελώς τον χάρτη εξυπηρετώντας συγκεκριμένα συμφέροντα της “ελίτ”. Περιοχές που κάποτε στέγαζαν δημιουργικούς ανθρώπους μετατρέπονται σε σκηνικά κατανάλωσης.

Όταν διώχνεις τα στούντιο, τα μικρά μαγαζιά, τα εργαστήρια και τους ανθρώπους που παράγουν κουλτούρα, στο τέλος μένει μια πόλη πιο γυαλισμένη, αλλα κενή και άγευστη.

Από όσο έχω καταλάβει σου αρέσει να συγκρίνεις τη μουσική με το φαγητό. Αν λοιπόν οι Kapten, αντί για 8μελής μπάντα, ήταν μια γαστρονομική μπριγάδα σε μια κουζίνα και έπρεπε να σερβίρετε ένα “set menu” ή ένα signature πιάτο που αντιπροσωπεύει το νέο σας άλμπουμ “Dancing Tooth”, ποια θα ήταν τα βασικά υλικά του, ποιες οι γεύσεις και τι επίγευση θα άφηνε στον “πελάτη”;

Αν οι Kapten ήταν γαστρονομική μπριγάδα, τότε το “Dancing Tooth” ΔΕΝ θα ήταν κάποιο περίτεχνο πιάτο με δέκα τεχνικές και καπνούς πάνω από το τραπέζι.

Θα ήταν κάτι απλό και βαθιά παρεΐστικο σαν ένα μεγάλο κρητικό τραπέζι με κόσμο να γελάει και να τραγουδάει

Η απλή κουζίνα με καλά υλικά είναι αυτή που με κερδίζει το ίδιο ισχύει και στην μουσική. Νομίζω πως όλη αυτή η μανία των reality μαγειρικής έχει κάπως χαλάσει την ουσία: τελικά δεν θυμάσαι τις τεχνικές, θυμάσαι τη γεύση και το συναίσθημα. Κάπως έτσι βλέπω και τη μουσική μας.

Το signature πιάτο του δίσκου θα είχε χοχλιούς με δεντρολίβανο , αλμυρό και αυθεντικό. Θα είχε διάφορες μυρωδιές αλλά όχι επιτήδευση. Μέσα του θα υπήρχε η γλυκύτητα της Αλεξάνδρας, που ισορροπεί τα πάντα και αφήνει μια πιο τρυφερή επίγευση.

Και ιδανικά, όταν τελειώνει το “γεύμα” να μη νιώθεις απλώς χορτάτος αλλά να θέλεις να ξανακάτσεις στο τραπέζι για τραγούδι.

Πρόσφατα άκουγα μια συνέντευξη του Μιχάλη Ρακιντζή, ο οποίος δήλωσε ότι το να απευθύνεται μια ελληνική μπάντα στο εγχώριο κοινό με ξένο στίχο είναι “άτοπο” εικάζω πως θεωρεί ότι έτσι χάνεται η αμεσότητα και το αμφίδρομο της επικοινωνίας με τον ακροατή.

Εσείς, όμως, επιμένετε αγγλικά, ενώ παράλληλα έχεις χαρακτηρίσει το τρέχον hype με το ελληνικό φολκλόρ ως «στείρα, συγκαλυμμένη κατανάλωση που δεν προτείνει τίποτα το ουσιαστικό».

Τελικά, εσύ θεωρείς σημαντική την επιστροφή στις ρίζες; Κι αν ναι, πώς ορίζονται οι αυτές για έναν μουσικό σήμερα, όταν αυτές δεν ταυτίζονται απαραίτητα με την εντοπιότητα ή τη μητρική γλώσσα;

Άμα νιώθει κάποιος άνετα να τραγουδάει στα ελληνικά ας το κάνει άμα θέλει στα ολλανδικά το ίδιο. Είναι κάτι προσωπικό, άμα αυτό θα έχει ανταπόκριση είναι πολυπαραγοντικό, σίγουρα δεν θα έχει να κάνει μόνο με την γλώσσα.Ο γνώμονας μας είναι η αλήθεια της μουσικής και το συναίσθημα που δημιουργεί αυτή.

Το τι ορίζει το τι είναι ωραίο και τι άσχημο έχει να κάνει με το ποσοστό της αλήθειας που περιέχει καθετι μέσα του.Η αλήθεια έχει την δυνατότητα να αγγίξει συναισθηματικά και να ξυπνήσει μέσα μας την ζωή. Πολλές φορές φτάνει να κάνει μια μικρή τρύπα στην θωράκιση μας για να γκρεμιστούν οι άμυνες μας.

Το ίδιο μπορεί να κάνει και το ψέμα, αρκεί ένα μικρό για να σαπίσει μια σχέση. Όπως ένα μικρό σάπιο κομμάτι σε ένα μήλο αρκεί για να κάνει όλο το μήλο να σαπίσει σταδιακά. Οι λέξεις είναι δοχεία συγκινησιακου φορτίου. Μπορούν να μεταφέρουν από μηδενικό φορτίο μέχρι όσο μπορεί να σηκώσει αυτός που τις εκφράζει.

Ένα από τα ομορφότερα πράγματα στην μουσική είναι η εξωλεκτικη επικοινωνία πέρα από τις γλώσσες η οποία εκφράζει πολυ βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης ύπαρξης συνεπως πράγματα πιο κοντά στον πυρήνα μας και στην αλήθεια πέρα από τα προσωπεία μας.

Από την άλλη μιλώντας για μένα δε νιώθω κάποιες ιδιαίτερες ρίζες, αυτές σταμάτησαν στο τσιμέντο της Θεσσαλονίκης. Δεν νιώθω καμία σύνδεση με την παράδοση σε κανένα επίπεδο. Μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας θα ήθελε να έχει αυτή την επαφή και να ανήκει κάπου με ότι συνεπάγεται με αυτό.

Ίσως να έχει να κάνει με την ανάγκη για μια πιο απλή και ξένοιαστη ζωή που λείπει στους ανθρωπους στην πόλη.

Εννοείται πως υπάρχουν καλλιτέχνες και άνθρωποι σε αυτό τον χώρο που είναι τεράστιοι και πολύ φωτεινά παραδείγματα. Ανέκαθεν σε όλα τα ρεύματα της τέχνης υπήρχαν οι φωτεινες εξαιρέσεις που έκαναν την διαφορά και οι άλλοι που απλά ακολουθούν τα απόνερα.

Αυτό που συμβαίνει με το φολκλόρ είναι λίγο σαν την περίπτωση με τις παντόφλες με κάλτσες, κάποτε το κορόιδευαν τώρα οι ίδιοι το κάνουν με υπερηφάνεια λόγω μαζικής κουλτούρας

Επίσης δεν είναι κάποια ιδιαίτερη επιστροφή στις ρίζες όσο και να θέλουν να το βαφτίσουν έτσι είναι μια υποκουλτούρα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που καταναλώνει και επιφανειακά κοιτάει την παράδοση σαν κάποιον που σκρολαρει στιγμές. Επίσης το ότι μπήκε distortion στο μήλο μου κόκκινο δεν πήγε τα πράγματα μπροστά σε καμία περίπτωση.

Το Dancing Tooth κυκλοφόρησε από την Fine! Records. Για μια μπάντα με τόσο πολυσυλλεκτικό, “αχαρακτήριστο” ήχο, πόσο εύκολο είναι να βρει κανείς ένα label στην Ελλάδα που να μην προσπαθήσει να τον βάλει σε καλούπια;

Τι σημαίνει για εσάς αυτή η συνεργασία και πώς αντιλαμβάνεσαι τον ρόλο των δισκογραφικών εταιρειών σήμερα; 

Αυτό που κάνουν τα παιδιά στη Fine! Records είναι σχεδόν άπιαστο όνειρο για ένα συγκρότημα με ΜΗ εμπορική μουσική κατεύθυνση. Από την πρώτη στιγμή δεν υπήρξε καμία διάθεση να μας βάλουν σε καλούπια,να “διορθώσουν” τον ήχο μας για να γίνει πιο εύπεπτος ή να επιβάλλουν την γνώμη τους.

Η μόνη πραγματική “παρέμβαση” ήταν ότι δεν με άφησαν να βάλω τα μούτρα μου στο εξώφυλλο (not). Είδαν πράγματα στη μουσική και στην ταυτότητα της μπάντας που πολύ πιθανόν να μην είχαμε καταλάβει ούτε εμείς εκείνη τη στιγμή και αυτό είναι σπάνιο.

Η Μέμα Μπινοπούλου δεν είναι καθόλου τυχαία παρουσία στον χώρο. Υπάρχει γνώση, αισθητική και κυρίως πραγματικό ενδιαφέρον για τις μπάντες και όχι μόνο για το “προϊόν”. Αυτό κάνει τεράστια διαφορά.

Έχεις αναφέρει ότι η ακαδημαϊκή εκπαίδευση μπορεί εύκολα να σε κλείσει σε καλούπια, στερώντας σου τον αυθορμητισμό.

Από την άλλη, μήπως χρειάζεται πρώτα να κατέχεις απόλυτα ή σε κάποιο βαθμό τη βάση και τους κανόνες για να μπορέσεις, στη συνέχεια, να τους σπάσεις με ουσιαστικό τρόπο;

Θα συμφωνήσω πάρα πολύ. Η ακαδημαϊκή εκπαίδευση είναι ένα εργαλείο, είναι στο χέρι σου τι θα κάνεις με αυτή και πόσο θα αφήσεις να σε επηρεάσει. Είναι μία ευκολία που μπορεί να σε οδηγήσει στα “κλισέ” και στην κοινοτοπία.

Ο δάσκαλος εκεί παίζει κομβικό ρόλο γιατο ποσό θα ανοίξει την φαντασία σου,αν βέβαια δεν την έχει καταστρέψει το σχολείο και η οικογένεια. Αλλα τίποτα από αυτά δεν είναι αρκετά ,ολη η δουλειά γίνεται απο την προσωπικη αναζητηση που θα κάνεις δεν υπάρχουν shortcuts,ούτε επιφοίτηση είναι μόνο δουλειά και το περιβάλλον που σε πλαισιώνει.

Αν, λοιπόν, ήσουν εσύ ο αλγόριθμος, τι θα πρότεινες στον ακροατή να ακούσει αμέσως μετά από ένα κομμάτι των Kapten για να συνεχιστεί σωστά το “ταξίδι”;

Το Lazarus Man του Terry Callier. Εχω μεγάλο κολλημα με αυτο το τραγούδι από πολύ μικρή ηλικία δεν θα ήθελα να το περιγράψω απλά σημαίνει πολλά για μένα.

Παναγιώτη – γιατί τρομπέτα;

Δεν είμαι ιδιαίτερα ομιλητικός τύπος. Πάντα δυσκολευόμουν να εκφραστώ εύκολα με λόγια ή να μιλήσω πολύ για όσα σκέφτομαι και αισθάνομαι. Η τρομπέτα όμως, και γενικότερα τα πνευστά όργανα, έχουν κάτι πολύ κοντινό στην ανθρώπινη φωνή και στην ομιλία.

Οι αναπνοές,οι παύσεις,το φρασάρισμα,η ένταση και τα συναισθηματα. Μέσα από τον ήχο μπορώ να πω πράγματα που ίσως δεν θα έλεγα ποτέ με λέξεις.

Ίσως λοιπόν, με κάποιον ασυνείδητο τρόπο, η τρομπέτα να καλύπτει αυτό το κομμάτι της επικοινωνίας και της έκφρασης που δεν βγαίνει τόσο εύκολα στην καθημερινή ομιλία.

Processed with VSCO with c1 preset

Στη ζωή σου φαίνεται να επιστρέφει διαρκώς σαν μοτίβο η φράση «ουδέν κακό αμιγές καλού».

Χρειάστηκε να σπάσει κατά λάθος η πρώτη σου κιθάρα για να ανακαλύψεις την τρομπέτα στο Λονδίνο, και χρειάστηκε μια σκληρή περιπέτεια υγείας πριν την πανδημία για να μείνεις αναγκαστικά στη Θεσσαλονίκη, όπου τελικά γεννήθηκαν οι «Kapten».

Κοιτώντας πίσω, πώς λειτουργεί μέσα σου αυτή η διαρκής συνάντηση με το αναπάντεχο;

Συνήθως παίρνει αρκετό χρόνο ώστε να μπορέσουμε να δούμε από απόσταση τα πράγματα και να καταλάβουμε τι ήταν τύχη και τι ατυχία. Δεν πιστεύω στον μυστικισμό και πως υπάρχει μοίρα αλλά καμιά φορά είναι αστείο το πως τα φέρνει η ζωή και μέσα από τις χειρότερες δυσκολίες βγαίνουν τα ομορφότερα πράγματα.

Μία ζωή χωρίς δυσκολίες και με ένα διαρκές βόλεμα θα ήταν βαρετή και πεταμένη. Εκεί που πιστεύεις πως πετάς ψηλά ξαφνικά λιώνουν τα φτερά σου και τα χάνεις όλα. Είναι ένας διαρκής αγώνας ενάντια στην ματαιότητα.

Όπως λέει και ο Καραγάτσης “Ποιός δεν χορεύει μανιακά στο παζάρι της ματαιωτητας;”

Processed with VSCO with c1 preset

Στη Θεσσαλονίκη του σήμερα, που όπως λες εκπέμπει μια μαζική κατάθλιψη, εσείς επιμένετε να λειτουργείτε ως ένα πολυσχηματικό γκρουπ, μια κοινότητα ανθρώπων.

Το να καταφέρνεις να συμπαρασύρεις οκτώ άτομα για να δημιουργήσετε κάτι «μαζί» κόντρα στη φθορά, είναι ομολογουμένως αξιοθαύμαστο.

Πώς μεταφράζεται αυτή η ανάγκη του «μαζί» σε ενέργεια όταν ανεβαίνετε στη σκηνή και τι να περιμένουμε από το επερχόμενο live σας;

Το να επιμένεις να λειτουργείς συλλογικά είναι από μόνο του μια βαθιά πολιτική πράξη είτε το συνειδητοποιείς πλήρως είτε όχι. Ζούμε σε μια εποχή που μας σπρώχνει συνεχώς προς την απομόνωση, τον ατομισμό και τη λογική τού “ο καθένας για τον εαυτό του”. Το να βρίσκονται λοιπόν οκτώ άνθρωποι μαζί, να αντέχουν τις δυσκολίες, τις διαφωνίες, την κούραση και τις διαφορετικές προσωπικότητες για να δημιουργήσουν κάτι κοινό, είναι ένα μεγάλο στοίχημα.

Μέσα σε μια ομάδα μαθαίνεις καθημερινά να υποχωρείς, να ακούς, να μη λειτουργείς μόνο με βάση τον εγωισμό σου ή την ανάγκη σου να επιβεβαιωθείς.

Ακόμα κι όταν πιστεύεις ότι έχεις δίκιο, πολλές φορές κάνεις πίσω για το καλό της συνολικής ισορροπίας (πράγμα πολύ δυσκολο). Αυτό απαιτεί εμπιστοσύνη, υπομονή και πραγματική φροντίδα για τον άλλον.

Είναι σαν μια ερωτική σχέση και για μένα αυτό είναι ένα μικρό παράδειγμα ότι τα πράγματα μπορούν να λειτουργήσουν και έξω από τη λογική του ανταγωνισμού ή του καθαρού κέρδους.

Όταν ανεβαίνουμε στη σκηνή, όλη αυτή η διαδικασία μεταφράζεται σε ενέργεια. Εκεί είναι και το δυνατό μας σημείο.Υπάρχει μια αίσθηση συλλογικής ανάσας, σαν να κουβαλάμε όλοι μαζί κάτι μεγαλύτερο από τον καθένα ξεχωριστά.

Το live για εμάς είναι μια στιγμή επικοινωνίας και συμμετοχής, όπου θέλουμε ο κόσμος να νιώσει ότι ανήκει κι αυτός μέσα σε αυτό που συμβαίνει.

*Θέατρο Κήπου | Παρασκευή 12 Ιουνίου | Doors Open: 20:00 | Τιμές εισιτηρίων: από 10 ευρώ | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: εδώ

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα