Σπύρος Γραμμένος: «Ουσιαστικά γράφω ό,τι ζω. Η ζωή έχει τα πάντα»
Ο σημαντικός καλλιτέχνης μιλάει στην Parallaxi για τον νέο του δίσκο με χρηματοδότη τον κόσμο, το χιούμορ, τη σχέση μας με άλλες εποχές, τους καλλιτέχνες του σήμερα και πολλά ακόμη
Είναι πολύ όμορφο να συναντάς ανθρώπους με τους οποίους μοιράζεστε μια κοινή αίσθηση για το πώς κινούνται τα πράγματα. Όχι απαραίτητα να συμφωνείτε σε όλα, αλλά μια αντίληψη για τους ανθρώπους και τη ζωή, τον πολιτισμό εν γένει.
Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Σπύρος Γραμμένος, ή έστω αυτό το συναίσθημα μου προκλήθηκε στη συζήτησή μας. Πολυγραφότατος, από μουσική και διηγήματα μέχρι ραδιόφωνο στο The Press Project και ενεργό συμμετοχή στη συγγραφή σεναρίου στην τηλεόραση (“Τα Νόυμερα”, ΕΡΤ), και πάντα με χιούμορ, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές.
Ενάντια στη χλιαρότητα της εποχής, ο Γραμμένος δημιουργεί μέσα από τα έργα του έντονα συναισθήματα, τόσο αυτό της χαράς όσο και της λύπης, γιατί η ζωή έχει τα πάντα όπως λέει ο ίδιος.
Αφορμή για τη συζήτηση στάθηκε ο δεύτερος δίσκος μέσω Crowdfunding που ετοιμάζει, ένας δίσκος δηλαδή εξ ολοκλήρου χρηματοδοτούμενος από το κοινό (“Στηρίξτε σας” εδώ), αλλά και η εμφάνισή του παρέα με τον Δημήτρη Ζερβουδάκη στο Soul, στις 14 Μαρτίου.
Μια απολαυστική συζήτηση γύρω από πολλά:
Την αξία του Crowdfunding και εγχειρημάτων από τα κάτω, την σημασία του χιούμορ στη ζωή, τη σχέση μας με το παρελθόν και τους παλιούς καλλιτέχνες, το πόσες φορές έχουμε “πέσει από τα σύννεφα” και πολλά ακόμη.
Δεύτερος δίσκος μέσω Crowdfunding, επομένως, η ερώτηση είναι η εξής: Γιατί να απευθυνθείς στον κόσμο να σε στηρίξει από το να απευθυνθείς σε κάποια δισκογραφική εταιρία, όπως έχεις κάνει στο παρελθόν λέγοντας ότι δεν έχεις πρόβλημα με αυτό ; Είναι ζήτημα αυτονομίας του καλλιτέχνη, ποια η διαφορά;
«Σε μια δουλειά και σε ένα δίσκο ο οποίος γίνεται καθαρά από σένα, με την βοήθεια του κόσμου, έχεις να λογοδοτήσεις μόνο στον ίδιο τον κόσμο!
Τους προτείνουμε τι έχουμε κάνει και στο live στις 14 Φλεβάρη παίξαμε κομμάτια από τον καινούριο δίσκο για να τα δειγματίσουμε. Και είναι κάτι που σε φέρνει και πολύ πιο κοντά με το κοινό σου.
Επίσης, αισθάνονται και οι φίλοι που το κάνουμε μαζί, οι μουσικοί, ότι αμείβονται κανονικά. Kαι όχι μόνο οι μουσικοί, όποιος συμμετέχει σε αυτήν την δουλειά».
Πώς ανταποκρίθηκε ο κόσμος στην υποστήριξη του πρώτου δίσκου μέσω Crowdfunding, θα αλλάξει κάτι από οικονομικής απόψεως σε αυτόν τον δεύτερο δίσκο;
«Αυτή τη φορά ζητήσαμε 16.000. Στον προηγούμενο δίσκο είχαμε ζητήσει 9.800, ο κόσμος έδωσε 11.400. Ενώ το έβλεπε πως είχαμε πιάσει το στόχο, έδωσε ακόμα περισσότερα χρήματα. Ήταν κάτι πολύ συγκινητικό για εμάς αυτό το πράγμα. Και πάλι όμως δεν έφτασαν τα χρήματα και χρειάστηκε να μπουν έξτρα 6.000, για να γίνουν όλα αυτά που θα έπρεπε να γίνουν.
Κάτι σημαντικό που πρέπει να τονιστεί είναι πως οι κρατήσεις σε μία τέτοια διαδικασία συνολικά φτάνουν κοντά στο 40%. Είναι ο φόρος, είναι το ΦΠΑ, οι κρατήσεις της πλατφόρμας και του PayPal. Κόβονται αποδείξεις για κάθε ποσό που μπαίνει και κόβεται και μια συνολική απόδειξη. Οπότε το ποσό μειώνεται δραματικά. Είναι ωραίο να το γνωρίζει και αυτό ο κόσμος. Δεν ζητάμε 16 χιλιάδες να κάνουμε ένα δίσκο. Ζητάμε 16 χιλιάδες για να μπορέσουμε να μας μείνουν οι 9.000 και να βάλουμε ό,τι άλλο χρειαστεί για να βγει αυτός ο δίσκος έτσι όπως πρέπει».
Ποια είναι η γνώμη σου γενικά για την αξία τέτοιων εγχειρημάτων από τα κάτω, που απευθύνονται άμεσα στον κόσμο για στήριξη, όπως κάνεις εσύ με τον δίσκο σου τώρα ή όπως λειτουργεί του ThePressProject στο οποίο έχεις και την εκπομπή, ως ραδιοφωνικός παραγωγός, “Ποιοτική μουσική σε κακή ποιότητα”;
«Είμαι μέλος της παρέας του The Press Project, αυτού του εγχειρήματος που είχε ο Κώστας Εφήμερος στο μυαλό του να δημιουργήσει, τη δημοσιογραφία από τα κάτω, κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Το να μην ενημερώνεται ο κόσμος από ολιγάρχες.
Γενικά το προτείνω συνέχεια σε μουσικούς και φίλους. Όταν υπάρχουν παιδιά που προσπαθούν, πάνε σε εταιρείες και δεν πετυχαίνει η συνεργασία τους και απογοητεύονται τους λέω να το πάρουν πάνω τους, είναι ένας τρόπος. Υπάρχει ο κόσμος που αγαπάει τη μουσική σου. Δεν υπάρχει κακή μουσική. Υπάρχει ο τρόπος που γράφεις τη μουσική μόνο. Καμιά φορά μπορεί να είναι κακός. Οι σκέψεις που έχεις όταν γράφεις τη μουσική.
Οπότε ό,τι μουσική κι αν κάνεις, μπορείς να επιλέξεις αυτό το μοντέλο. Και όπως είπες κι εσύ, δεν έχω πρόβλημα με τις εταιρείες. Απλώς νιώθω αυτή την ανεξαρτησία που σου δίνει αυτό το πράγμα.
Έχει τις δυσκολίες του φυσικά. Γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν, πέρα από τη δημιουργία των τραγουδιών».
Έχεις αναφέρει στο παρελθόν πως χρησιμοποιείς το χιούμορ επειδή παίρνεις πάρα πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου. Τι σημαίνει αυτό σε καθημερινό-πρακτικό επίπεδο, πως το εννοείς ακριβώς;
«Χρησιμοποιώ το χιούμορ παντού. Στις πιο δύσκολες καταστάσεις και περιστάσεις της ζωής μου έχω χρησιμοποιήσει το χιούμορ σαν ασπίδα, σαν ένα κομμάτι για να πάρω δύναμη. Είναι ένα κομμάτι μου που πολλές φορές μπορεί να ενοχλήσει, να φανεί ενοχλητικό σε κάποιον, ακόμα και τον εαυτό μου να μου “σατιρίσω”. Μπορεί κάποιος να ενοχληθεί και να μου πει ότι δεν κάνουμε χιούμορ με αυτά, ενώ είναι καθαρά δικό μου θέμα.
Η άποψή μου πάνω σε αυτό το κομμάτι είναι ότι κανείς, μα κανείς, δεν μπορεί να σου πει πώς θα συμπεριφερθείς στον εαυτό σου, πώς θα βρεις εσύ την άκρη σου και αφού ξεκινήσεις από σένα, μετά πας και στους άλλους. Άμα φτάσεις σε ένα σημείο που τα βρεις κάπως με τον εαυτό σου, θα τα βρεις και με τους υπόλοιπους. Και με όποιον δεν τα βρεις, δικό του πρόβλημα.
Εγώ έναν άνθρωπο που θαύμαζα πάρα πολύ από μικρός, ήμουν μεγάλος φαν του, από μια αστειότητα που έκανα, σταμάτησα να είμαι φαν του. Ήταν μια στιγμή, σε μια συνάντησή μας και εγώ είπα κάτι χαριτολογώντας. Πολύ σεβαστικό όμως και όχι απέναντί του. Μου απάντησε με πολύ άσχημο τρόπο και κατάλαβα ότι δεν είχε χιούμορ. Εγώ λέω, εντάξει, κρατάω το έργο, ο καλλιτέχνης δεν μου κάνει. Αυτό είναι πολύ βασικό».
Άρα, μπορούμε να διαχωρίσουμε τον άνθρωπο-καλλιτέχνη από το έργο του;
«Αν κοιτάμε τον καλλιτέχνη για να εκτιμήσουμε το έργο του, τότε θα έπρεπε να πάρουμε το έργο του Νταλί και να το πετάξουμε στα σκουπίδια, τόσο απλά. Για να μην πω για Έλληνες ή για συναδέλφους και παρεξηγηθώ. Να πω για έναν μεγάλο καλλιτέχνη του αιώνα μας, ότι ήταν ένα καθίκι και μισό και θα μπορούσαμε να τον πετάξουμε στα σκουπίδια. Αλλά δεν μπορείς να πεις για το έργο του τώρα. Είναι μοναδικό.
Δεν μπορείς να στερήσεις την απόλαυση ενός έργου, επειδή ο δημιουργός του είναι μαλάκας».
Πάμε λίγο στον Σπύρο Γραμμένο και στη διαδικασία δημιουργίας είτε μουσικής είτε διηγημάτων. Όταν πλησιάζεις στην ολοκλήρωση ενός έργου ποιοι είναι οι ¨κριτές¨ σου, υπάρχουν συγκεκριμένα άτομα που θα ζητήσεις τη γνώμη τους;
«Στα διηγήματα είναι ο Πουλής. Από τους πρώτους που διαβάζουν, ο πρώτος συνήθως. Στη μουσική είναι ο αδερφός μου, το κορίτσι μου, η μάνα μου, η οικογένειά μου. Και μετά, από εκεί και πέρα, αυτό πηγαίνει προς τα έξω, σε ανθρώπους που εμπιστεύομαι την άποψή τους».
Πιστεύεις πως σήμερα υστερούμε σε μεγάλους δημιουργούς, είτε στιχουργικά είτε από άποψη σύνθεσης, ότι δηλαδή η εποχή μας δεν έχει βγάλει για παράδειγμα έναν Χατζιδάκι ή έναν Θεοδωράκη ή αυτή η κριτική είναι κάπως σκληρή;
«Καθόλου, τίποτα από αυτά. Πιστεύω ότι ζούμε το τώρα, πρώτον. Οπότε, αυτό θα το συζητήσουμε σε 20, 30, 40, 50 χρόνια. Αν η σημερινή εποχή, δηλαδή, έβγαλε πολύ καλούς μουσικούς, που σίγουρα έβγαλε, και σίγουρα θα το συζητάμε τότε.
Παράγουμε τεράστιο έργο σε όλα τα είδη μουσικής, σε καινούρια είδη μουσικής. Δηλαδή, αν εξαιρέσεις τους κακούς στίχους της τραπ, ακόμα και στην τραπ με πολύ ωραίο στίχο, βρίσκεις διαμάντια».
Στην Ελλάδα νομίζω πιο πολύ στο ραπ δεν πάει αυτό;
«Πάει πολύ στο ραπ. Η μισή μουσική που ακούω είναι ραπ, που έχουμε τεράστια ταλέντα. Από τον Βέβηλο, τον Τζαμάλ, τον Εθισμό, τους Στίχοιμα, τους Ορθολογιστές, τον Εισβολέα, πάρα πολύ κόσμο. Σίγουρα, πάνω στη ροή της συζήτησης, δεν προλαβαίνω να σου πω όλα τα ονόματα.
Είναι άνθρωποι που γράφουν ιστορία αυτοί. Ο Εθισμός, που είμαι μεγάλος φαν του, έχει ένα φανταστικό στίχο αυτό που λέει “τι θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές, τα συγγράμματα για τις κωλάρες;”. Μιλάει για κάτι όμως που δεν θα το αφήσουμε. Αυτό δεν θα μείνει στις επόμενες γενιές. Στις επόμενες γενιές θα μείνει ο στίχος του Εθισμού».

Έχεις συμμετάσχει στον δίσκο “Σ’ ευχαριστώ Λουκιανέ”, ένας δίσκος αφιερωμένος στον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Με αφορμή αυτό, θα ήθελα να σε ρωτήσω τι επιρροή σου άσκησε ο Λουκιανός και σε συνδυασμό πάντα και με άλλους καλλιτέχνες; Ποια στάση πρέπει να κρατάμε απέναντι σε παλιούς μεγάλους συνθέτες και στιχουργούς, ώστε να μένει ζωντανό το έργο του και στις επόμενες γενιές;
«Αυτό δεν μπορούμε να το ορίσουμε εμείς, το τι θα ακούνε οι νέοι. Μπορούμε να αναπαράγουμε το έργο τους. Ο Λουκιανός είναι για μένα ένα τεράστιο σχολείο, από όταν ήμουν πολύ μικρός. Όπως είναι και ο Βασίλης Νικολαΐδης και ο Γιάννης Μηλιώκας.
Ήτανε αυτοί οι άνθρωποι που παίζανε ευχάριστα με το χιούμορ, ακόμη και σε δυσάρεστες καταστάσεις.
Οι επιρροές μας αλλάζουν καθημερινά. Διαμορφωνόμαστε και εξελισσόμαστε καθημερινά. Ακούμε καινούργια πράγματα. Εγώ αυτή τη στιγμή έχω επιρροές από παιδιά που είναι 20 χρονών και 25 χρονών.
Έχουμε ευθύνη στο να εξελισσόμαστε και εμείς. Ευθύνη για εμάς, απέναντι στον εαυτό μας. Υπηρετούμε αυτό που γουστάρουμε και εξελισσόμαστε μέσα σε αυτό. Εμένα, επειδή δεν έκανα ποτέ ένα είδος μουσικής, πάντα όλοι μου οι δίσκοι είχαν διάφορα είδη μουσικής μέσα. Ακούω διάφορα πράγματα και κλέβω απ’ όλα».
Κάποιος το έχει πει αυτό για την τέχνη και τον κινηματογράφο ότι κλέβουμε από τους προηγούμενους ή και από τους τωρινούς. Είναι έτσι;
«Ναι, και ο Χατζιδάκις έχει πει πάρα πολύ ωραία πράγματα για το κλέψιμο. Έχει πει το πάρα πολύ ωραίο ότι ο καλλιτέχνης μία φορά έχει έμπνευση και μετά κλέβει τον εαυτό του».
Ανέφερες ότι οι δίσκοι σου έχουν διάφορα είδη μουσικής μέσα, τι είδος μουσικής, λοιπόν, παίζει ο Σπύρος Γραμμένος;
«Έχω καταλήξει να λέω ότι παίζω μουσική με ελληνικό στίχο. Πιο εύκολα θα με χαρακτηρίσει το ύφος του στίχου μου. Δεν θα έλεγα ότι παίζω μόνο ένα σατιρικό τραγούδι που το λένε πολλές φορές. Θα έλεγα στιχουργικά ότι παίζω με στοιχεία της καθημερινότητας, με πράγματα που με προβληματίζουν. Είτε θα γελάμε μαζί στις συναυλίες είτε θα κλαίμε. Και τα δύο θα κάνω, γιατί ουσιαστικά γράφω ότι ζω. Η ζωή έχει τα πάντα.
Μουσικά δεν μπορώ να βάλω κάποιον τίτλο. Γιατί μπορεί να εξυπηρετήσει το στίχο ένα βάλς, ένας χιπ χοπ ρυθμός, ένα σουίνγκ ή ένας δημοτικός σκοπός. Όλα τα έχω κάνει, οπότε δεν ξέρω. Έχω βάσεις στο ροκ γενικά, αλλά το ροκ είναι ένα τεράστιο πράγμα. Το ροκ και το rock’n’roll ανοίγουν ένα τεράστιο φάσμα».
Στο τραγούδι σου “Τύπος Αθλητικός” λες πολλές φορές, και με έναν τόνο σαρκασμού, το τι “θα ήθελες” να είσαι. Υπάρχει η συμβατική και αρκετά διαδεδομένη άποψη να βελτιωνόμαστε, να βάζουμε στόχους και να γινόμαστε η καλύτερη version του εαυτού μας σαν αν είμαστε ένα εταιρικό project. Επομένως, ποια η γνώμη σου για τη σχέση μας με τα μειονεκτήματα και τις ατέλειές μας;
«Εγώ πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ όμορφο να βάζουμε στόχους, αλλά να παραμείνουμε άνθρωποι. Να βάζουμε στόχους ανθρώπινα. Και οι στόχοι αυτοί που βάζουμε να αφορούν πάντα στην εξέλιξή μας. Δηλαδή, δεν με ενδιαφέρει αν θα μου πεις βάζω στόχο μέχρι το καλοκαίρι να χάσω 10 κιλά. Αλλά με ενδιαφέρει και θα μου άρεσε πιο πολύ να μου πεις ότι μέχρι το καλοκαίρι θέλω να διαβάσω αυτά τα 10 βιβλία».
Με αφορμή άλλο ένα τραγούδι σου, την ‘Ενενηντάρα TDK”, το οποίο αναφέρεται στις δεκαετίες του 80′ και του 90’, τι πιστεύεις για τη σχέση μας με το παρελθόν και τις παλιότερες εποχές, το ωραιοποιούμε με το πέρασμα του χρόνου ή υπήρχε κάποτε όντως μια εποχή κάπως πιο αθώα;
«Επειδή δεν ξέρω σε ποια εποχή ανήκω, δεν μπορώ να απαντήσω.
Η κάθε εποχή είναι διαφορετική. Δεν μπορείς να την κρίνεις καλύτερη ή χειρότερη. Όπως τώρα οι γονείς βασανίζονται για το τι μουσικές ακούν τα παιδιά τους, τότε γινόταν με άλλα είδη μουσικής. Δηλαδή όταν ήμουν 14 χρονών και με άκουγε η μάνα μου να ακούω Αντίδραση, έλεγε “τι είναι αυτά που ακούς ρε παιδί μου”. Ήταν άλλο πράγμα βέβαια, αλλά τα παιδιά και τότε και τώρα θέλουν αντίδραση. Τα παιδιά και τότε και τώρα επηρεαζόντουσαν από το σύνολο. Όλοι οι άνθρωποι επηρεαζόμαστε από το σύνολο.
Είχε το ρομαντισμό της η κασέτα που λέω στο τραγούδι. Και το τότε ραδιόφωνο. Δεν υπήρχε η ευκολία όμως τότε. Χάναμε πράγματα, δεν υπήρχε το ίντερνετ. Ακούγαμε πράγματα ένα και δύο χρόνια μετά αφού κυκλοφορούσαν».
Αυτή η ευκολία πιστεύεις μας έχει περισσότερο καλό ή κακό;
«Αυτό είναι βασικά θέμα παιδείας και εκπαίδευσης, το να μάθουμε το πώς θα διαχειριζόμαστε την πληροφορία.
Όταν έβγαινε ένας καινούργιος δίσκος πηγαίναμε όλοι μαζί να τον πάρουμε. Εγώ μέχρι τα δεκαπέντε μας θυμάμαι να μαζευόμαστε απ’ έξω από το δισκάδικο. Όταν οι Guns N’ Roses δημιούργησαν το “The Spaghetti Incident?” περιμέναμε όλοι να σκάσει η μεταφορική και να φέρει τους δίσκους.
Είχε διαφορές, όπως η αναλογική φωτογραφία σε σχέση με την ψηφιακή που βγάζουμε κάθε μέρα εκατό φωτογραφίες και πετιούνται. Το λέω συνέχεια αυτό και στους δικούς μου και στους φίλους μου, εκτυπώστε φωτογραφίες. Γιατί τότε παίρναμε ένα 24άρι φιλμ, που ήταν οριακά ακριβό κιόλας, βγάζαμε 24 φωτογραφίες, οι μισές ήταν χάλια, και ήταν μια μέρα ολόκληρη να εκτυπωθούν οι φωτογραφίες. Τρέμαμε τη στιγμή που θα πάμε να δούμε τις 24 φωτογραφίες από την εκδρομή, από τα γενέθλια. Το περιμέναμε πώς και πώς. Μετά έγινε το τεράστιο άλμα που έγραφε εκτυπώσεις σε μία ώρα. Πηγαίναμε το φιλμ και περιμέναμε από έξω μία ώρα να πάμε στις φωτογραφίες.
Όλα αυτά στη φωτογραφία, στη μουσική, είναι πράγματα που πρέπει να φροντίσουμε εμείς για τα φίλτρα που θα χρησιμοποιήσουμε, ώστε να μην παίρνουμε ό,τι πληροφορία να ‘ναι. Αυτή τη στιγμή η πληροφορία τρέχει με εκατομμύρια χιλιόμετρα και είναι πάμπολλη.
Βέβαια, όπως είναι το λογικό, στη σαπίλα που ζούμε, και η πληροφορία που τρέχει έτσι είναι η πληροφορία που θα ήθελαν οι εταιρείες να πάρουμε. Οι πλατφόρμες και αυτοί που είναι πίσω από τις πλατφόρμες».

Άλλη μία ερώτηση με αφορμή τραγούδι σου και το “Έπεσα από τα σύννεφα”. Πως το εννοείς, πόσες φορές έχουμε πέσει από τα σύννεφα;
«Εννοώ ότι δεν πέφτουμε με τίποτα απ’ τα σύννεφα.
Όσον αφορά στο τι συμβαίνει γύρω απ’ την σαπίλα και τη μαφία κάθε εξουσίας. Είναι ένα κομμάτι που δεν θα πέσεις απ’ τα σύννεφα ό,τι και να ακούσεις. Θα νευριάσεις. Θα χτυπηθείς. Αλλά δεν θα πέσεις απ’ τα σύννεφα. Το περιμένεις.
Δεν περιμένεις τώρα ότι το λιμενικό θα περάσει πάνω από μια βάρκα; Το περιμένεις. Το περιμένεις γιατί πέρυσι που μπορεί να πήγαινες να πέσεις απ’ τα σύννεφα καθόντουσαν γύρω γύρω από ένα καράβι με 600 ψυχές που πνίγηκαν στο βυθό».
Άρα, “ποιος έχει την ευθύνη” για όλο αυτό;
«Αναρωτιέμαι κι εγώ.
Εντάξει, όλοι έχουμε ευθύνη, όλοι έχουμε μέρη της ευθύνης. Αλλά είναι πράγματα τόσο βαθιά που δεν μπορείς να τα πολεμήσεις από μόνος σου και ειδικά δεν μπορείς να τα αποφύγεις όσο σε χώνουν με διάφορους τρόπους στην αποχαύνωση.
Δηλαδή, ένας άνθρωπος ο οποίος τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ και προσπαθεί να ταΐσει τα παιδιά του και είναι όλη μέρα στη δουλειά, επίτηδες δεν του έχουν αφήσει τον χρόνο να κάτσει να σκεφτεί ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα. Του πλασάρουν πάρα πολύ εύκολα ότι το πραγματικό του πρόβλημα είναι οι μειονότητες. Και όταν ο άλλος νιώθει ότι κινδυνεύει μπορείς να του πουλήσεις για κίνδυνο το οτιδήποτε.
Η εξουσία πουλάει πάρα πολύ καλά το κομμάτι της ασφάλειας με το ότι χρειαζόμαστε περισσότερη αστυνομία, να φύγουν οι ξένοι, να φύγουν αυτοί, να φύγουν οι άλλοι, φταίνε οι γκέι κλπ. Αυτό θα κάνουνε.
Οπότε, θα προσπαθούν πάντα να μην προλαβαίνουμε να σκεφτούμε, να μην προλαβαίνουμε να ανοίξουμε ένα βιβλίο, να είμαστε πιεσμένοι και κάτω από το χρόνο που δεν προλαβαίνει ο κόσμος να κοιμηθεί, που πάει μόνο για δουλειά, δεν προλαβαίνει να δει την οικογένειά του και να πάει μια βόλτα. Δεν έχουμε δικαίωμα στη σχόλη, στο να κάτσεις σταυροπόδι με ένα καφέ δίπλα σου και να ανοίξεις ένα βιβλίο. Δεν έχουμε το δικαίωμα αυτό».
Πως βλέπεις την πολιτική της κυβέρνησης απέναντι στον πολιτισμό;
«Αυτή είναι μια ερώτηση που δεν θέλει απάντηση από μένα, θέλει κάποιος να κοιτάξει γύρω του, απλά. Υπάρχουν ειδικοί να μιλήσουν επάνω στο θέμα. Και για τον πολιτισμό, και για την υγεία, και για την παιδεία».
Έχεις πει στο παρελθόν πως τα τραγούδια δεν τα βρίσκουμε εμείς, αλλά μας βρίσκουν αυτά. Πως σε βρίσκουν τα τραγούδια ακριβώς, είναι η συγκυρία, η εποχή, τα βιώματα;
«Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να κάθομαι όσες ώρες προλαβαίνω μες τη μέρα μου πάνω από μια λευκή κόλλα, μια λευκή σελίδα στον υπολογιστή μου και να σκαρώνω πράγματα, γιατί υπάρχει όντως η έμπνευση και έρχεται όποτε γουστάρει, με όποιο τρόπο θέλει και όποια ώρα θέλει. Το θέμα είναι η έμπνευση να σε βρει πάνω από ένα χαρτί, πάνω από μια λευκή κόλλα ή μια λευκή σελίδα και να είσαι εκεί όταν θα έρθει. Μπορεί να έρθει και αλλού. Όλος ο κόσμος έχει έμπνευση, αλλά δεν θα το καταλάβεις καν σε τέτοιες στιγμές.
Είμαι ορθολογιστής, έχω μόνο ένα κομμάτι που δεν μπορώ να το εξηγήσω που αφορά στη τέχνη. Δεν είναι ο εαυτός του καλλιτέχνη που τα γράφει, είναι κομμάτια του μυαλού μας που γίνονται οι συγκεκριμένες νευροσυνάψεις, κάποιες στιγμές, για κάποιο λόγο που δεν εξηγείται. Σίγουρα έχει να κάνει με τα βιώματα σου και με τον τρόπο σκέψης σου. Αλλά, δεν είσαι εσύ εκείνη τη στιγμή και αναρωτιέσαι μετά πως το έγραψες αυτό».
Γράφεις και διηγήματα, παιδικά διηγήματα και όχι μόνο. Μου έκανε τρομερή εντύπωση η ιστορία με το Φανταστικό Χωριό που έγραψες και παίχτηκε για χρόνια στο θέατρο. Θα ήθελες να μας πεις ένα δύο λόγια για αυτό;
«Εκεί ξεκίνησα να γράφω ένα τραγούδι, και όταν ξεπέρασε τις 11-12 σελίδες είπα “παιδιά αυτό δεν είναι τραγούδι”, γιατί είναι έμμετρο όλο το παραμύθι, το Φανταστικό Χωριό. Ούτε είχα στο μυαλό μου ότι θα είναι παιδικό, απλώς ήθελα να γράψω με όσο πιο απλό τρόπο γινόταν μια ιστορία, αυτή την ιστορία.
Και το εκπληκτικό που συνέβαινε ήταν πως ενώ εγώ μέσα δεν αναφέρω πουθενά ηλικίες, έχει 10 ήρωες χωρίς να αναφέρονται ηλικίες, όταν τελείωναν οι παραστάσεις έβγαινα έξω και χαιρετούσα τα παιδιά που φεύγαν, ακόμα ντυμένος όπως ήμουν σαν αφηγητής του Φανταστικού Χωριού, και τα ρωτούσα αν τους άρεσε και τι κατάλαβαν. Όλα τα παιδιά καταλάβαιναν το εξής: Ότι τα παιδιά είχαν φτιάξει έναν πολύ ωραίο κόσμο και οι μεγάλοι πήγαν να τον χαλάσουν, δηλαδή αυτούς που πήγαν να φέρουν την καταστροφή στο Φανταστικό Χωριό, σε αυτή την “Αμεσοδημοκρατική” κοινωνία που ζούσαν, το κακό το έφεραν οι μεγάλοι. Τα παιδιά έχουν από μικρά στο μυαλό τους ότι αν γίνει κάτι κακό το κάνουν οι μεγάλοι, εμείς είμαστε παιδιά.
Είναι σπουδαίο πράγμα αυτό. Ένας ακόμη άνθρωπος που ασχολείται με το παιδικό θέατρο και τα λέει πάρα πολύ ωραία στις παραστάσεις του είναι ο Βασίλης Κουκαλάνι και η ομάδα του η Συντεχνία του γέλιου. Κάνει πάντα πάρα πολύ ωραίες παραστάσεις για παιδιά, παραστάσεις χειραφέτησης».
Από την περσινή χρονιά έχει ξεκινήσει και η συνεργασία με τον Δημήτρη Ζερβουδάκη, θα σας δούμε σε λίγες μέρες και εδώ στη Θεσσαλονίκη (14-15 Μαρτίου). Πως πάει η συγκεκριμένη συνεργασία;
«Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης είναι και αυτός στις επιρροές μου όπως ήταν και όλη η σκηνή της Θεσσαλονίκης. Η σκηνή της Θεσσαλονίκης δεν σταμάτησε ποτέ να είναι ενεργή. Και στην Αθήνα, πολλοί από τους ανθρώπους που ασχολούνται με τη μουσική και πάνε καλά, γράφουν ωραία, είναι από τη Θεσσαλονίκη. Σας παίρνει η Αθήνα τα καλύτερα μυαλά, brain drain.
Με τον Δημήτρη είχαμε γνωριστεί πριν χρόνια. Έτυχε να βρεθούμε σε φεστιβάλ, έτυχε να βρεθούμε στη σκηνή σε διάφορα μέρη. Αυτός λέει ότι με πήρε τηλέφωνο το καλοκαίρι και με ρώτησε αν θέλω να παίξουμε μαζί. Εγώ, λόγω ταπεινότητας, λέω ότι του έστειλα σήμα να με πάρει τηλέφωνο. Σφίχτηκα και έκλεισα τα μάτια μου, όπως κάνει ο Σέλντον στο Big Bang Theory, έστειλα σήμα στο Δημήτρη, με πήρε τηλέφωνο και βρεθήκαμε μαζί.
Είναι και αυτός από τις πολύ πολύ γλυκείες συνεργασίες και είναι ένας από τους ανθρώπους που όταν συνεργάζεσαι μαζί του βγαίνουν πράγματα που δεν θα βγαίναν ποτέ σε μια παρέα ή σε μια κουβέντα. Η δουλειά μας έχει έναν εγωισμό, έναν εγωκεντρισμό. Είναι λίγοι οι άνθρωποι που θα ανέβεις στη σκηνή δίπλα τους και δεν θα κάνουν ένα βήμα μπροστά. Ο Δημήτρης είναι από αυτούς που κάνουν ένα βήμα πίσω και πολύ σεβαστικά και πολύ γλυκά, αδερφικά. Αυτό είναι κάτι μαγικό για τη σχέση και τη συνεργασία μας
Επίσης, έχουμε και πολύ ωραίες κουβέντες, ατελείωτες όλον αυτόν τον καιρό και θα μείνουν για τα επόμενα χρόνια οι ίδιες κουβέντες να τις συζητάμε και να τις ξανασυζητάμε.
Έχουμε μπλέξει και το σχήμα πολύ όμορφα. Είναι δύο άτομα από το σχήμα μου και τρία από του Δημήτρη. Οπότε είναι και αυτή μια πολύ ωραία ένωση για να μπλέξουμε το ύφος και των δύο. Κρατάμε ένα μεγάλο κομμάτι ο καθένας από το δικό του υλικό, το οποίο το μπλέκουμε μεταξύ μας. Λέμε ο ένας τραγούδια του άλλου, είναι πάρα πολύ γλυκό. Είναι πάρα πολύ αστείο να ξεκινάει μια μεγάλη επιτυχία του Δημήτρη και εκεί που είναι έτοιμος ο κόσμος και τον κοιτάει στα μάτια να του το τραγουδάω και να ξενερώνει».


