Σταμάτα κι άκου: Η Μάιρα δίνει «ραντεβού» με την κιθάρα της στους δρόμους της Θεσσαλονίκης
Η νέα στήλη της parallaxi σας συστήνει τους μουσικούς του δρόμου της πόλης
Με τις αχτίδες του ήλιου να χτυπούν πάνω από το κεφάλι της, την κιθάρα στα χέρια της, τον δρόμο της Αγίας Σοφίας γεμάτο με κόσμο να τρέχει για να προλάβει ψώνια και δουλειές, η Μάιρα «φωτίζει» τον πεζόδρομο με τη φωνή της και προσφέρει στους περαστικούς, ένα μικρό διάλειμμα από το χάος της καθημερινότητας.
H Mάιρα δίνει ραντεβού στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με τη μουσική και τους ανθρώπους που σταματούν έστω και μερικά δευτερόλεπτα από την ημέρα τους για να την ακούσουν.
Για την Μάιρα, η μουσική είναι το πάθος και η αλήθεια της.
«Αγαπώ πολύ τα ταξίδια, το θέατρο, τον ουρανό, τον κινηματογράφο. Σιχαίνομαι την αδικία και το κακό που υπάρχει στον κόσμο. Είναι κάτι που ο νους μου δυσκολεύεται να συλλάβει. Τον ελεύθερο χρόνο μου τον μοιράζομαι με την οικογένεια και τους φίλους μου, είτε επιλέγω να ασχοληθώ με κάτι δημιουργικό.. αλλιώς νιώθω πώς είμαι αδρανής και αυτό με καταπιέζει. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Θεσσαλονίκη, μια πόλη που αγαπώ και με εμπνέει. Πριν τρία χρόνια έβγαλα το πρώτο μου EP με 4 τραγούδια που έχω γράψει εγώ και λέγεται Romantismos. Aν έπρεπε να τα περιγράψω τρεις λέξεις αυτές θα ήταν ρομαντισμός, αγνότητα, ουρανός και μια γεύση από την ομορφιά της Θεσσαλονίκης».
H αγάπη της για τη μουσική ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία, όταν ένιωθε την ανάγκη να εκφράσει κάτι βαθύτερο από την επιφάνεια: «Ένιωθα ότι βλέπω τον κόσμο μέσα από διαφορετικά μάτια…μέσα στην κίνηση της πόλης δεν βλέπω απλώς ανθρώπους και αυτοκινήτα αλλά παρατηρώ τα πάντα σαν να παγώνει ο χρόνος σαν μια σκηνή από ταινία με μελωδίες να τη στολίζουν. Ξεκίνησα να μαθαίνω κιθάρα μόνη κάπου στο γυμνάσιο οπό έγραψα και τα πρώτα μου κομμάτια. Αργότερα η πορεία μου συνεχίστηκε στα ωδεία όπου μεγάλωνε όλο και πιο πολύ μέσα μου η αγάπη για τη μουσική».
Την πρώτη φορά που τραγούδησε μπροστά σε κόσμο, η ίδια θυμάται πως είχε πανικοβληθεί:
«Ήταν σε μια συναυλία του ωδείου όπου ο καθηγητής της κιθάρας μου ζήτησε να τραγουδήσω το what’s up των 4non blondes. Είχα πανικοβληθεί, φοβόμουν πολύ. Όμως όταν άρχισα να τραγουδώ τις πρώτες λέξεις με τον κόσμο από κάτω, ένιωσα κάτι μαγικό ήταν η αρχή όλων, είπα: “αυτό είναι”. Ένα απερίγραπτο συναίσθημα πληρότητας που θέλω να το νιώσω ξανά και ξανά, αυτό με γεμίζει».

Η Μάιρα επιλέγει τον δρόμο για την ειλικρίνειά του. Ο δρόμος τη δέχεται ακριβώς έτσι όπως είναι, χωρίς φίλτρα.
«Ένιωσα πρώτη φορά ότι ο δρόμος είναι η «σκηνή» μου, όταν κάποιος σταμάτησε επειδή όντως ήθελε να ακούσει αυτό που έλεγα εκείνη τη στιγμή. Επειδή όντως του κέντρισα το ενδιαφέρον. Σιγά σιγά άρχισε να μαζεύεται κόσμος και έμοιαζε σαν μια σκηνή, πιο ανοιχτή χωρίς περιορισμούς, όπου η σύνδεση με το κοινό ήταν πιο άμεση από ποτέ».
«Όλοι ονειρευόμαστε να τραγουδήσουμε σε μεγαλύτερες σκηνές», λέει η Μάιρα αλλά πιστεύει πως ο δρόμος είναι μια πολύ καλή αρχή για έναν καλλιτέχνη: «Είναι σημαντικό να περάσουμε πρώτα από μια τέτοια σκηνή για να βρούμε τον εαυτό μας».
«Τα κομμάτια που γράφω ανήκουν κυρίως στο ελληνικό indie. Αγαπώ όμως πολύ το έντεχνο, οπότε όλο το πρόγραμμά μου είναι γεμάτο από έντεχνες διασκευές που καλύπτουν όλο το εύρος του είδους. Μάλιστα, παρατηρώ πως όσο περνάει ο καιρός η γραφή μου ως στιχουργός τείνει όλο και περισσότερο προς τα εκεί!».
Μία έντονη και ταυτόχρονα τρυφερή στιγμή που η Μάιρα θυμάται από τον δρόμο, είναι η δεύτερη φορά που βγήκε να παίξει με την φίλη και συνεργάτιδα της, Αρετή Χατζάκη στο λιμάνι: «Κάποια στιγμή ένα μικρό παιδάκι, μωρό σχεδόν, ήρθε δειλά δειλά να μας αφήσει ψηλά που του έδωσε ο μπαμπάς του. Τα μάτια του γελούσαν και είχε μια γλυκιά ντροπή αλλά και ταυτόχρονα χαρά που μας άκουγε. Ήταν κάτι πολύ αληθινό και αγνό που μας συγκίνησε βαθιά».
Υπάρχουν πράγματα που σου μαθαίνει ο δρόμος, που ένας καλλιτέχνης δεν θα μπορούσε να μάθει μέχρι και από την καλύτερη μουσική σχολή. Τραγουδώντας στο δρόμο, η Μάιρα έμαθε να «διαβάζει ψυχές»: «Η μουσική σχολή σου προσφέρει τεχνικές θεωρητικές γνώσεις. Βασικά εργαλεία για τη μετέπειτα πορεία. Το πώς θα τα διαχειριστείς όμως είναι μια άλλη υπόθεση. Αυτό που δεν μπορεί κανένα βιβλίο να σου μάθει είναι η αληθινή αλληλεπίδραση ή έκφραση και η απόλυτη έκθεση έκθεση. Στο δρόμο μαθαίνεις τη σύνδεση με τον κόσμο και τη μουσική σε ένα χώρο που άλλοι σε κοιτούν με θαυμασμό άλλοι σε παρατηρούν και άλλοι σε απορρίπτουν. Μέσα από αυτή τη διαδικασία θωρακίζεσαι. Τραγουδώντας στο δρόμο έμαθα να διαβάζω και εγώ τις ψυχές!»
Οι μουσικοί του δρόμου στη Θεσσαλονίκη όχι μόνο έχουν νοητά όρια μεταξύ τους στον δρόμο, αλλά πάνω από όλα έχουν σεβασμό ο ένας για τον άλλον, όπως λέει η Μάιρα: «Οι μουσικοί του δρόμου είμαστε πολλοί και αυτό είναι ευχάριστο! Θα πω ότι ειδικά όταν ανοίγει ο καιρός μπορεί να τύχει να συμπέσουμε δύο τρεις μαζί ή κάποιος να πήγε πιο νωρίς στο σημείο που σκεφτόμουν εγώ να στηθώ για παράδειγμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι έχουμε μια αλληλοϋποστήριξη και σεβασμό μεταξύ μας οπότε θα τηρήσουμε μια γραμμή απόστασης, ώστε να μη καλύπτει ο ένας τον άλλον ή θα επικοινωνήσουμε από πριν για συντονιστούμε. Είναι πολύ ωραίο αυτό!».

«Δεν θα έπρεπε να υπάρχουν κίνδυνοι στο δρόμο, αλλά η πραγματικότητα διαφέρει», σύμφωνα με την Μάιρα: «Με λυπεί ιδιαίτερα η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη, όπου αστυνομία έχει “μαζέψει” πολλές φορές μουσικούς του δρόμους το θεωρώ απαράδεκτο και αδιανόητο να αντιμετωπίζεται η τέχνη σαν κάτι το παράνομο. Σε αυτό το σημείο φαίνεται η κρίση της κοινωνία μας. Επιπλέον υπάρχουν και κίνδυνοι που αφορούν την ασφάλεια μας ειδικότερα οι γυναίκες αλλά και φόβος για τον εξοπλισμό μας!»
Η «ειλικρίνεια» του δρόμου είναι αυτή που ώθησε την Μάιρα σε αυτόν, από την πρώτη κιόλας στιγμή. «Ένιωσα μια ανάσα απελευθέρωσης ήμουν ολοκληρωτικά ο εαυτός μου. Από το είδος, την εμφάνιση, το πώς κινούμουν και εκφραζόμουν. Δυστυχώς στη μουσική βιομηχανία πολλές φορές για να μη πω τις περισσότερες θα υπάρξει η κριτική. Η αλλαγή και ίσως η αλλοίωση της καλλιτεχνικής μας ταυτότητας αν δεν κάνουμε τις σωστές επιλογές και κινήσεις. Θέλει πολύ προσοχή! Προσωπικά επιλέγω το δύσκολο δρόμο να διατηρήσω την ποιότητα και την αυθεντικότητα της μουσικής μου!».
«Μείνε έστω για λίγο να ακούσεις τι έχουν να σου πουν…και ας φύγεις μετά», ακούει τον δρόμο να… λέει αν αυτός είχε φωνή. «Αυτό θα έλεγε. γιατί ακόμη και αν κάποιος περάσει για λίγα δευτερόλεπτα από μπροστά θα νιώσει έστω και λίγο αυτό που εκπέμπει η μουσική. Κάτι μικρό μένει στο υποσυνείδητο σαν ένα αεράκι που διαπερνά τη ψυχή!».
Αν κάποιος επιλέξει να αφιερώσει ένα λεπτό για να την ακούσει, η Μάιρα θα ήθελε ο άνθρωπος αυτός, φεύγοντας, να νιώσει μία ελαφρότητα μέσα του: «Ένα μικρό διάλειμμα από τη βαβούρα της πόλης. Θα χαιρόμουν σίγουρα να του μείνει και κάτι από το χαρακτήρα μου στη μουσική και να θελήσει να την αναζητήσει ξανά, νιώθοντας αυτή την αίσθηση αναψυχής».

Η Μάιρα, επηρεασμένη από την αμερικανική ποπ μουσική σκηνή, είχε από μικρή ως όνειρο τις μεγάλες αρένες και τα στάδια του εξωτερικού. «Πλέον όμως έχοντας αγαπήσει την ελληνική μουσική και το να γράφω στη μητρική μου γλώσσα ονειρεύομαι απλώς μια ζωή γεμάτη συναυλίες όπου θα λέω τα δικά μου τραγούδια στην Ελλάδα σίγουρα και όπου αλλού προκύψει. Θέλω μια πορεία γεμάτη δημιουργία. Και ιδανικά να βιοπορίζομαι από αυτό που τόσο αγαπώ γιατί πρεπει να είμαστε και ρεαλιστές καμία φορά!».
Υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες, ειδικά Έλληνες, που η ίδια θαυμάζει και θα ήθελε να συνεργαστεί στο μέλλον: «Θα ξεχωρίσω τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Κωστή Μαραβέγια καθώς εκτιμώ βαθιά τον τρόπο που γράφουν και τον τρόπο που στέκονται απέναντι στη μουσική! Είναι υπέροχοι καλλιτέχνες ο καθένας με τη δική του μοναδικότητα. Θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να μοιραστώ τη σκηνή μαζί τους και γιατί όχι ίσως να γράψουμε κάποιο κομμάτι μαζί. Το έχω ήδη οραματιστεί!».
Για τη Μάιρα, η τέχνη αποτελεί έναν συνδετικό κρίκο που ενισχύει την κοινότητα: «Για το τι σημαίνει κοινωνικά η τέχνη υπάρχουν πολλά να πει κανείς. Μέσω των κοινών εμπειριών και σίγουρα της ταύτισης, η τέχνη και η μουσική είναι το μέσο για να ειπωθούν σοβαρά κοινωνικά ζητήματα και όχι μόνο. Για εμένα η τέχνη είναι απόλυτη λύτρωση. Σου δίνει την ευκαιρία να μετατρέψεις τις πληγές σε δημιουργία και να προχωράς μπροστά έχοντας μετουσιώσει τα τραύματα σου. Και σίγουρα προβληματίζει. Σε βάζει σε μια βαθιά εσωτερική αναζήτηση και αντιμέτωπο με την αλήθεια. Θέλει θάρρος για να μη λυγίσεις. Που και στη τελική το νόημα είναι όντως αυτό – να μη φοβάσαι να λυγήσεις!»
Για να είσαι ένας νέος καλλιτέχνης στην Ελλάδα του 2026, χρειάζεται ένα συνεχές κυνήγι, όπως καταλήγει η ίδια: «Χρειάζεται άπειρη αγάπη για αυτό που κάνεις και γερό στομάχι. Δεν είναι απίθανο να φτάσεις εκεί που θέλεις να επενδύσεις πραγματικά. Πρέπει να μη σταματάς μέχρι κάποια στιγμή, κάποια από τις πόρτες να ανοίξει όντως για εσένα. Στην Ελλάδα δεν είναι όμως τόσο ρόδινα τα πράγματα σε αυτό το χώρο. Παντού υπάρχει ανταγωνισμός και δυσκολίες. Σημασία έχει το πως αντιμετωπίζεται ένας καλλιτέχνης. Δεν πρέπει όμως να ζούμε με τον φόβο μήπως αυτή πόρτα δεν ανοίξει ποτέ!».
