Όταν την πρωτοάκουσα σε live, αμέσως η δύναμη και η χροιά της φωνής της μίλησαν στην ψυχή μου.
Η Βιολέτα Ίκαρη έχει την ικανότητα να σε ταξιδεύει μέσα από τα τραγούδια της κι αυτό την κατατάσσει μέσα στις πολύ αξιόλογες καλλιτέχνιδες της νεότερης γενιάς.
Απέκτησε γρήγορα φανατικό κοινό που την ακολουθεί, ενώ και οι συνεργασίες είναι ξεχωριστές, ενδεικτικές του ταλέντου που διέκριναν πολύ σημαντικά ονόματα του μουσικού στερεώματος, όπως η Ελένη Βιτάλη, η οποία λειτούργησε ως «μαμά» της, όπως μας λέει, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Νίκος Ξυδάκης, η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Γιάννης Κότσιρας, ο Μπάμπης Στόκας, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Γιάννης Μηλιώκας, η Φωτεινή Βελεσιώτου, πρόσφατα οι Οδυσσέας Ιωάννου, Σταύρος Σιόλας και άλλοι πολλοί.
Την Ικαριώτισσα ερμηνεύτρια με την ιδιαίτερη φωνή έχει τη δυνατότητα να ακούσει live το κοινό της Θεσσαλονίκης την ερχόμενη Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου στο Block 33 μαζί με τον Γιώργο Νικηφόρου Ζερβάκη, σε μια αυθεντική μέθεξη.
Η ιστορία της Βιολέτας Ίκαρη παρουσιάζει ενδιαφέρον.
Τραγουδούσε στα κουτούκια για αποσυμπίεση, καθώς η εργασία της στο κομμωτήριο ήταν πολύ κουραστική.
Η μοίρα της όμως ήταν στο τραγούδι και πέρασε μέσα από μαθήματα φωνητικής, οντισιόν, συμμετοχή σε ροκ μπάντα. Την συνέχεια την γνωρίζουμε.
Η Βιολέτα έχει κάτι να πει, τόσο μέσα από τα τραγούδια της, όσο και από τις απόψεις της, που καταθέτει στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Parallaxi.
Εικόνα: Δημήτρης Βαβλιαρας
Τα «Σύννεφα Μπαλόνια», το νέο ΕΡ σου που κυκλοφόρησε εδώ και μερικές μέρες, σημαίνει κάτι παραπάνω για σένα λόγω και της παρουσίας των Σταύρου Σιόλα και Οδυσσέα Ιωάννου, με τους οποίους, όπως έχεις εξομολογηθεί, ήθελες πολύ να συνεργαστείς;
«Με αυτή τη συνεργασία εκπληρώθηκε ένα όνειρο μου. Ήθελα να συνεργαστώ με τον Οδυσσέα και τον Σταύρο καθώς αγαπώ τον τρόπο που γράφουν. Με συγκινούν και τους θαυμάζω. Αυτό αναζητώ μέσα από την τέχνη μου, τη συγκίνηση. Είναι σπουδαίο πράγμα όταν ένας δημιουργός με το έργο του μπορεί να σε φέρει πιο κοντά στην καρδιά σου. Αυτό μου συμβαίνει χρόνια τώρα και με τους δύο».
Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία; Θεωρείς πως υπάρχει μια «απροσδιόριστη» συγγένεια μεταξύ ορισμένων «ομοούσιων» καλλιτεχνών που τους οδηγεί στο να συναντηθούν μουσικά;
«Αρχικά είχα την πρόταση από τον Σταύρο να τραγουδήσουμε παρέα ένα ντουέτο στον δίσκο του “Φωνές Θιάσου”, ήταν μάλιστα το ομώνυμο τραγούδι του album. Το θεώρησα μεγάλη τιμή. Από την πρώτη επαφή μας, δημιουργήθηκε η επιθυμία να κάνουμε μια ολοκληρωμένη δουλειά παρέα. Όταν ήρθε η ώρα να το υλοποιήσουμε, ο πρώτος στιχουργός που σκέφτηκα ήταν ο Οδυσσέας. Τους έφερα κοντά από ένστικτο.
Ένιωσα ότι έπρεπε να γίνει. Έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους. Είναι και οι δύο καλλιτέχνες που μπορούν να αναδείξουν το μεγαλείο της απλότητας, να αγγίξουν τα εσώψυχα με απλά υλικά, εκφράζοντας βαθιά νοήματα. Είναι τόσο ευθείς και γήινοι – μέσα στον ρομαντισμό τους – και συνάμα τόσο ευρηματικοί που δεν σταματούν να με γοητεύουν. Αυτά τα κοινά χαρακτηριστικά αρκούν για να πούμε ότι καλλιτεχνικά είναι συγγενείς και πρέπει να συναντιούνται».
Φέτος δεν ήρθανε τα χιόνια/ήρθε η θάλασσα ως εδώ, αντί για σύννεφα, μπαλόνια, στολίσανε τον ουρανό. Είμαστε τώρα και για πάντα, είμαστε όλα και κανείς, στα πόδια μας είναι ο δρόμος, δεν έχει αργά ούτε νωρίς. Οι στίχοι του Οδυσσέα Ιωάννου προσπαθούν να περάσουν κάτι αισιόδοξο;
«Νομίζω ότι αυτοί οι στίχοι του Οδυσσέα μας ωθούν να πάρουμε χαρά από μία ιδανική – φανταστική ιστορία. Μία ιστορία που έχει τη δύναμη να μας υπενθυμίζει ότι μπορούμε και καλύτερα, ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει.
Έχουμε ανάγκη και υποχρέωση να οραματιστούμε ένα καλύτερο μέλλον τόσο για εμάς όσο και για τους γείτονές μας και τους γείτονες των γειτόνων μας, ως την άλλη άκρη της γης. Είναι στην πραγματικότητα τόσο ζοφερό το τοπίο που, αν αφήσουμε το σκοτάδι να καταπιεί το όνειρο για έναν ιδανικό ή έστω καλύτερο κόσμο, θα είμαστε καταδικασμένοι σε έναν κατηφορικό μονόδρομο».
Πόσο ανάγκη έχουμε την αισιοδοξία και το χαμόγελο; Έχουν αλλάξει οι καιροί, θεωρείς; Έχει χαθεί η ανεμελιά; Είμαστε λιγότερο ευτυχισμένοι σε σχέση με παλαιότερα;
«Πρέπει να κρατάμε αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας για καλύτερες μέρες. Η αισιοδοξία είναι δύναμη που αντιστέκεται σε ό,τι μπορεί να μαυρίζει την ψυχή μας.
Η ανεμελιά όμως είναι προνόμιο των παιδιών.
Ο άνθρωπος ποτέ δεν έπαψε να είναι άπληστος και βλαπτικός προς τον συνάνθρωπο και τη φύση. Αν κοιτάξεις από ψηλά μια πόλη θα καταλάβεις ότι είμαστε ένας καταστροφικός μύκητας για τη γη. Αν γυρίσεις πίσω στο χρόνο, όπου κι αν σταματήσεις, θα βρεις κάπου στον κόσμο έναν επεκτατικό πόλεμο και αθώα θύματα. Πάντα συνέβαιναν όλα όσα τώρα βλέπουμε καθημερινά στις οθόνες, απλώς κάποτε δεν υπήρχε αυτή η εμμονή και οι πληροφορίες που δεχόμασταν ήταν λιγότερες.
Γνωρίζαμε αλλά οι θηριωδίες δεν μαστίγωναν τα μάτια μας σε καθημερινή βάση, αυτό το καθημερινό σοκ μας αρρωσταίνει. Χρειαζόμαστε αποσυμπίεση, κάτι να λειτουργήσει σαν αντίβαρο μέσα σ’ αυτή τη βαρβαρότητα. Το όνειρο και η αισιοδοξία μας κρατάνε ακόμα όρθιους».
Η μουσική και τα τραγούδια είναι για μας ένα καταφύγιο, ένα απάγκιο όπου καταφεύγουμε όταν αισθανόμαστε μόνοι ή αβοήθητοι;
«Η μουσική μας ενώνει. Λειτουργεί ως συντροφιά και καταφύγιο, ως μέσο έκφρασης και εκτόνωσης, ως γιατρικό και παρηγοριά, ως πηγή ψυχικής ανάτασης αλλά και ως φωνή επανάστασης. Δεν υπάρχει περίσταση στην οποία να μην είναι απαραίτητη η παρουσία της. Ακόμη και στις κηδείες, η μουσική είναι παρούσα μέσα από ψαλμωδίες και εμβατήρια».
Οι συνεργασίες που είχες στο παρελθόν τι σου δίδαξαν; Ξεχωρίζεις ως σταθμούς κάποιες από αυτές; Είναι ένας από αυτούς και η συνεργασία με την Ελένη Βιτάλη, με την οποία αρκετοί θεωρούν ότι οι φωνές σας έχουν μια «συγγένεια»;
«Οι συνεργασίες που είχα μου δίδαξαν πόσο σπουδαία είναι η συνύπαρξη. Θαυμάζω βαθιά όλους τους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάστηκα και πάντα φρόντιζα να μαθαίνω από εκείνους — όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά και σε ανθρώπινο επίπεδο. Τους αντιμετώπιζα περισσότερο ως δασκάλους παρά ως συνεργάτες.
Ο καθένας τους είναι ξεχωριστός και μοναδικός, από τον Γιώργο Νταλάρα μέχρι τον Θοδωρή Κοτονιά. Η Ελένη Βιτάλη πολλές φορές λειτούργησε και σαν «μαμά». Μου άνοιξε ορίζοντες ακόμη και πριν γνωριστούμε. Από νωρίς ένιωθα την αγάπη της για το τραγούδι σε κάθε λέξη που ερμήνευε. Μέσα από τη φωνή της κατάλαβα πόσο βάρος κουβαλά η κάθε λέξη και πώς αλλάζει η ερμηνεία της ανάλογα με το συναίσθημα. Την αγαπώ για την ψυχή της, όπως αυτή αποτυπώνεται στο τραγούδι, για τον τρόπο που βιώνει τα κομμάτια, για τη χροιά και για την τεχνική της, είναι ένα καθαρό «θείο δώρο». Νιώθω απίστευτα τυχερή που μοιράστηκε τη σκηνή μαζί μου και που με υπερασπίστηκε στα πρώτα βήματα σαν να ήμουν παιδί της. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο μου τραγούδι, κάποιοι πήραν τηλέφωνο για να της πουν ότι βγήκε μια νέα εκδοχή της. Εκείνη με άκουσε και τους κάλεσε πίσω λέγοντάς τους: «Μην συγκρίνετε το κορίτσι μαζί μου. Της κόβετε την τύχη. Είναι μοναδική και δεν μου μοιάζει. Αφήστε της χώρο να πετάξει».
Εικόνα: Δημήτρης Βαβλιαρας
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο που με σύστηνε στον κόσμο, πάντα γενναιόδωρα. Είχε μάλιστα πλάκα, γιατί από σεβασμό στεκόμουν ασυναίσθητα μισό βήμα πίσω της και μόλις το καταλάβαινε, πήγαινε εκείνη πιο πίσω από μένα για να μου δώσει θάρρος. Μετά ξανά εγώ, μετά πάλι εκείνη, μέχρι που πέφταμε πάνω στους μουσικούς και γελάγαμε. Η Ελένη, με λίγα λόγια, εκτός από τα «μυστικά» της τέχνης, μου δίδαξε τι σημαίνει ανιδιοτελής αγάπη και ουσιαστικός σεβασμός προς τα νέα παιδιά που αγαπούν και θέλουν να ακολουθήσουν το τραγούδι».
Ακούγοντάς σε πρόσφατα σε Live συναυλία με το Μίλτο Πασχαλίδη, ρίγος με διαπέρασε από το χάρισμα της φωνής σου και τα τραγούδια σου. Θεωρείς ότι οι ερμηνείες σου έχουν μια ιδιαιτερότητα που δεν τη βρίσκεις εύκολα;
«Σ’ ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για τα καλά σου λόγια. Θεωρώ ότι τα τραγούδια που διαλέγω είναι ζωντανά, με ή χωρις εμένα. Προσπαθώ απλώς να τα υπηρετήσω αφήνοντας μέσα από αυτά, να φαίνονται, κομμάτια της ψυχή μου».
Σου αρέσει ο χαρακτηρισμός ‘έντεχνο τραγούδι’ και ο διαχωρισμός που γίνεται με άλλη είδη μουσικής; Ποιο είναι το όριο ποιότητας, αν μπορεί να τεθεί, κατ’ εσέ;
«Γενικά δεν μου αρέσουν τα καλούπια. Είναι περιοριστικά και μου δημιουργούν μια αίσθηση κλειστοφοβίας. Παρόλα αυτά, συχνά τα χρησιμοποιούμε απλώς για να συνεννοούμαστε.
Πιστεύω ότι σε όλα τα είδη μουσικής υπάρχουν καλά και κακά τραγούδια. Κακή μουσική θεωρώ δεν υπάρχει. Υπάρχει η ανέμπνευστη μουσική, η κακοποίησή της και η κακή ενορχήστρωση. Ο στίχος παίζει καθοριστικό ρόλο.
Το μυστικό ενός καλού συνθέτη είναι η μουσική του να αποδίδει και να αναδεικνύει αβίαστα το συναίσθημα του στίχου. Άλλωστε η μουσική είναι μια γλώσσα που διαβάζει μόνο η ψυχή. Την ποιότητα συνήθως τη χαλάει ο «στόχος» για τον οποίο γράφονται τα τραγούδια. Όταν ο αυτός είναι η ειλικρινής έκφραση των συναισθημάτων, συνήθως προκύπτει βάθος και ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Όταν όμως ο μοναδικός στόχος είναι το «σουξέ», τότε συχνά έχουμε ρηχότητα και ένα κακό τραγούδι».
Γνωρίζουμε ότι έχεις σπουδάσει κομμωτική και εργάστηκες ως κομμώτρια, ενώ παράλληλα τραγουδούσες σε μικρά σχήματα. Τι θυμάσαι από εκείνη την εποχή και πόσο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να μπει στον καλλιτεχνικό χώρο; Θα ήθελες να μας περιγράψεις πώς… συνέβησαν όλα;
«Ευτυχώς, δεν είχα τη φιλοδοξία να κάνω καριέρα.
Ζούσα ένα ταξίδι χωρίς «Ιθάκη». Τραγουδούσα στα κουτούκια κυρίως για αποσυμπίεση, επειδή η δουλειά της κομμώτριας έχει πολύ άγχος. Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω μαθήματα φωνητικής, ώστε να τραγουδάω με περισσότερη άνεση και χωρίς να τραυματίζω τις φωνητικές μου χορδές.
Η δασκάλα μου με έστειλε σε μια οντισιόν για να γίνω frontwoman σε μια ροκ μπάντα. Αγαπούσα τη ροκ μουσική και ήθελα να πειραματιστώ, οπότε πήγα. Με πήραν και στο πρώτο μας live βρισκόταν στο κοινό ο παραγωγός του Γιάννη Μηλιώκα. Στο τέλος του live μου πρότεινε συνεργασία με τον Μηλιώκα. Τρελάθηκα από χαρά και, φυσικά, δέχτηκα.
Μάλιστα, από το πρώτο μας live ο Γιάννης Μηλιώκας μού εμπιστεύτηκε ένα δικό του τραγούδι, το οποίο πλέον υπάρχει στον δίσκο «Έλα και ράγισε τον κόσμο μου» και έχει τίτλο «Με ένα χρώμα».
Από εκεί και πέρα, η μία συνεργασία έφερε την άλλη και όσο προχωρούσα, η αγάπη μου για το τραγούδι γιγαντωνόταν. Όλα ήρθαν αργά και γλυκά. Όπως φαίνεται, ήμουν τυχερή, πολύ εργατική και είχα —και έχω— μεγάλη αγάπη για το τραγούδι. Μέχρι και σήμερα, κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή, φωτίζω ολόκληρη από ευγνωμοσύνη».
Εικόνα: Δημήτρης Βαβλιάρας
Έλκεις την καταγωγή σου από την Ικαρία. Η παράδοση έχει επιστρέψει για τα καλά τα τελευταία χρόνια, τα πανηγύρια είναι πλέον μέρος της διασκέδασης και νέων ανθρώπων. Πώς το βλέπεις; Θεωρείς ότι είναι και λίγο μόδα;
«Το παραδοσιακό τραγούδι μένει ζωντανό μέσα στα χρόνια επειδή είναι βιωματικό και μας φέρνει κοντά στη ρίζα μας. Ανά περιόδους διάφορες μόδες μας απομακρύνουν, αλλά μοιραία κάποια στιγμή επιστρέφουμε. Αυτό έχει συμβεί και τώρα. Επιστρέψαμε καθώς δημιουργήθηκε και πάλι η ανάγκη, μας έλειψε».
Σου λείπει η Ικαρία; Θα μπορούσες να επιστρέψεις εκεί για πάντα;
«Μου λείπει πολύ ο τόπος μου. Είναι όνειρο ζωής να επιστρέψω και αν όλα πάνε καλά, αργά ή γρήγορα θα το κάνω. Δεν συγκρίνεται η ποιότητα ζωής στην Αθήνα με αυτή της επαρχίας.
Θέλω να μαγειρεύω χαζεύοντας τη θάλασσα, να κοιμάμαι με την πόρτα ανοιχτή, θέλω ο γείτονάς μου να έχει πρόσωπο, να ζω – όσο γίνεται – ελεύθερη από τα όρια που μας βάζει ο χρόνος».
Ποιες ήταν οι προσλαμβάνουσες που είχες στη μουσική και ποιο ήταν το αγαπημένο σου τραγούδι σε πιο νεαρή ηλικία;
«Στο πατρικό μου υπήρχε ένα ραδιοκασετόφωνο που έπιανε μόνο τουρκικούς σταθμούς, ενώ το κασετόφωνο ήταν χαλασμένο. Τα τραγούδια τα μάθαινα κυρίως μέσα από τα πανηγύρια του τόπου μας, αλλά και από τα CD players που έφερναν συμμαθητές μου στο σχολείο ή στις «γιάφκες» μας, όπου ακούγαμε κυρίως ροκ μουσική.
Έτσι, μεγαλώνοντας, γνώρισα πρώτα το ρεμπέτικο, το σμυρναίικο, το παλιό λαϊκό και φυσικά το παραδοσιακό τραγούδι και τη ροκ. Γύρω στα δεκατέσσερά μου, με τα πρώτα μου χρήματα, αγόρασα ένα CD player και το πρώτο μου CD ήταν οι «Χαμένες Αγάπες» του Βασίλη — είχα κυριολεκτικά σεληνιαστεί με τη φωνή του, μιλάμε για εμμονή.
Εκείνα τα χρόνια, ένας αγαπημένος μου θείος που ζούσε στην Αθήνα και ασχολούνταν με το ραδιόφωνο ερχόταν κάθε καλοκαίρι στο νησί.
Μας μιλούσε για τους αγαπημένους του καλλιτέχνες και έτσι γνώρισα και αγάπησα φωνές όπως της Χαρούλας Αλεξίου, του Γιώργου Νταλάρα, της Ελένης Βιτάλη και αργότερα του Παντελή Θαλασσινού, του Μανώλη Λιδάκη, του Ορφέα Περίδη, της Μελίνας Κανά, του Σωκράτη Μάλαμα, του Αλκίνοου Ιωαννίδη, των Χαΐνηδων κ.ά.
Σταδιακά, απλώθηκε μπροστά μου ολόκληρος ο καλλιτεχνικός κόσμος του ελληνικού τραγουδιού, μέσα από τους δίσκους που μας πρότεινε ο αγαπημένος μου θείος. Ένα από τα τραγούδια που αγάπησα —και αγαπώ ακόμη— είναι «Το καπηλειό» των Χαΐνηδων, κυκλοφορίας 1991, το οποίο, μάλιστα, ανακάλυψα αρκετά αργότερα».
Οι πολιτικές πεποιθήσεις ενός καλλιτέχνη θεωρείς πως πρέπει να επικοινωνούνται από τον ίδιο και σε ποιο βαθμό; Το κοινό πολλές φορές μπορεί να ταυτίζεται με έναν καλλιτέχνη και εξαιτίας αυτού του παράγοντα; Τι σημαίνει πολιτική για σένα;
«Η πολιτική είναι η γραμμή συμπεριφοράς που βασίζεται στις αρχές του κάθε ατόμου. Η στάση μας απέναντι σε ζητήματα όπως η μετανάστευση, το περιβάλλον ή η κοινωνική πρόνοια αποκαλύπτει τον χαρακτήρα μας. Είναι φυσικό αυτό να οδηγεί ένα μέρος του κόσμου στη συμπάθεια και την ταύτιση, ενώ ένα άλλο στην αποστασιοποίηση ή την απόρριψη.
Όλοι οφείλουμε να παίρνουμε πολιτική θέση, είτε είμαστε καλλιτέχνες είτε όχι. Και πολιτική θέση δεν σημαίνει απαραίτητα κομματική τοποθέτηση, αλλά στάση απέναντι στην πραγματικότητα, με βάση τις ανάγκες μας και αυτό που ο καθένας μας θεωρεί δίκαιο.
Όταν δείχνεις αδιαφορία για όσα συμβαίνουν γύρω σου, γίνεσαι έρμαιο της τύχης σου. Είναι σαν να λες ότι δεν σε νοιάζει το πώς θα ζήσεις ή ποιες συνθήκες θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον τα νέα παιδιά — αφήνοντας έτσι τους άλλους να αποφασίζουν για σένα».
Έχουν μείνει ’απωθημένα’ συνεργασιών ; Με ποιους θα ήθελες να συνεργαστείς το μέλλον;
«Θα ήθελα πολύ να συνεργαστώ με τον Σωκράτη Μάλαμα, θα ήταν μεγάλη τιμή για μένα. Λατρεύω τη φωνή και τις ερμηνείες του και μας έχει χαρίσει τραγούδια- θησαυρούς. Αλλά και μόνο που υπάρχει αυτός ο άνθρωπος δώρο είναι, τον απολαμβάνω έτσι κι αλλιώς από τα ηχεία και τον ευχαριστώ».