Για την παράσταση «Στον κύριο Τζέι ή Calling Mr J»
Μερικά λόγια για μία performance που θα συνεχίσει να ζητά απαντήσεις από αυτόν τον αγνοούμενο συνομιλητή στις θεατρικές σκηνές Θεσσαλονίκης και Αθήνας
Ένας θεατρικός μονόλογος με εναρκτήριο σημείο έμπνευσης “την αποκόλληση του εαυτού από την πραγματικότητα, το χάος και την σύγχυση που προκύπτει από την μοναξιά της αποπροσωποποίησης, όταν ο άνθρωπος δεν έχει τρόπο να μοιραστεί όλο αυτό που του συμβαίνει.”, όπως σημειώνει στο σκηνοθετικό της σημείωμα η σκηνοθέτρια Αρετή Μακρολειβαδίτη.
Μια σουρεαλιστική, παιχνιδιάρικη εξομολόγηση σε κάποιον κύριο Τζέι που είναι εκεί χωρίς να είναι. Μία performance, σε παραγωγή του «θεάτρου εΦ», που έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβριο στο 3o Thessaloniki Fringe Festival, επέστρεψε ωριμότερη τον Ιανουάριο με πέντε παραστάσεις στο νεοαφιχθέν στην πόλη «Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης» και θα συνεχίσει να ζητά απαντήσεις από αυτόν τον αγνοούμενο συνομιλητή στις θεατρικές σκηνές Θεσσαλονίκης και Αθήνας.
Η παράσταση τελειώνει μα ο κύριος Τζέι ακόμα δεν έχει βρεθεί. Τον καλούμε και δεν απαντά. Κανένας ήχος. Κανένα σημάδι ανταπόκρισης. Η κλήση μας βρίσκεται σε αναμονή μιας συνάντησης με εκείνον τον εαυτό που δεν αποκρίνεται αλλά υπάρχει και ακούει.
Με εκείνον τον εαυτό που ξέρει τις απαντήσεις αλλά δεν τις μαρτυρά. Ο κύριος Τζέι είναι η φωνή που σιωπά επίτηδες, ώστε να ακουστεί η δική μας φωνή, να αρθρωθούν οι δικές μας λέξεις, έστω και μπερδεμένες, να δυναμώσει ο δικός μας ήχος, που ακόμα κι αν δεν φτάσει μέχρι εκεί που θέλουμε και πέσει σε τοίχο, σίγουρα ο αντίλαλός του θα επιστρέψει δυνατά κι επαναληπτικά πίσω σ’ εμάς.
Για να αναμετρηθούμε με τις παραδοχές μας, τις ενστάσεις μας, τις απολαύσεις, τις ενοχές, τους φόβους, τις συνειδητοποιήσεις, τις απορίες, τη φαντασία, τις προσδοκίες, τις δυσκολίες, τα βάρη, τα όνειρα, τις συγκρούσεις, τις ροές μας, τις φάσεις μας, τις εποχές μας, τις ορέξεις μας. Κι όσο ο κύριος Τζέι δεν απαντά τόσο εμείς ψάχνουμε να βρούμε αυτά που συνθέτουν το υπαρξιακό μας σύμπαν ανάμεσα σε όσα βρίσκονται τακτικά σκορπισμένα πάνω στη σκηνή του θεάτρου και πάνω στη σκηνή της ζωής μας.
Εκείνα που μας κρατούν ζωντανούς, μικρά και μεγάλα, -φαγητό, ύπνος, παιχνίδι, έκφραση, τέχνη, δουλειά-, μάς δίνονται χωρίς εγχειρίδιο οδηγιών και εμείς κυνηγημένοι από τον χρόνο που μετρά αντίστροφα προσπαθούμε να τα συναρμολογήσουμε σε κάτι που λέγεται ζωή σε εύρυθμη λειτουργία. “Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Πότε θα ανοίξεις τα φτερά σου; Προς τα πού θα κατευθυνθείς; Τι θα κάνεις εκεί;”

Ερωτήσεις που κάνουν τον χρόνο να μας προσπερνά και να φαντάζει ακόμα πιο βάναυσος, ανελέητος κι αμείλικτος, αφού δεν σταματά για να μας περιμένει μέχρι να καταφέρουμε να βρούμε τις απαντήσεις μας. Ερωτήσεις που κάνουν εμάς να θέλουμε να κρυβόμαστε στη φωλιά μας, στο ασφαλές καταφύγιο των μονολόγων μας και των διαφορετικών φωνών μας.
Κι επιτέλους, εύρηκα! “Όταν μεγαλώσω, θα γίνω αληθινή” δηλώνει με σταθερότητα η πρωταγωνίστρια που, κατά τα άλλα, κινείται παρασυρμένη από τις επιταγές μιας “πραγματικότητας που ήταν εκεί πριν από εμάς”. Η ηθοποιός Λένια Κοκκίνου, σε μια καθηλωτική ερμηνεία, εκφράζεται με κάθε εκατοστό του κορμιού της, το οποίο ρέει πάνω στην σκηνή δείχνοντας αριστοτεχνικά τη ρευστότητα των ορίων μεταξύ υπαρκτού κι ανύπαρκτου, αλήθειας και ψέματος, δύναμης κι ευαλωτότητας, μεταξύ του δικού σου και του δικού μου απέραντου σύμπαντος. Αντίστοιχα, και τα όρια μεταξύ του επιπέδου του ηθοποιού και του επιπέδου του κοινού επαναδιαπραγματεύονται κι αυτά και εξαρχής καταρρίπτονται, όταν η ηθοποιός, φορώντας το “παλτό της ενηλικίωσης”, αναμειγνύεται αθόρυβα με το κοινό, στην ουρά της αναμονής για την είσοδο στον χώρο του θεάτρου και στις καρέκλες των θεατών αλλάζοντας γωνίες και παρέες θέασης.

Ο εξομολογητής, μυστικός φίλος ή συμβουλάτορας κύριος Τζέι δεν θα έρθει. Ίσως να μην τον αφήσουμε εμείς να έρθει, γιατί μπορεί ερχόμενος να γκρεμίσει τα θεμέλια του κόσμου μας και να χαθούμε στα συντρίμμια του. Ή επειδή μπορεί να αποφασίσαμε ότι “ακόμα κι αν νιώθουμε σαν να φοράμε στολή αστροναύτη και η βαρύτητα αποτελεί παρελθόν, θα περπατήσουμε έτσι, άτσαλα, αλλά με σιγουριά. Με χιούμορ. Με διάθεση να καταλαμβάνουμε όσο χώρο πιάνουμε στην πραγματικότητα, χωρίς να ρουφιόμαστε σε ρούχα που θα’ θέλαμε να είναι δικά μας αλλά δεν είναι. Δεχόμενοι πρώτα το κενό.”

